|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
8η Ἰανουαρίου 2012 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Ματθ. Δ´ 12-17) ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
«Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χῶρᾳ καὶ σικᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. ιδ´ 16)
Εἶναι γνωστὸ πόσο ἔμφυτη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ φῶς. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι κάποια στιγμὴ καὶ γιὰ λίγο χρόνο ἐπικρατοῦσε ἕνα πυκνὸ σκοτάδι, τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ τρόμαζε, θὰ τὸν περιέλουζε ἕνας φόβος. Γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ λαοὶ ἐλάτρευσαν τὸ φῶς καὶ τὴν φωτιά. Τόσο πολὺ τὸ λάτρευσαν, ὥστε νὰ νομίσουν ὅτι εἶναι θεός.
Μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ὁ ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ βρεῖ στὸ ὑλικὸ φῶς ἕνα ἄλλο φῶς, ἕνα πνευματικὸ φῶς, μιὰ ἰδέα φωτεινή, τὴν ὁποία καὶ λάτρευσε.
Ἔτσι πέρασε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ λατρεία τοῦ φυσικοῦ φωτὸς στὴ λατρεία τοῦ νοητοῦ φωτός, τῶν ἰδεῶν δηλαδή, ἀλλὰ καὶ πάλι βρισκόταν σὲ μιὰ εἰδωλολατρεία. Διότι οὔτε τὸ αἰσθητὸ φῶς, ὁ ἥλιος, οὔτε τὸ νοητὸ φῶς, οἱ ἰδέες, εἶναι θεός. Ὥστόσο, τὴν εἰκόνα τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς τὴν προανήγγειλε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας 800 χρόνια πρὶν ἔρθει στὸν κόσμο τὸ ἀληθινὸ φῶς, ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Προφήτη (κεφ. θ´) τὰ ἐπαναλαμβάνει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Ὁ λαὸς ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι εἶδε φῶς μέγα καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ βρισκόντουσαν στὴ χώρα ποὺ τὴν σκίαζε ὁ θάνατος ἀνέτειλε τὸ φῶς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Εἶναι ὁ ἀνέσπερος Ἥλιος, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ὁ δημιουργὸς τοῦ αἰσθητοῦ φωτός, ὁ κτίστης καὶ δημιουργὸς ὅλων ἐκείνων ποὺ θεοποίησε ὁ ἄνθρωπος.
Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, πῆγαν γιὰ μιὰ στιγμὴ κοντά του, γρήγορα ὅμως ἔκαναν πίσω καὶ ἀπομακρύνθηκαν. Καὶ θὰ γράψει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «...τὸ φῶς ἐλήλυθε εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς» (γ´,19). Τὸ φῶς ἦρθε στὸν κόσμο, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἀγάπησαν περισσότερο τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς.
Περίεργη ἡ κίνηση αὐτὴ τῶν ἀνθρώπων! Ἐνῶ ἀγαποῦν τὸ φῶς, ἀναζητοῦν τὸ φῶς καὶ περιμένουν τὸ φῶς, ὅταν ἔρχεται τὸ ἀληθινὸ φῶς νὰ τὸ πλησιάζουν γιὰ λίγο καὶ νὰ φεύγουν. Μήπως κάτι φταίει στὸ φῶς; Μήπως κάτι φταίει στοὺς ἀνθρώπους; Ἀναμφισβήτητα, στὸ φῶς δὲν ὑπάρχει «τροπῆς ἀποσκίασμα», λέει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος σκιᾶς στὸ φῶς. Τότε τί συμβαίνει μὲ τοὺς ἀνθρώπους;
Οἱ βασικὲς αἰτίες εἶναι τρεῖς: Πρώτη αἰτία εἶναι μιὰ ὑποκειμενικὴ ἀντίληψη τῆς ἀλήθειας. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἑρμηνεύει καὶ καταλαβαίνει τὰ πράγματα ὅπως αὐτὸς θέλει νὰ πιστέψει, ὄχι ὅπως εἶναι στὴν πραγματικότητα. Ἂς θυμηθοῦμε τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πέντε χιλιάδων ποὺ χόρτασε ὁ Κύριος. Μόλις ἔγινε τὸ θαῦμα, οἱ μαθητὲς μπῆκαν στὸ πλοῖο καὶ πέρασαν στὴν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης μετὰ τὴ νυχτερινὴ δοκιμασία τους , ὅπου ὁ Κύριος τοὺς ἔσωσε. Ὁ ὄχλος ἔχασε τὸν Ἰησοῦ καὶ ὅταν τὸν ξαναβρῆκαν εἶπαν: «Κύριε ἐδῶ εἶσαι;» Τοὺς ἀπαντᾶ: «Μὲ ἀναζητεῖτε, γιατὶ σᾶς ἔδωσα ψωμὶ, ποὺ ὅποιος τὸ φάει ξαναπεινᾶ. Νὰ φᾶτε τὴν τροφὴ ποὺ δὲν χάνεται “τὴν μὴ ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν μένουσαν” (στ´,27). Εἶναι ἡ σάρκα μου καὶ τὸ αἷμα μου.» Ὁ λόγος αὐτὸς φάνηκε ἀκατανόητος στὸ πλῆθος καὶ πολλοὶ γύρισαν τὴν πλάτη τους καὶ ἔφυγαν. Γιατί; Διότι μέσα στὸ μυαλό τους εἶχαν σχηματίσει μιὰ ἰδέα, ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι ἕνα πρόσωπο ἔνδοξο, ποὺ θὰ τοὺς δώσει νὰ φᾶνε καὶ νὰ πιοῦν. Ἑπομένως εἶχαν λάθος ἀντίληψη γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Μεσσία. Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Μεσσία εἶναι νὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ δώσει ὀντολογικὴ πραγματικὴ σωτηρία, νὰ ἀναστήσει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πεθαίνουν καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει μὲ σῶμα καὶ ψυχὴ στὴ Βασιλεία Του. Αὐτὸ δὲν μποροῦσαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν. Κατὰ βάθος ὁ ἄνθρωπος ἀρέσκεται καὶ ἀγαπᾶ νὰ μένει σ’ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, γιατὶ ἐπιθυμεῖ ἕνα Εὐαγγέλιο, ἕνα Χριστὸ ποὺ νὰ ταιριάζει στὰ μέτρα του, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ καθένας νὰ εἶναι κομμένο.
Ἡ δεύτερη αἰτία εἶναι ἡ ἁμαρτία ποὺ στέκεται μιὰ τροχοπέδη καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ πλησιάσει πρὸς τὸ φῶς, ἀλλὰ ταὐτόχρονα γίνεται καὶ μιὰ δύναμη ποὺ ἀπωθεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ φῶς. Γιατί; Λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πάλι: «ἦν γὰρ πονηρὰ τὰ ἔργα αὐτῶν» (γ´19), γιατὶ εἶναι πονηρὰ τὰ ἔργα τους καὶ συνεχίζει· «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα». Ὁ ἀμαρτωλὸς φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸ φῶς καὶ κρύβεται γιὰ νὰ μὴ ἐλεγχθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του.
Ἀδελφοί μου, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει λόγους νὰ μὴ θέλει τὸ φῶς καὶ νὰ ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια, τὸν Χριστό. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βρώμικη. Αὐτὴ ἐπιθυμεῖ τὰ πονηρὰ καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ αἰχμαλωτίζει τὸ νοῦ μας, γιὰ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε πρὸς τὴν ἀλήθεια. Συμβάλλουμε ὅμως καὶ ἐμεῖς, γιατὶ δὲν θέλουμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας.
Ὑπάρχει καὶ μιὰ τρίτη αἰτία, μιὰ μεταφυσικὴ αἰτία ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς βεβαίως νὰ εἶναι καὶ ἀμέτοχος. Εἶναι ὁ Διάβολος ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴ δεχθεῖ τὴν ἀλήθεια, τὸν Χριστὸ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας λέει ὅτι ὁ Διάβολος εἶναι ὁ «ἄρχοντας τοῦ σκότους», καὶ ἐπειδὴ ξέπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ μῖσος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ φθόνο πρὸς τὸν ἄνθρωπο, θέλει καὶ ἄλλα λογικὰ ὄντα καὶ κτίσματα νὰ γίνουν ὅμοια μὲ αὐτόν. Βρίσκει, λοιπόν, εἴσοδο, ποὺ τοὺ τὴν ἀνοίγει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς ἁμαρτίες του, μπαίνει μέσα του καὶ κάνει τὴν πνευματικὴ ζημιά. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καὶ μὲ τὴ ζωή του καὶ τὰ ἔργα του, ὄχι ἴσως μὲ τὸν νοῦ του, ἀρνεῖται τὸν Χριστὸ καὶ φεύγει.
Ἀδελφοί μου, τὸ φῶς ἦρθε στὸν κόσμο. Ἂν ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀναφέραμε, ἂς ἐπιστρέψουμε μὲ τὴν μετάνοιά μας πρὸς αὐτόν.
Ὁ κάθε χριστιανὸς ἂς τοποθετήσει τὸν ἑαυτό του στὰ μέτρα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὄχι τὸ Εὐαγγέλιο στὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ γοῦστα του. Αὐτὸ ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἂς μὴ διώχνουμε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὴ ζωή μας καὶ ὡς ἄνθρωποι χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ἀλλὰ καὶ ὡς ἔθνος. Αὐτὸ ἂς εἶναι ἡ δόξα μας καὶ ἡ τιμή μας καὶ τότε θὰ λάβουμε τὴ χάρη καὶ τὴ δόξα ποὺ θὰ μᾶς προσφέρει ὁ Θεὸς καὶ στὴν παροῦσα ἀλλὰ καὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.
π. Α.Μ.
15η Ἰανουαρίου 2012 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ Λουκᾶ (Λουκ. ιζ´ 12-19)
ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
Τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἀγαπητοί μου, μιλάει γιὰ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς βρισκόμενος κοντὰ σὲ ἕνα χωριὸ μεταξὺ τῶν συνόρων τῆς Σαμάρειας καὶ τῆς Γαλιλαίας. Τὸ θαῦμα αὐτὸ κατέγραψε μόνο ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ποὺ ὡς γιατρὸς συγ-κράτησε στὴ μνήμη του, καὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος λίγο πρὶν μπεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὑποστεῖ τὸ «ἐκούσιον πάθος»
Τὸν Χριστὸ συναντοῦν δέκα ἄνθρωποι ποὺ ἄπασχαν ἀπὸ τὴ φοβερὴ τότε ἀσθένεια τῆς λέπρας. Τί ἦταν ἡ λέπρα; Πρόκειται γιὰ μία βασανιστικὴ ἀρρώστια ποὺ ἀλλοίωνε τὸ σῶμα, κοκκίνιζε τὸ δέρμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ γέμιζε μὲ λέπια. Δημιουργοῦσε κνισμὸ (φαγούρα) καὶ ἀνησυχία. Καὶ ἦταν ὄχι μόνο βασανιστικὴ γιὰ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ ἀποκρουστικὴ γιὰ τοὺς γύρω. Ἄλλαζε καὶ παραμόρφωνε τὸ πρόσωπο. Καὶ τὸ χειρότερο, ἦταν μεταδοτική. Γι’ αὐτό, μόλις κάποιος παρουσίαζε τέτοια συμπτώματα, τὸν ἀπομόνωναν καὶ τὸν ὁδηγοῦσαν σὲ τόπο ἐξορίας καὶ μακριὰ ἀπὸ τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους.
Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ οἱ δέκα αὐτοὶ ἄνθρωποι στάθηκαν «πόρρωθεν», δηλαδὴ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς φωνῆς τους· «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς».
Οἱ φωνὲς καὶ οἱ ἱκεσίες τους βρῆκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀνταπόκριση. Τοὺς καλεῖ νὰ πορευθοῦν πρὸς τοὺς ἱερεῖς τους καὶ νὰ δείξουν τὰ σώματά τους. Γιατί, ὅπως ὅριζε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος, ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ βεβαιώσουν ὅτι πραγματικὰ θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὴν λέπρα. Καὶ οἱ δέκα λεπροὶ ὑπακούουν στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καί, πρὶν παρουσιαστοῦν στοὺς ἱερεῖς, ἔχουν ἤδη θεραπευτεῖ.
Τὴν εὐεργεσία ὅμως αὐτὴ τοῦ Θεοῦ τὴν ἐκτίμησε μόνο ὁ ἕνας καὶ γύρισε καὶ Τὸν εὐχαρίστησε. Καὶ μάλιστα αὐτὸς ὁ ἕνας δὲν ἦταν Ἰουδαῖος ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα, δηλ. ἀπόγονος τοῦ Ἀβραὰμ καὶ πιστὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ Σαμαρείτης, φυλετικὰ ἀπὸ ἕνα γένος ποὺ ἦταν θρησκευτικὸ μεῖγμα Ἰουδαϊσμοῦ καὶ εἰδωλολατρίας. Καὶ ὅμως αὐτὸς μόνο γύρισε νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεό. Καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Χριστὸς ἐξέφρασε τὸ παράπονό Του: «οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;». Δέκα ἄνθρωποι εὐεργετήθηκαν καὶ σώθηκαν σωματικά, ἀπ’ αὐτοὺς μόνο ἕνας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γυρίζει γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Χριστὸ καὶ τελικὰ νὰ λάβει καὶ τὴν πνευματικὴ σωτηρία, «ἀναστὰς πορεύου ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».
Ἡ πίστη τῶν ἐννέα λεπρῶν, ὅπως φάνηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, ἦταν ἐπιφανειακή, ρηχή, χωρὶς ρίζες καὶ περιεχόμενο. Ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη ἦταν τὰ βασικότερα χαρακτηριστικὰ τῆς συμπεριφορᾶς τους· τί εἶναι ὅμως ἡ ἀχαριστία καὶ πῶς φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν συμπεριφορά μας;
Ἡ ἀχαριστία πηγάζει ἀπὸ μία ψυχὴ ἐγωϊστικὴ. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει συνηθίσει νὰ γίνεται τὸ κέντρο τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ποτὲ δὲν αἰσθάνεται ὅτι οἱ εὐεργετικὲς ἐνέργειες τῶν ἄλλων ἀποτελοῦν εὐεργεσία, ἀλλὰ τὶς θεωρεῖ ἁπλῶς καθῆκον. Ἔτσι λοιπόν, φτάνει ὁ ἄνθρωπος στὸ ὁδυνηρὸ σημεῖο νὰ μὴν εὐχαριστεῖ οὔτε τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς καὶ νὰ τὸν ὑβρίζει, ξεχνῶντας τὶς ποικίλες καὶ σωτήριες εὐεργεσίες Του.
Ἡ ρίζα λοιπὸν τῆς ἀγνωμοσύνης εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ὁ ἐγωιστὴς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐρευνήσει τὸν ἐσωτερικὸ του κόσμο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθρει σὲ αὐτογνωσία καὶ νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι. Ἔχει φτιάξει ἕνα ψεύτικο εἴδωλο καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους τοὺς θεωρεῖ ὑποχρεωμένους νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος;
Ὁ ἀχάριστος ἄνθρωπος ἔχει γιὰ θεὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του συνέχεια νὰ παίρνει. Πάνω ἀπ’ ὅλα καὶ ἀπ’ ὅλους εἶναι τὸ ἀτομικὸ-προσωπικό του συμφέρον. Ὁ ἀχάριστος ἄνθρωπος εἶναι ὑπερόπτης, ἀχόρταγος, ἀνυπόστατος, ἀπαιτητικός, ἄνθρωπος χωρὶς χάρη. Γι’ αὐτὸ ἀκόμα καὶ στὶς μέρες μας αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λόγῳ τῆς συμπεριφορᾶς του ἀπομονώνεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία. Πολὺ σωστὰ λέει ὁ λαός μας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος ἐχθρὸς ἀπὸ τὸν ἀχάριστο εὐεργετηθέντα.
Ἄς ἔρθουμε ὅμως ἀγαπητοὶ μου καὶ στὸν Σαμαρείτη τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Ἐκεῖνος εὐχαρίστησε τὸν Χριστὸ γιὰ τὴν θεραπεία του καὶ ὁ Θεὸς δὲν τὸν θεράπευσε μόνο ἀπὸ τὴν σωματικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ψυχικὴ λέπρα, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι εὐγνώμων, εὐχαριστεῖ καθημερινὰ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς πολλαπλὲς εὐεργεσίες Του. Δὲν ξεχνᾶ τὴν εὐεργεσία καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀνταποδώσει μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ. Ὁ εὐγνώμων εἶναι ὁ καλλιεργημένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἄδολη καὶ ἁπλῆ καρδιά, μὲ τὰ αὐθόρμητα συναισθήματα. Εἶναι ὁ πιστὸς καὶ γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀναγνωρίζει καὶ νὰ τιμᾶ τὸν εὐεργέτη του.
Ἡ ἀναγνώριση ὅλων κατὰ τὸ δυνατόν τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τῆς εὐγνωμοσύνης. Ὅταν λοιπὸν στρέψουμε τὸ βλέμμα μας καὶ δοῦμε τὸν γύρω κόσμο, θὰ πρέπει νὰ ἀναφωνήσουμε: «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάν-τα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας». Πόσα καὶ πόσα, ἀλήθεια, δὲν ἔχουμε μπροστά μας γιὰ νὰ εὐγνωμονοῦμε μέρα καὶ νύκτα τὸν Θεό; Ἐμεῖς ποὺ δεχόμαστε καθημερινὰ τὶς εὐεργεσίες Του Τὸν εὐχαριστοῦμε; Ἀναγνωρίζουμε τὸ ὅτι καὶ ποὺ ζοῦμε εἶναι ἔργο τῆς πρόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης Του;
Ἔχουμε χρέος νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον». Τὸ καθῆκον αὐτὸ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος γράφοντας: «Εὐχαριστοῦντες πάντοτε καὶ ὑπὲρ πάν-των τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ» (Ἐφεσ. 5,20).
Ἄν θέλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοί μας θὰ πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ ὄχι μόνο γιὰ τὶς εὐεργεσίες Του, ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ μᾶς φαίνονται ὡς δοκιμασίες. Οἱ θλίψεις, οἱ πόνοι, οἱ ἀσθένειες εἶναι εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ἐπισκέψεις τῆς ἀγάπης Του ποὺ μᾶς παιδαγωγοῦν καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία. Ἄς ἀναφωνοῦμε καὶ ἐμεῖς ἐκεῖνο ποὺ στὶς δύσκολες στιγμές του ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν».
Ἀγαπητοί μου,
Ἀπὸ τοὺς δέκα θεραπευθέντες λεπροὺς τῆς σημερινῆς περικοπῆς, μόνο ἕνας γύρισε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Χριστό. Αὐτὸ μᾶς δείχνει πόσο δύσκολο πρᾶγμα εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ δοῦμε τὸ καλὸ ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἐγωισμός. Γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε.
Ἄς εἴμαστε πάντοτε ταπεινοὶ καὶ εὐγνώμονες πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πατέρα μας ἀλλὰ καὶ στοὺς συνανθρώπους μας.
π. Ι.Μ.
22α Ἰανουαρίου 2012 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ Λουκᾶ (Λουκ. ιθ´ 1-10)
Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀναφέρεται στὴ συνάντηση τοῦ Ζακχαίου μὲ τὸ Χριστό. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ ἀπαντᾶ στὴν ἀρχὴ τοῦ δεκάτου ἐνάτου κεφαλαίου τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Στὸ προηγούμενο, τὸ δέκατο ὄγδοο κεφάλαιο, καταγράφονται τρία ἐξίσου σημαντικὰ περιστατικά. Πρῶτον, ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του στοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ Χριστό. Στὴ συνέχεια βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ προλέγει τὸ πάθος Του καὶ νὰ ξεκινᾶ τὴν πορεία Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Τρίτον, βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ εἰσέρχεται στὴν Ἱεριχώ, μία πόλη ποὺ ἀπέχει μόλις εἴκοσι χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ θεραπεύει ἕνα τυφλό, δίνοντάς του ἔτσι τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ καὶ νὰ δοξάσει τὸ Θεό.
Ἀμέσως μετά, στὴν ἴδια πόλη, τὴν Ἱεριχώ, λαμβάνει χώρα ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ Ζακχαῖο. Ὁ Ζακχαῖος εἶναι πλούσιος, ὅπως καὶ ὁ ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, καὶ θέλει κι αὐτὸς νὰ δεῖ, ὅπως ὁ τυφλός. Ὅπως ὅμως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, δὲν θέλει ἁπλῶς νὰ ἀνακτήσει τὴ φυσική του ὅραση, ἀλλὰ νὰ δεῖ τὸ Χριστό, μέσα δὲ ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Χριστοῦ θὰ ὁδηγηθεῖ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα, στὴν ἀπόφαση νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του στοὺς συνανθρώπους του καὶ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία.
Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης. Οἱ τελῶνες ἐκείνη τὴν ἐποχὴ προπλήρωναν τοὺς φόρους στοὺς Ρωμαίους κατακτητὲς καὶ στὴ συνέχεια ἀνελάμβαναν νὰ τοὺς εἰσπράξουν οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὸ λαό, ἐπιβαρύνοντας ὅμως τοὺς φορολογούμενους μὲ ἐπιπλέον ποσὰ ἀποσκοπῶντας στὸν δικό τους πλουτισμό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ τελῶνες θεωροῦνταν ἐξ ὁρισμοῦ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἦταν ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ζακχαῖος, ὡστόσο, ἂν καὶ τελώνης, εἶχε μία ἀγαθὴ ἐπιθυμία: ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν κοντός, τὸ πλῆθος ποὺ περιέβαλε τὸ Χριστὸ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ τὸν ἀντικρύσει. Γιὰ νὰ μπορέσει λοιπὸν νὰ Τὸν δεῖ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο.
Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου ἦταν πράξη ταπεινωτική. Πρῶτον, διότι ἕνας πλούσιος ἀξιωματοῦχος τῆς ἐποχῆς σκαρφάλωνε σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω σ’ ἕνα δέντρο. Δεύτερον, διότι, ἀνεβαίνοντας στὸ δέντρο, ἐξέθετε ἀκόμη περισσότερο τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ μικροῦ του ἀναστήματος, πρᾶγμα ποὺ θὰ τὸν ἐξέθετε ἀκόμα πιὸ πολὺ στὰ ἀρνητικὰ καὶ ἐνδεχομένως εἰρωνικὰ σχόλια τοῦ πλήθους. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως ταπεινώνεται ἑκουσίως, ἐπειδὴ θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό. Θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πρόκειται σὲ λίγο νὰ ταπεινωθεῖ, ἀνεβαίνοντας κι Ἐκεῖνος σ’ ἕνα ξύλο, στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ. Ἡ ταπείνωση τοῦ Ζακχαίου συγκροτεῖ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸ Χριστό, ποὺ βαδίζει τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ δρόμο δηλαδὴ τῆς ταπείνωσης καὶ τοῦ μαρτυρίου.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ὁ Ζακχαῖος βλέπει τὸ Χριστό, ὁ Χριστὸς ἐπίσης στρέφεται καὶ βλέπει καὶ ἐκεῖνος τὸ Ζακχαῖο. Τὸν βλέπει καὶ τοῦ ζητεῖ νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δέντρο, διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ πρόκειται νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει καὶ τὸν ὑποδέχεται μὲ χαρά, ἐνῷ τὸ πλῆθος, ἀνίκανο νὰ κατανοήσει τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ, γογγύζει καὶ ἐναντίον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, Ζακχαίου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ ἴδιου του Χριστοῦ, ποὺ ἐπέλεξε νὰ καταλύσει στὸ σπίτι του. Ἀντίθετα ὁ Ζακχαῖος, ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὴν ἀπρόσμενη ἀποδοχὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δηλώνει ὅτι θὰ δώσει τὴ μισή του περιουσία στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι, ἐὰν ἀδίκησε κάποιον, θὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὰ τετραπλάσια. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πλούσιο ἄρχοντα ποὺ ἀρνήθηκε νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο του, ὁ Ζακχαῖος ἑκουσίως καὶ αὐτοβούλως ἀποφασίζει νὰ τὸ κάνει. Ἔχοντας ταπεινωθεῖ καὶ διαπιστώσει πόσο πολὺ ἀποδέχεται καὶ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ Χριστός, ἐμφανίζεται πρόθυμος νὰ ἀνταποκριθεῖ ἔμπρακτα στὴν ἀγάπη Του, υἱοθετῶντας μία ἀντίστοιχη στάση ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
Μετὰ τὴ γνωστοποίηση τῆς ἀπόφασης τοῦ Ζακχαίου νὰ διανείμει τὴν περιουσία του, ὁ Χριστὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ σωτηρία ἦρθε σ’ ἐκεῖνο τὸ σπίτι. Διότι καὶ ὁ Ζακχαῖος εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Εἶναι, καὶ ἐκεῖνος, τὸ χαμένο πρόβατο ποὺ ἦλθε νὰ ζητήσει καὶ νὰ σώσει ὁ καλὸς ποιμένας. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε νὰ ζητήσει τὴ σωτηρία τοῦ Ζακχαίου ἤδη πρὶν ὁ ἴδιος ὁ Ζακχαῖος ζητήσει νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ σωτηρία αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν ἀποκατάσταση τῆς σχέσης τοῦ Ζακχαίου τόσο μὲ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ὅσο καὶ μὲ τὴν κοινότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία τὸν εἶχε ἀποκλείσει ἡ προγενέστερη ἁμαρτωλὴ ζωή του.
Ἡ παραπάνω περικοπὴ μᾶς φανερώνει, μεταξὺ ἄλλων, τὰ στάδια μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα συχνὰ διέρχεται ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄδικος. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπιζητεῖ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πολλὲς φορὲς ἡ σωτηρία αὐτή, ἡ συνάντηση δηλαδὴ μὲ τὸ Χριστό, παρεμποδίζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ πλήθη ποὺ περιστοιχίζουν τὸ Χριστό, χωρὶς στὴν πραγματικότητα νὰ κατανοοῦν καὶ νὰ ἐνστερνίζονται τὸ μήνυμα καὶ τὴν ἀποστολή Του. Γιὰ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸ Χριστὸ θὰ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ θέλει καὶ νὰ τὸ προσπαθήσει. Στὴ συνέχεια θὰ πρέπει νὰ ταπεινωθεῖ, ὥστε νὰ ὁμοιάσει ἐσωτερικὰ πρὸς ἐκεῖνον ποὺ ταπεινώθηκε πάνω στὸ σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὴν ταπείνωση ἀνοίγει ὁ δρόμος τῆς συνάντησης μὲ τὸν Χριστό. Ἡ συνάντηση ὅμως αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἐσωτερικὰ βιώματα καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις. Ἐὰν εἶναι γνήσια, μετουσιώνεται σὲ συγκεκριμένες πράξεις. Ὁδηγεῖ στὴν ἔμπρακτη ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ καταλήγει ὄχι στὴν τυπική, ἀλλὰ στὴν οὐσιαστικὴ καὶ πλήρη ἔνταξή του στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν Ἐκκλησία, στὴν κοινότητα δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἀγαπήσουν τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ποὺ βιώνουν καθημερινὰ τὴ θυσία ἀλλὰ καὶ τὴ χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου στὴ ζωή τους.
π. Δ. Μ.
29η Ἰανουαρίου 2012 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ´ Ματθαίου (Ματθ. ιε´ 21-28)
ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ διήγηση, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περιγράφει τὴν ἀποκαλυπτικὴ συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ μιὰ ἄγνωστη Χαναναία γυναῖκα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὴν περικοπὴ αὐτὴ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἔργο τοῦ Ἰησοῦ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Παλαιστίνης, θέλοντας νὰ τονίσει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς βρίσκονται στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ποὺ περιγράφει καὶ αὐτὸς τὸ ἐπεισόδιο, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἦταν «Ἑλληνὶς Συροφινίκισσα τῷ γένει». Δηλαδὴ ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γηγενῆ εἰδωλο-λάτρισσα, ἡ ὁποία εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἔσπευσε νὰ Τὸν συναντήσει ἐκμεταλλευόμενη τὴ ἐπίσκεψή Του στὰ μέρη της.
Δοκίμαζε μεγάλη συμφορὰ καὶ ὁ πόνος συνέτριβε τὴν καρδιὰ της, γιατὶ ἡ θυγατέρα της ἦταν σὲ πολὺ ἄσχημη κατάσταση ὑποφέροντας ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Θὰ ἦταν πολὺ ἐνδια-φέρον καὶ συγχρόνως πολὺ ὠφέλιμο νὰ παρακολουθήσουμε τὸν διάλογο τοῦ Κυρίου μὲ τὴν Χαναναία καὶ νὰ περιγράψουμε, κατὰ δύναμιν, τὰ στάδια ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέρασε ἡ προσωπικὴ σχέση της μαζὶ Του, ὥσπου νὰ φθάσει νὰ λάβει τὸ ποθούμενο, δηλ. τὴν θεραπεία τοῦ παιδιοῦ της.
Ἀρχικὰ παρατηροῦμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς χρησιμοποιεῖ τὸ ρῆμα «ἐξέρχομαι» τόσο γιὰ τὸν Ἰησοῦ ὅσο καὶ γιὰ τὴν δύστυχη γυναῖκα. Βλέπουμε δηλαδὴ πὼς γιὰ νὰ συναντηθοῦν ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος σὲ μιὰ κοινωνία προσωπικὴ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ «ἔξοδος» καὶ τῶν δύο. Ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ «ἔξοδος» τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὰ τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ «ἔξοδος» τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπησή Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀλίγον πρὸ τοῦ πάθους μᾶς διαβεβαίωσε «ὅτι ἐγὼ παρά τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον. ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω ιστ΄27-28). Καὶ ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν τελεία ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του, τὴν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὶς δικές του ἀσθενεῖς δυνάμεις καὶ ἱκανότητες καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐγκατάλειψή του στὴν ἀγαθὴ καὶ φιλάνθρωπη πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Στὴν συνέχεια τῆς περικοπῆς ἀκούγεται ἡ θερμὴ ἱκεσία της. Κραυγάζει στὸν Κύριο λέγοντας: «Ἐλέησόν με Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.» Πρόκειται γιὰ ὁμολογία ποὺ μόνο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νὰ ἀποκαλύψει στὴν καρδιά της. Ὁμολογεῑ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλῶντας Τον Κύριο, ὁμολογεῖ τὴν μεσσιανικότητά Του ὀνομάζοντάς Τον Υἱὸ Δαβίδ, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ συμπατριῶτες Του Ἰουδαῖοι Τοῦ ἀρνοῦνται τὴν ἰδότητα αὐτὴ καὶ τέλος ζητεῖ τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν ἴδια καὶ ὄχι ἄμεσα γιὰ τὴν κόρη της.
Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἀρχίζει ἡ σκληρὴ δοκιμασία της. Τὸ πρῶτο σκαλοπάτι ποὺ καλεῖται νὰ ἀνεβεῖ εἶναι αὐτὸ τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ. «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Μερικὲς φορὲς μοιάζει ὁ οὐρανὸς νὰ εἶναι κλειστός. Μερικὲς φορὲς ὁ ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος Θεὸς μοιάζει νὰ μὴν ἀκούει, σὰν νὰ μὴν Τὸν ἀγγίζουν τὰ προβλήματά μας, σὰν νὰ μὴν βλέπει ὅτι πονάει ἡ ψυχή, ὅτι ὑποφέρει, ὅτι ἔχει μεγάλη ἀνάγκη.
Ἀκολουθεῖ ἕνα δεύτερο στάδιο. Μετὰ τὴν παρέμβαση τῶν μαθητῶν καὶ τὴν παράκλησή τους νὰ τὴν ἀπολύσει, ὁ Κύριος λύει τὴν σιωπή Του καὶ λέει κάτι ἀλλὰ κατὰ τρόπο ποὺ ἀποκλείει ὁποιαδήποτε βοήθεια πρὸς αὐτὴν τὴν ταλαίπωρη γυναῖκα «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ἐγὼ δὲν ἦλθα στὸν κόσμο παρὰ μόνο γιὰ τοὺς Ἑβραίους καὶ αὐτὴ εἶναι ξένη καὶ ἀλλόθρησκη. Ἐδῶ πλέον καλεῖται ἡ Χαναναία νὰ ἀνέβει ἕνα ἀκόμα σκαλοπάτι πιὸ δύσκολο ἀπὸ τὸ πρῶτο, αὐτὸ τῆς ἀπορρίψεως. Ἔρχονται στιγμὲς ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς βαθιὰ μέσα του τὴν στιγμὴ ποὺ προσεύχεται καὶ προσπαθεῖ καὶ παρακαλεῖ σὰν νὰ ἀπορρίπτεται, σὰν νὰ μὴν εἶναι ἀπὸ τοὺς εὐνοημένους, σὰν νὰ μὴν εἶναι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶ ὁ Θεός, ὅτι εἶναι ἕνας κάποιος ἄλλος, καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι γι’ αὐτὸν εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους.
Μεγάλος πειρασμὸς καὶ μεγάλη δυσκολία. Τί κάνει ὅμως ἡ Χαναναία;
Ἐπιμένει στὴν προσωπικὴ κοινωνία της μὲ τὸν Χριστό. Δηλαδὴ ἐνῶ μέχρι τώρα πήγαινε πίσω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, τώρα ἔρχεται μπροστά Του, πέφτει στὰ πόδια Του καὶ τοῦ λέγει: «Κύριε, βοήθει μοι».
Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ποὺ φαίνεται καθοριστικὴ γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν ὑπερύψωση τῆς Χαναναίας, τὴν ἀνεβάζει στὸ τρίτο σκαλοπάτι τῆς δοκιμασίας της. Ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ ἐξέρχεται ἕνας λόγος σκληρὸς καὶ προσβλητικός, ἀταίριαστος μὲ τὴν γνωστὴ ἤπια καὶ φιλάνθρωπη φρασεολογία Του: «Οὐκ ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις». Ὁ Κύριος κάνει μιὰ φοβερὴ διάκριση. Μιλεῖ γιὰ «τέκνα» καὶ γιὰ «κυνάρια». «Τέκνα» εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ «κυνάρια» ὁ κόσμος τῶν Ἐθνικῶν. Ἄρτος, οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ φύγει κατασκανδαλισμένη μὲ πολλὴ ἀντίδραση καὶ παράπονο, ὅπως συνήθως ἐνεργοῦμε οἱ ἄνθρωποι. Ἡ Χαναναία οὔτε θίγεται οὔτε ἀποθαρρύνεται, ἀλλά ἀντιστρέφει τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπαντᾶ μὲ τρόπο ποὺ φανερώνει τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς πορείας καὶ ζωῆς της.
«Ναί, Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Καὶ μόλις ὁ Κύριος ἄκουσε αὐτὸν τὸν λόγον ἀνεφώνησε μὲ θαυμασμό: « Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις». Καὶ ἡ δαιμονισμένη θυγατέρα τῆς Χαναναίας θεραπεύθηκε ἀμέσως.
Καθὼς ἐδῶ σταματᾶ ἡ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἐμεῖς μένουμε κατάπληκτοι μὲ τὴν ἀπόλυτη καὶ ἰσχυρὴ πίστη τῆς Ἑλλη-νίδας γυναίκας ἀπὸ τὴν Χαναάν, ποὺ ξέρει καὶ ἔχει τὴν δύναμη νὰ ταπεινώνεται, νὰ παρακαλεῖ κραυγάζουσα πρὸς τὸν Θεό, νὰ ἐπιμένει καὶ νὰ ὑπομένει, μέχρις ὅτου λάβει τὸ ζητούμενο.
Παρουσιάζεται μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ ταπεινὰ χωρὶς θράσος καὶ ἀπαιτητικότητα, χωρὶς ἐγωϊστικὸ θέλημα γιὰ τὴν ἱκανο-ποίηση τοῦ ἀνθρωπίνου αἰτήματός της. Αἰσθανόταν ἀσήμαντη μπροστὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ Κυρίου, ἄξια ἀπόρριψης καὶ περιφρόνησης μὰ μὲ ἀκλόνητη τὴν πίστη ὅτι ὁ λόγος Του, ὅποιος καὶ νὰ ἦταν, ἦταν γι’ αὐτὴν λόγος ζωοποιός. Ἔτσι γίνεται ἄξια νὰ τελεσθεῖ τὸ θαῦμα στὴ ζωὴ τὴν δικιά της καὶ τῆς πάσχουσας θυγατέρας της.
Ἄν θλελουμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, στὰ σοβαρὰ νὰ βροῦμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἔχουμε μιὰ λυτρωτικὴ συνάντηση μαζί Του, νὰ εἴμαστε ἀποφασισμένοι ὅτι ἡ ψυχή μας λίγο–πολὺ θὰ περάσει τὰ στάδια αὐτὰ «τῆς σιωπῆς», «τῆς περιφρονήσεως», καὶ «τῆς προσβολῆς» ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
Στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα θὰ χρειασθεῖ νὰ ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ πνευματικὰ ἐφόδια τῆς Χαναναίας γυναίκας, τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ τὴν βαθειὰ ταπείνωση. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Κύριο, νὰ ἔχουμε αἴσθηση τῆς χάριτος καὶ παρουσίας Του στὴ ζωή μας καὶ ἡ καρδιά μας θὰ ἀρχίσει νὰ γίνεται τόπος τῆς ἐμφανείας τοῦ Θεοῦ.
π. Μ.Μ.
|