|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
4η Δεκεμβρίου 2011
Κυριακὴ Ι΄Λουκᾶ (Λουκ. ιγ΄, 10 – 17)
Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ
Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ὁ Κύριός μας ἔδειξε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Στὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ὁ Χριστὸς βρέθηκε σὲ μία συναγωγή, στὸν χῶρο τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ συνάντησε μία γυναίκα ἀξιοθαύμαστη, ἡ ὁποία ἦταν «συγκύπτουσα», δηλ. τὸ σῶμα της πρὶν 18 ὁλόκληρα χρόνια εἶχε χάσει τήν ὄρθια στάση καὶ τὸ πρόσωπό της ἦταν ἕτοιμο να ἀγγίξει τὸ ἔδαφος τῆς γῆς. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ γυναῖκα, ἄν καὶ ἦταν ἄρρωστη σὲ βαρειὰ μορφή, δὲν θεωροῦσε σωστὸ νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριός μας τὴν ἀντάμειψε χαρίζοντάς της τὴν ἀνόρθωση τοῦ σώματός της.
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὅμως παρενέβη ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς συναγωγῆς. Καθὼς τὸ θαῦμα παραγματοποιήθηκε ἐνώπιον ὅλων καὶ ἦταν ἀναντίρρητο, ἐκεῖνος δὲν θέλησε νὰ δοξολογήσει τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου ἀπὸ μία τόσο φοβερὴ ἀρρώστια. Μέσα στὸν ἀρχισυνάγωγο κρύβονταν τὰ πάθη τοῦ μίσους καὶ τοῦ φθόνου ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Δὲν γίνεται νὰ ἀμφισβητήσει τὸ θαῦμα, γιατὶ ὅλοι τὸ εἶδαν. Θέλει νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι παραβάτης τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν σέβεται τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Χρησιμοποιεῖ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ ὡς ἕνα εὔλογο ἐπιχείρημα, ὥστε νὰ κατηγορήσει τὸν Χριστὸ ὅτι δῆθεν μὲ τὰ θαύματά Του καταργεῖ τὴν ἡμέρα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος ὅμως θὰ ἀποκαλύψει τὶς πραγματικὲς διαθέσεις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ θὰ τὸν ἀποκαλέσει ὑποκριτὴ καὶ θὰ διακηρύξει ὅτι ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ δόθηκε γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, νὰ συμπεριφέρεται μὲ τόση σκληρότητα ἀπέναντι σὲ ἕνα συνάνθρωπό του. Ἀντιθέτως, ἔπρεπε νὰ χαίρεται καὶ νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς γυναίκας ἀπὸ μία τόσο μεγάλη ταλαιπωρία. Τὸν χαρακτηρίζει ὑποκριτή, ἐπειδὴ αὐτοπροβάλλεται ὡς ὑπέρμαχος τοῦ Νόμου, προσποιεῖται ὅτι δῆθεν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι δῆθεν τὸν ἐνοχλοῦν οἱ παραβάσεις τους. Στὴν πραγματικότητα ὅμως τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν τὸν ἀπασχολεῖ, ἀλλὰ μόνο αἰσθάνεται ὅτι μὲ τὴν θαυματουργικὴ δράση τοῦ Χριστοῦ κινδυνεύει τὸ κοινωνικὸ κῦρος καὶ ἀπειλοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς θρησκευτικῆς ὁμάδας του.
Ὁ Χριστὸς μέσα στὶς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, καίτοι ἐμφανίζεται ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν, ἐν τούτοις μὲ τοὺς ὑποκριτὲς καὶ τοὺς Φαρισαίους βρισκόταν σὲ μόνιμη σύγκρουση. Πρὸς αὐτοὺς στρέφονταν ἐκεῖνα τὰ «οὐαὶ ὑμῖν …», ὅπως ἀναγράφονται στὸ κβ΄κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Δὲν συμφωνοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὰ ἔργα τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ τοὺς συναναστρεφόταν καὶ μὲ κάθε τρόπο τοὺς βοηθοῦσε νὰ συναισθανθοῦν τὴν ἁμαρτωλότητά τους, ὥστε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ διορθωθοῦν. Δυστυχῶς στοὺς Φαρισαίους ἐλάχιστες πιθανότητες ὑπῆρχαν γιὰ μετάνοια, ἐπειδὴ δὲν συνασθάνονταν ὅτι τοὺς χωρίζει μεγάλη ἀπόσταση ἀπ’ τὸν Θεό.
Ἡ ὑποκρισία ἐξακολουθεῖ νὰ ταλαιπωρεῖ ὅλες τὶς πλευρὲς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων μέχρι σήμερα. Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκφράζουν τὴν πίστη τους στὶς ἠθικὲς ἀξίες, οἱ ἡγέτες τῶν ὑπερδυνάμεων διακηρύσσουν τὴν προσήλωσή τους στὶς ἀρχὲς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Στὴν πράξη ὅμως, ὅλοι αὐτοὶ ποὺ δῆθεν κόπτονται γιὰ τὴν ἠθικὴ καὶ τὸ δίκαιο, ἐνεργοῦν μὲ μοναδικὸ γνώμονα τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τους. Δὲν ἔλειψαν τὰ μεγάλα λόγια γιὰ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου στοὺς τελευταίους αἰῶνες. Δὲν ἔπαυσαν ὅμως χιλιάδες ἀνθρώπων σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη τῆς γῆς νὰ ὑποφέρουν.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα χρησιμοποίησε τὸν Νόμο γιὰ νὰ κατηγορήσει τὸν Χριστὸ ὡς παραβάτη. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν ἔχει ἀντίρρηση στὴν τήρηση τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἄλλωστε ἦταν ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, ἕνα κατάλληλο παιδαγωγικὸ μέσο γιὰ τὴν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπ’ τὴν ἁμαρτία. Ὁ Χριστὸς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν διαστρέβλωση τοῦ Νόμου ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκείας, στὴν τυπολατρεία καὶ στὸ πλῆθος τῶν ἑρμηνευτικῶν διατάξεων, μὲ τὶς ὁποῖες ρυθμίζονταν λεπτομέρειες τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ τύποι ἦταν ἕνα βαρὺ καὶ δυσβάστακτο φορτίο στοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση αὐτῶν τῶν τύπων, αὐτῶν τῶν θρησκευτικῶν συνηθειῶν, δημιουργοῦσε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ψευδαίσθηση ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐπιτυγχάνουν σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Στὴν πραγματικότητα συνέβαινε τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, μέσα στοὺς τύπους νὰ καταργεῖται ἡ οὐσία τοῦ Νόμου καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπομακρύνεται ἀπ’ τὸν Θεὸ, νὰ καυχᾶται ὅτι τηρεῖ τὸν Νόμο καὶ νὰ μὴν ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου. Ἡ οὐσία τοῦ Νόμου εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὴ κρύβεται μέσα στὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ στὸν Νόμο τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου ὄχι μόνο δὲν ἀπέκλειε τὴν εὐεργεσία πρὸς τὸν πλησίον, ἀλλὰ ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἔπρεπε νὰ συμπληρώνεται ἀπ’ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος εἶχε ἰδιαίτερη ἐπιμονὴ στὴν τήρηση τοῦ Νόμου. Δὲν εἶχε ὅμως ἀνάλογη εὐαισθησία στὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα τῆς ἀρρώστιας. Δὲν εὐχαριστήθηκε, ὅταν εἶδε ὅτι μὲ τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ ἡ συγκύπτουσα θεραπεύθηκε. Ὡστόσο οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ ὑπάρχουν γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ νόμοι ψηφίζονται καὶ οἱ θεσμοὶ καθιερώνονται, ὥστε νὰ προάγεται ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἔχουν νόημα οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ νόμοι ὅταν βλάπτεται ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς διεκήρυξε ὅτι «τὸ Σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». Εἶναι ἐντελῶς ἐξωφρενικὸ ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου νὰ καταστρέφεται ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία μεγάλη πληγὴ. Ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται ἰδιατέρως αὐτὸ τὸ πάθος. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅμως μισοῦν τοὺς ὑποκριτὲς, ὅταν καταλάβουν ὅτι κατὰ βάθος δὲν πιστεύουν αὐτὸ ποὺ δείχνει ἡ ἐξωτερική τους συμπεριφορά. Ὡστόσο, ἄς γνωρίζουμε ὅτι ἡ χειρότερη μορφὴ ὑποκρισίας εἶναι στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Εἶναι ὀδυνηρό, καὶ μάλιστα ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, νὰ παρατηρεῖται καὶ σὲ μᾶς ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ νὰ γινόμαστε σκληροὶ καὶ ἄτεγκτοι κριτὲς τῶν συναθρώπων μας.
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς μᾶς ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς ὑποκρισίας. Στοὺς ταλανισμοὺς πρὸς τοὺς Φαρισαίους ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἰσέρχονται στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν ἐπιτρέπουν νὰ εἰσέλθουν.
Εἴθε νὰ μὴν ἰσχύσει αὐτὸ γιὰ μᾶς, ἀλλὰ νὰ ἐκτελοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν ζωὴ μας καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ εὐαρεστεῖται ὁ Θεὸς.
Ἀρχιμ. Ν. Η.
11η Δεκεμβρίου 2011 Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ (Προπατόρων) (Λουκ. ιδ´ 16-24) ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ
«…λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου».
Τὴν πρόσκληση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Θεὸς σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ εἰσέλθει στὴν Βασιλεία Του, μᾶς παρουσιάζει παραβολικὰ ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους, νὰ παρακαθίσουμε στὸ μεγάλο δεῖπνο μὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».
Ἕνας οἰκοδεσπότης διοργάνωσε «δεῖπνον μέγα» καὶ ἔστειλε τὸν δοῦλο του νὰ ὑπενθυμίσει στοὺς καλεσμένους του τὴν πρόσκλησή του, ἀναμένοντας μὲ πολλὴ χαρὰ τὴν ἔλευσή τους γιὰ νὰ τοὺς δεξιωθεῖ. Ὁ καθένας ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες, περιφρόνησε τὴν πρόσκλησή του καὶ ἀρνήθηκε νὰ προσέλθει στὸ ἑτοιμασμένο δεῖπνο. Τότε ὁ οἰκοδεσπότης ὀργισμένος διέταξε τὸν δοῦλο του νὰ φέρει νὰ παρακαθίσουν μαζί του οἱ ἀσθενεῖς, οἱ πτωχοὶ, οἱ ἄστεγοι καὶ ὅσοι ἄλλοι πεινασμένοι καὶ περιφρονημένοι βρίσκονταν «εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος» του.
Ἡ παραπάνω Εὐαγγελική διήγηση ἀποτελεῖ προτύπωση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καὶ ἡ προσέλευση τοῦ καθενός μας στὸ Εὐχαριστιακὸ δεῖπνο καθρεπτίζει τὴν θέση ποὺ κατέχουμε σὲ αὐτό· ἂν δηλαδὴ εἴμαστε γιὰ τὸν Θεὸ κλητοὶ ἤ ἐκλεκτοί. Ἀξίζει ὅμως νὰ ἐντοπίσουμε τοὺς πολλοὺς καὶ σημαντικοὺς συμβολισμοὺς ποὺ ἐμπεριέχονται στὴ διήγηση καὶ νὰ ἐξαγάγουμε τὸ βαθύτερο νόημά της.
Ὁ οἰκοδεσπότης εἶναι ὁ Θεός. Εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι». Ἐνέταξε δὲ αὐτὸν στὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς καὶ δὲν ἀποστράφηκε τὸ πλάσμα του, ὅταν ἐκεῖνο ἀπίστησε στὸ θέλημά Του, ἀλλὰ ἀπέστειλε «τὸν Μονογενῆ του Υἰόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν» -τὸν δοῦλο δηλαδὴ τῆς παραβολῆς-, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρει «εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος». Κλητοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία Του καί, ἀνάλογα μὲ τὴ συμμετοχή μας στὴ ζωή της ἀπολαμβάνουμε ἤ ὄχι τὴν μεγάλη τιμὴ νὰ παρακαθίσουμε ὡς ὁμοτράπεζοι τοῦ Κυρίου στὸ μεγάλο δεῖπνο τῆς Εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Θὰ ἦταν ὅμως ἐξίσου σημαντικὸ νὰ ἐντοπίσουμε καὶ τὶς αἰτίες ποὺ ἐμποδίζουν τὴν ἔλευσή μας στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του καὶ τὶς παγίδες ποὺ στήνει ὁ διάβολος, γιὰ νὰ μᾶς στερήσει τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης μὲ τὸν Θεὸ.
Μὲ τὶς δικαιολογίες: «Ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν» καὶ «Ζεῦγος βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά» ἀπέφυγαν οἱ δύο καλεσμένοι τῆς παραβολῆς τὴν τιμητικὴ πρόσκληση τοῦ οἰκοδεσπότη. Ἡ ἐργασία μας κατὰ κάποιον τρόπο εἶναι ἡ βάση τῆς ὕπαρξής μας. Ἴσως τὴν ἀγαπᾶμε ἢ τὴν μισοῦμε. Μᾶς εὐχαριστεῖ ἢ μᾶς κουράζει. Μπορεῖ νὰ τὴν βλέπουμε ὡς ἕνα ἱερὸ καθῆκον ἢ μία σκληρὴ ἀπασχόληση. Μᾶς κυριεύει ὅμως ἡ ἀγωνία καὶ ἡ ἀπόγνωση, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ τὴν χάσουμε, ὅταν ἀγγίζουμε τὰ ὅρια τῶν δυνατοτήτων μας, τὴν ἔλλειψη ἱκανοτήτων, τὴν ἀγωνία ἢ τὴν νωθρότητα γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς ἀποτυχίας. Ἡ ἀπορρόφηση ἀπὸ τὴν ἐργασία ἤ ἡ ἀπόγνωση τῆς ἀνεργίας ποὺ ταλαιπωρεῖ πολλοὺς ἀνθρώπους σήμερα, συνδυασμένη μὲ τὴν φροντίδα γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τοῦ «ἐπιούσιου ἄρτου», γίνεται κάποτε τόσο ἔντονη, ποὺ δὲν ἀφήνει χῶρο στὴν καρδιά μας καὶ χρόνο στὴ ζωή μας γιὰ ἄλλα ἐνδιαφέροντα.
Ἡ ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν ἐνῶ φαίνεται ἀναγκαία γιὰ τὴν ἐπιβίωσή μας, εἶναι ἰδιαζόντως ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν πνευματική μας ὑπόσταση, ὅταν ἀφοσιωθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀπόλαυσή τους, ἀφοῦ μᾶς στερεῖ τὴν ἀνάγκη τῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ. Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ προσφέρονται πλουσιοπάροχα ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι γιὰ νὰ τὰ θεοποιήσει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ γιὰ νὰ λατρεύσει καὶ νὰ εὐχαριστήσει μέσῳ αὐτῶν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους. Ἡ βιοτὴ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας περίτρανα φανερώνει ὅτι, ἂν δὲν ἀποδεσμευθοῦμε ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δὲν προσκολληθοῦμε στὰ πνευματικά, δὲν μποροῦμε νὰ κληθοῦμε κληρονόμοι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἕνα ἄλλο ἐμπόδιο στὸ κάλεσμα του Θεοῦ μπορεῖ νά γίνει ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους. «Γυναίκα ἔγημα καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν» δικαιολογήθηκε ὁ τρίτος καλεσμένος. Τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τὸν ἀπασχολοῦσε μιὰ βασικὴ ἀνθρώπινη σχέση, ἡ συζυγία. Ἐδῶ δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὰ αὐτονόητα οἰκογενειακὰ βάρη, ἀλλὰ γιὰ τὶς προσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σήμερα τούς ἀπασχολοῦν ἰδιαίτερα. Σχέσεις πού, κάποτε, δὲν ἔχουν εἰλικρίνεια καὶ ἠθική. Σχέσεις ποὺ δὲν στηρίζονται στὴν ἀγάπη ἀλλὰ στὴν ἐκμετάλλευση, καὶ ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδα πάθη, νεκρώνοντας κάθε ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν Θεό.
Βέβαια δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴ ζωή μας χωρὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, χωρὶς τὴν ἀγάπη, τὴ φιλία, τὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀνησυχοῦμε μέχρις ἀπογνώσεως, ὅταν σκεφθοῦμε τὴν ἀπόρριψη, τὴ σκληρότητα καὶ τὸ μῖσος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλες αὐτὲς καὶ ἄλλες φροντίδες καὶ ἀπασχολήσεις, μᾶς κάνουν πολλὲς φορὲς ἀδιάφορους στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ.
Ἀδελφοί μου,
σὲ λίγες ἡμέρες σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία θὰ ἑορτάσει τὴ μεγάλη ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴν Εὐχαριστιακὴ αὐτὴ σύναξη τῶν Χριστουγέννων, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς θὰ θελήσουμε διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριό μας καὶ θὰ κληθοῦμε νὰ συμμετάσχουμε σ̉’ αὐτὸ μὲ τὴν προτροπή: «μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε».
Ἡ πρόσκληση στὸ ἑόρτιο αὐτὸ δεῖπνο ἀπευθύνεται στὰ τίμια μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν ἀπευθύνεται σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ ἔθιμο ἢ ἀπὸ συνήθεια ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ καλό, ὅπως λέγουν, θὰ θελήσουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστοι νὰ συμμετάσχουν, ἀλλὰ ἀπευθύνεται σὲ αὐτοὺς ποὺ μὲ βαθειὰ συναίσθηση τῆς ὑψίστης δωρεᾶς ποὺ θὰ λάβουν, θὰ θελήσουν μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους νὰ γίνουν «σύσσωμοι καὶ σύναιμοι» μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
Κατὰ τὸν πασχάλιο κατηχητικὸ λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδεὶς ἐξέλθῃ πεινῶν». Κανεὶς νὰ μὴ στερηθεῖ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό. Κανεὶς νὰ μὴν ἀδιαφορήσει στὸ κάλεσμά Του καὶ κυρίως, κανεὶς νὰ μὴν ἀπεκδυθεῖ τῆς Χάριτός Του καὶ ὁμοιάσει μὲ τοὺς καλεσμένους τῆς Εὐαγγελικῆς παραβολῆς, ποὺ καταξιώθηκαν ὡς ὁδῖτες τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ δὲν ἀξιώθηκαν νὰ εἰσέλθουν ὡς πολῖτες στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.
π.Ἱ.Σ.
18η Δεκεμβρίου 2011 Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Ματθ. α´ 1-25)
«Καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός».
Εἶχε πολλὲς φορὲς προαναγγείλει ὁ Θεὸς διὰ τῶν προφητῶν αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατὰ ἕνα πολὺ αἰσθητὸ τρόπο θὰ ἔμενε καὶ θὰ συναναστρεφόταν μὲ τοὺς ἀνθρώπους: «Θὰ στήσω τὴν σκηνὴ ἀνάμεσά τους», ὑποσχέθηκε διὰ τοῦ Μωϋσέως, «θὰ κατοικῶ καὶ θὰ περιπατῶ ἀνάμεσά τους, θὰ εἶμαι Θεός τους καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ὁ λαός μου».
Διὰ τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ προανήγγειλε «ἔσται ἡ κατασκήνωσίς μου ἐν αὐτοῖς». Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ καθαρότερα προανήγγειλε τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄπειρος Θεὸς θὰ ἐλάμβανε σάρκα καὶ ὡς Θεάνθρωπος θὰ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ὁ προφήτης Ἠσαΐας. Αὐτὸς εἶπε «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». Καὶ προσθέτει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, «ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός».
Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὸ βαθύτερο νόημα τῶν προφητειῶν αὐτῶν. Δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐννοήσουν ὅτι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖο πίστευαν ὅτι κατοικεῖ στὸν οὐρανό, θὰ ζοῦσε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, θὰ ἔμενε καὶ θὰ συναναστρεφόταν μὲ αὐτούς. Φυσικά, καὶ ὁ δικός μας νοῦς, καίτοι πληροφορημένος ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὴν Θεία χάριν, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει σὲ πλάτος καὶ βάθος τὸ μέγα αὐτὸ μυστήριο.
Ἐμεῖς πιστεύουμε, καὶ πολὺ ὀρθῶς βέβαια, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρών, ὅτι γεμίζει τὰ πάντα μὲ τὴν παρουσία Του, ὅτι δὲν ὑπάρχει σημεῖο οὔτε στὸν ὑλικὸ οὔτε στὸν πνευματικὸ κόσμο στὸ ὁποῖο νὰ μὴν εἶναι παρὼν ὁ ἄπειρος Θεός. Καὶ εἶναι παρὼν ὄχι τμηματικῶς ἀλλὰ ὁ ὅλος Θεὸς σὲ ὅλη τὴν δημιουργία καὶ σὲ κάθε σημεῖο τῆς δημιουργίας. Ἐν τούτοις, σὲ αὐτὴ τὴν ἁπανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ προστίθεται καὶ μία ἄλλη παρουσία Του, αὐτὴ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν λέξη Ἐμμανουὴλ καὶ ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται «ὁ Θεὸς μαζί μας». Αυτό, ὅμως, τί σημαίνει;
Σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων παρουσία καὶ παραμονὴ τοῦ Θεοῦ θὰ εἶναι παρουσία σωτηρίας, πηγὴ δωρεῶν, προσφορὰ τῆς λυτρώσεως, βασιλεία ἐπίγειος μὲ συνέχεια τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ οὐρανοῦ. Θὰ ἐρχόταν, δηλαδή, ὁ Θεὸς κατὰ ἕνα τρόπο πολὺ αἰσθητὸ νὰ φωτίσει τὴν διάνοια τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν πλέον ὑψηλὴ διδασκαλία Του, νὰ λυτρώσει αὐτοὺς ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν παθῶν, νὰ καθαρίσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν συνείδησή τους ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας, νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ τυραννικὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρει ὡς τέκνα ἀγαπητὰ κοντὰ στὸν Θεὸ Πατέρα. Νὰ ἀνοίξει γι’ αὐτοὺς τὸν ἕως τότε κλειστὸ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία Παράδεισο, προσφέροντας ὅλες αὐτές τίς δωρεές προσωπικά στὸν κάθε ἄνθρωπο.
Ὅλα αὐτὰ θὰ πραγματοποιοῦνταν καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ γίνονταν οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ καὶ συμπολῖτες τῶν ἀγγέλων μὲ τὴν λυτρωτικὴ θυσία τοῦ Ἐμμανουήλ, τοῦ Χριστοῦ. Ἔπρεπε, ὅμως, νὰ προηγηθεῖ ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ἡ λυτρωτικὴ θυσία, γιὰ νὰ ἐπακολουθήσει ἡ εἰδική, ἡ πλουσιόδωρος καὶ ἄπειρος εὐεργετικὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας.
Ἄλλοτε εἶχε διακηρύξει ὁ Θεὸς τὴν δίκαιη ἀπόφασή Του νὰ μὴν μείνει μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς τους: «Οὐ μὴ καταμείνῃ», εἶπε, «τὸ πνεῦμα μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας». Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ τὴν λυτρωτικὴ Του θυσία, ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε ὁ Χριστὸς τὴν ἐπίσημη πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος ὑπόσχεση τῆς ἐν μέσῳ αὐτῶν παραμονῆς Του: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος».
Ὡς Ἐμμανουήλ -«Ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν»- τὸν προανήγγειλε ὁ Ἠσαΐας. Ὡς Ἐμμανουήλ -«μεθ’ ἡμῶν εἰμι»- ἀποχαιρετᾶ ὁ Κύριος τοὺς μαθητὲς λίγο πρὶν ἀναληφθεῖ στὸν οὐρανό. Καὶ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι ἡ ἐν μέσῳ τῶν πιστῶν λυτρωτικὴ παρουσία Του δὲν θὰ διακοπτόταν μὲ τὴν Ἀνάληψή Του, ἀλλὰ θὰ συνεχιζόταν ἀδιαλείπτως «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» .
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Ὁ λυτρωτής μας ὀνομάσθηκε Ἐμμανουήλ, ὅταν προφητεύτηκε, φάνηκε ὡς Ἐμμανουήλ, ὅταν γεννήθηκε στὸ σπήλαιο καὶ ὅταν ὡς Θεάνθρωπος «τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Εἶναι καὶ σήμερα Ἐμμανουήλ, γιατὶ βρίσκεται πάντοτε μεταξύ μας , προσφέροντας σὲ ὅλους τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του καὶ τὴ σωτηρία. Καὶ θὰ εἶναι Ἐμμανουὴλ στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, δόξα στὴν ὁποία θὰ συμμετέχουμε.
Καὶ ὁ μὲν Θεάνθρωπος θέλει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς Ἐμμανουήλ· γι’ αυτὸν τὸν λόγο ἔλαβε σάρκα ἀνθρώπινη καὶ προσέφερε τὴν λυτρωτική Του θυσία, γιὰ νὰ εἶναι πάντοτε μαζί μας. Ἀλλὰ ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτό μας ἕνα ἐρώτημα: Θέλουμε καὶ ἐμεῖς πάντοτε νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Θεό;
Καλὰ καὶ εὐλογημένα Χριστούγεννα.
π.Ἀ.Σ.
|