ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Κυριακὴ Δ΄Λουκᾶ (Λουκ. Η΄ 5-15)
(16η Ὀκτωβρίου 2011)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ



Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Βρισκόμαστε στὴν ἐποχὴ τοῦ φθινοπώρου, ὅπου γίνεται ἡ σπορὰ πολλῶν καὶ διαφόρων σπόρων μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς καρποφορίας. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν νὰ διαβάζεται σήμερα ἡ θαυμάσια καὶ παραστατικὴ παραβολὴ τοῦ Σπορέως.

Ὁ Κύριός μας χρησιμοποίησε τὴν ὡραιότατη αὐτὴ παραβολή, γιὰ νὰ διδάξει τὴν ἀξία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὅταν οἱ μαθητὲς τὸν ἐρώτησαν ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς παραβολῆς, ἀπάντησε ὅτι ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Πρῶτος καὶ ἀνυπέρβλητος σπορέας εἶναι ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ ὅσοι διδάσκουν μὲ τὸν προφορικὸ ἢ γραπτὸ λόγο τὸ θέλημά Του.

Χωράφι εἶναι οἱ ψυχὲς τῶν ἀκροατῶν τοῦ θείου κηρύγματος, ποὺ καρποφορεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν καλή τους προαίρεση.

Ὁ πνευματικὸς σπόρος τοῦ θείου λόγου εἶναι ἐξαιρετικὸς σὲ ποιότητα καὶ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλον. Πολλοὺς αἰῶνες πρὶν ὁ προφήτης Δαβὶδ εἶχε πεῖ μὲ θαυμασμό: «Πόσο εἶναι γλυκὰ τὰ λόγια σου, Κύριε! Εἶναι πιὸ γλυκὰ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι τὸ μέλι στὸ στόμα μου» (ψαλμ.118.103). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε διακηρύξει ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός. Εἶναι ὀξύτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι ποὺ φθάνει στὰ βάθη τοῦ ψυχικοῦ καὶ τοῦ σωματικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου» (Ἑβρ. 4.12). «Εἶναι λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὰ βήματά μου καὶ φῶς ποὺ διαλύει τὰ σκοτάδια στοὺς δρόμους τῆς ζωῆς» (ψαλμ 118.105), σύμφωνα πάλι μὲ τὸν Δαβίδ.

Ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι αἰώνιος καὶ ἀξεπέραστος, ἔτσι καὶ ὁ λόγος Του “ζῆ καὶ οὐκ ἐσβέσθη’’ τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποστατικός, δηλαδὴ δημιουργικός, διότι ὅπως λέει ἡ Γραφὴ «μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (ψαλμ 32.6).

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «σπείρεται» στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου μὲ πολλοὺς τρόπους: μὲ τὴν μελέτη, μὲ τὴν προσωπικὴ ἀκρόαση, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα τῶν χριστιανῶν ποὺ τὸν ἐφαρμόζουν στὴν καθημερινὴ ζωή τους.

Ὁ Κύριός μας μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του παρήγγειλε στοὺς μαθητές Του: «Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ.16.15). Τοὺς ἀνέθεσε τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς σπορᾶς ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀλήθεια. Ὁ φλογερὸς ἀπόστολος Παῦλος διερωτᾶται : «πῶς θὰ σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἐὰν δὲν πιστέψουν στὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή; Ἀλλὰ πῶς θὰ πιστέψουν ἐὰν δὲν πληροφορηθοῦν γιὰ Ἐκεῖνον; Καὶ ἀκόμη, πῶς θὰ πληροφορηθοῦν, ἐὰν δὲν τοὺς μιλήσει καὶ διδάξει κάποιος;»(Ρωμ. 10.14).

Χωρὶς τὴν πνευματικὴ σπορὰ δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τοὺς καρποὺς τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι δύσκολο καὶ πρέπει νὰ γίνεται μὲ κατάλληλη προετοιμασία ἀπὸ τὸν ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ μελέτη καὶ προσευχή, διότι ὅπως εἶναι γραμμένο: «προτοῦ μιλήσεις στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν Θεό, νὰ μιλήσεις, δηλαδὴ νὰ προσευχηθεῖς, στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σὲ ἀκοῦν». Ἔτσι ὁ λόγος τοῦ κηρύγματος ἀποκτᾶ τὸ «χρῖσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ ἀναμοχλεύει τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν.

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκροατὲς τοῦ κηρύγματος νὰ μὴν εἶναι παγεροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἀλλὰ προσεκτικοὶ καὶ ἔνθερμοι. Πόσο ὠφέλιμο θὰ εἶναι νὰ παρακαλοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ φωτίσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸν κήρυκα τοῦ λόγου!

Σήμερα, δόξα τῷ Θεῷ, ὁ λόγος Του μεταδίδεται μὲ πολλοὺς τρόπους στὴν ὀρθόδοξη πατρίδα μας. Ἐμπνευσμένοι ἱεροκήρυκες, βιβλία καὶ περιοδικά, ραδιοφωνικοὶ σταθμοὶ καὶ ἐκπομπὲς τηλεόρασης πασχίζουν νὰ «θρέψουν» πνευματικὰ τὸν λαό μας. Ἄλλωστε, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει μόνον μὲ τὸ ψωμί· «οὐκ ἐπ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ.4.4). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄρτος μὲ τὸν ὁποῖον τρέφονται ὅσοι πεινοῦν γιὰ τον Θεό.»

Κατὰ τὴ σημερινὴ Κυριακὴ ἐξ ἄλλου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ὁρίσει νὰ γίνεται ἡ ἔναρξη τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων. Μέσα στὸν κατακλυσμὸ τῶν ποικίλων ρευμάτων καὶ αἱρέσεων ποὺ μεταδίδονται χωρὶς συστολὴ ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα ἐνημέρωσης, περισσότερο βλάπτονται οἱ νέοι. Ἂς ἀγκαλιάσουμε ὅλη αὐτὴ τὴν προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προτρέψουμε τὰ παιδιά μας νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι γνήσιος φίλος καὶ προστάτης τῆς νεότητος. Ἕνας θεολόγος ἔλεγε πὼς «κάθε καλὸς χριστιανὸς εἶναι καὶ ἕνας γνήσιος ἱεραπόστολος».

Σήμερα κυκλοφοροῦν πολλὰ μεταλλαγμένα τρόφιμα, τὰ λεγόμενα «ὑβρίδια». Ἐὰν αὐτὰ τὰ ἀποφεύγουμε, διότι ἀποτελοῦν ὕβρη γιὰ τὸ φυσικὸ περιβάλλον, ἂς προφυλάξουμε τὴ χρυσὴ νεότητα καὶ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ «ὑβρίδια» ποὺ δηλητηριάζουν τὴν ψυχή τους.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί!

Ἕνας εὐλαβὴς μοναχὸς ἐπισκέφθηκε κάποιον γέροντα καὶ σοφὸ ἐρημίτη· «Γέροντα», τοῦ εἶπε· «Εὐλόγησον καὶ εἰπέ μοι λόγον ἵνα ζήσω». Δὲν τοῦ εἶπε πές μου λόγον ἀγαθὸν γιὰ νὰ μάθω.

Τὸ κήρυγμα δὲν τὸ ἀκοῦμε μόνον γιὰ νὰ μάθουμε, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ βιώσουμε πραγματικὰ μὲ ὅλο τὸ εἶναι μας, ὀντολογικὰ ὅπως λέγεται, τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν οὐράνιο σπόρο.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Φιλάνθρωπο Δεσπότη Χριστὸ νὰ μᾶς δίνει τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας Του, γιὰ νὰ ἀνοίγουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, ὥστε νὰ κατανοοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀμήν.

π. Π.Κ.









Κυριακὴ ΣΤ΄Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 26-39)
(23η Ὀκτωβρίου 2011)

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ

Τὴν τραγικὴ πραγματικότητα τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Σατανᾶ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴ δυνατότητα ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸ κακὸ, ποὺ παρέχει πάντα ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, ἀποκαλύπτει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφερόμενος στὸ γεγονὸς τῆς μετάβασης τοῦ Κυρίου στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν καὶ τῆς συνάντησεώς Του μὲ ἄνδρα «ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν», διαπιστώνει τὸ διαβρωτικὸ καὶ καταστρεπτικὸ ρόλο τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων στὸ ἀνθρώπινο γένος μέσα στοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ παράλληλα φανερώνει τὴν καταλυτικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς κατὰ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν κάνει λόγο στὸ σύγχρονο κόσμο γιὰ τὸν δαίμονα καὶ τὶς δυνάμεις του, δὲν σημαίνει ὅτι παραπέμπει τὸν ὀρθολογιστὴ ἄνθρωπο νὰ ψάξει νὰ τὸν βρεῖ στὶς τερατόμορφες παραστάσεις ἄλλων ἐποχῶν, γιὰ νὰ τὸν ἐκφοβίσει. Ἀλλὰ ἀπευθύνεται μὲ σκοπὸ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἀνιχνεύσει μέσα ἀπὸ τὰ γεγονὸτα τῆς ζωῆς του τὴν κρυπτόμενη παρουσία καὶ ἐπέμβασή του, τονίζοντας παράλληλα τὴν παρήγορη ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος ἦρθε «ἵνα καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον».

Εἶναι ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα πὼς ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κομπάζει γιὰ τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ του, γιὰ τὴν πολύπλευρη ἐπιστημοσύνη του, γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογίας του, γιὰ τὰ κατοχυρωμένα δικαιώματά του, καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν ἀσύδοτη ἐλευθερία του καὶ τὴν ἀσύλληπτη δυνατότητά του σὲ κάθε τομέα τῆς ζωῆς. Στὸν κόσμο αὐτὸ ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας σήμερα περὶ δαιμονίων ξενίζει, προκαλεῖ, ἀμφισβητεῖται, παραπέμπει στὸ σκοταδιστικὸ παρελθόν, ἀφοῦ ὅ,τι μᾶς βασανίζει, ἡ χωρὶς βάθος γνώση μας τὸ περιορίζει στὴν ψυχικὴ ἀνισορροπία.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ σκληρὰ περιστατικὰ τοῦ καθημερινοῦ ἀβίωτου πλέον βίου μας, δηλαδὴ ἡ ἀπουσία τῆς ἀνθρωπιᾶς, ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, ἡ ἀποκαθήλωση τῶν ἰδεωδῶν, τὸ ἀναποδογύρισμα τῶν ἀξιῶν, τὸ γκρέμισμα τῶν θεσμῶν, ἡ ἀποτυχία τῶν πολιτικοκοινωνικῶν μας συστημάτων, ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας, ἡ ἐπίμονη ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐντοπίσουμε τὴ διαβρωτικὴ παρέμβαση τοῦ προαιώνιου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορὰ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς στὸ ἀλλοιωμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου. Στὴ δύστυχη αὐτὴ ὕπαρξη, κύρια χαρακτηριστικὰ συμπεριφορᾶς ἔγιναν ἡ διάθεση γυμνότητας, ἡ ἔλλειψη μέτρου, ἡ ἀπροθυμία κοινωνικότητας, ὁ πόθος παραμονῆς σὲ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ἡ ἀφηνιασμένη δύναμη στὰ χέρια, ὥστε νὰ σπάζει ἀκόμη καὶ ἁλυσίδες, ἡ θορυβώδης ἐμφάνιση, ἡ μανιώδης ἐπίθεση καὶ τέλος, ἀκόμη χαρακτηριστικότερος, ὁ φόβος τοῦ δαίμονα νὰ ἀντικρύσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα, ἐξακολουθοῦν καὶ ὑφίστανται στὴν πολιτισμένη κοινωνία μας τέτοια χαρακτηριστικὰ μὲ κυριότερες ἐκδηλώσεις τὶς συμπεριφορὲς ἀναρχικῶν, τρομοκρατῶν, ληστῶν, ἀπατεώνων, τὴν ἀπειλὴ τῶν πάσης φύσεως βιαστῶν, ἐμπόρων ναρκωτικῶν καὶ γενικὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων νὰ ἑνώσουν τὶς δυνάμεις τους σὲ κοινωνία προσώπων. Χαρακτηρίζεται δὲ αὐτὴ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ μοναξιὰ τῶν μελῶν της, ἀπὸ τὴν γενικευμένη ἐπικράτηση τοῦ κακοῦ, ἀπὸ τὴν αὔξηση τῆς ἐγκληματικότητας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιμονή τῶν ἀνυποψίαστων «προοδευτικῶν» ποὺ ἀποκλείουν ἐπιστημονικῶς τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν μεθοδεία τοῦ διαβόλου.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, θεμελιωμένη στὴν ἁγιογραφικὴ μαρτυρία καὶ στὴν Πατερική σοφία, δίνει πειστικὲς ἐρμηνεῖες γιὰ ὅσα συμβαίνουν, γνωρίζοντάς μας πὼς τὰ δαιμόνια εἶναι προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου μὲ συνείδηση καὶ ἐλευθερία. Μᾶς διδάσκει ἐπίσης ὅτι τὸ κακὸ προϋ-ποθέτει ὑπευθυνότητα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι αὐθύπαρκτο, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀφηρημένη πραγματικότητα, ἀλλὰ καρπός ἐλεύθερης πράξης καὶ ἀποτέλεσμα συνειδητοῦ σκοποῦ.

Πολυσήμαντη ἀκόμη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι τὸν δαίμονα τὸν δημιούργησε ἡ φιλαυτία του, ὁ ἐγωισμός του καὶ ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτὸ καὶ σκοπός του ἔκτοτε ἔγινε ἡ κυριαρχία του ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔργο του ἡ διάσπαση τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο.

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ διάβολος ἐπιδιώκει τὴν προσωρινὴ ἢ καὶ τὴν αἰώνια ἐξόντωση τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέλαβε, ἐπίσης, τόν ρόλο τοῦ ὑποβολέα τοῦ κακοῦ στὴν ἐλεύθερη συνείδηση καὶ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, μισῶντας τὴν ἁρμονία, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅμως οἱ ἐνέργειές του, οἱ σκοποί του καὶ οἱ δυνάμεις του καταλύονται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του.

Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων συνεχίζει στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὸ παρατεινόμενο στὴν ἱστορία ἀναστημένο σῶμα Του. Μέσα στὸ πνευματικὸ αὐτὸ ἐργαστήριο ὁ Θεὸς ἐπιστρατεύει τοὺς ἁγίους Του, οἱ ὁποῖοι διεξάγουν ἀόρατο πόλεμο κατὰ τοῦ διαβόλου, ποὺ μεταχειρίζεται ἀνθρώπους καὶ φυσικὰ φαινόμενα, γιὰ νὰ καταστρέψει τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ ὀνόματος «λεγεών», δηλαδὴ τῆς ὕπαρξης χιλιάδων δαιμόνων μέσα στὸν δαιμονισμένο.

Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διασώσει καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν ὕπαρξή του, ὅταν συνειδητὰ καὶ ἐλέυθερα ἐντάξει τὸν ἑαυτό του στὴν κοινωνία τῶν ἁγίων· στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔνταξη αὐτὴ ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῆς μοναξιᾶς καὶ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστὸς τότε ἀποθεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δὲν κινδυνεύει πιά, ἐπειδὴ μετέχει στὴν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καταλύονται, δηλαδὴ καταργοῦνται, οἱ διασπαστικὲς δυνάμεις τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου.

Ἀδελφοί μου,

τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ἀξία τῆς μετοχῆς σ’ αὐτὴν τὴν μυστηριακὴ ἑνότητα ποὺ μᾶς διασώζει, μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε περισσότερο μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς πρωτοχριστιανικῆς, ξεχωριστῆς σὲ τυπικὸ Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποῖα τελεῖται σὲ πολλοὺς Ἱεροὺς Ναούς, μὲ ἀφορμὴ τὴ μνήμη του σήμερα. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ πρόσωπο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν καθολική του ἐπιστολὴ ὑπογραμμίζει τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ αὐθεντικὴ πίστη στὸν Χριστό ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα ἀγάπης. Ὑπαινίσσεται ὅμως καὶ κάτι ποὺ συνήθως ξεχνᾶμε, ὅτι μόνον ἐν Χριστῷ ξαναβρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας ἀκυρώνοντας ὅσα μᾶς χωρίζουν καὶ μᾶς διαιροῦν. Ἔτσι ὑπερνικοῦμε τὴ διάσπαση καὶ βιώνουμε τὴν ἑνότητα καὶ τὴ σωτηρία.

π. Ι.Κ.









Κυριακὴ Ε΄Λουκᾶ (Λουκ. ιστ΄ 19-31)
(30ὴ Ὀκτωβρίου 2011)

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΤΩΧΟΣ

Δύο ἀνθρώπους μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ παραβολή, δύο ἀντίθετους κόσμους· τὸν πλούσιο, ποὺ μὲ πολυτελέστατα βασιλικὰ ἐνδύματα καὶ καθημερινὲς διασκεδάσεις ξοδεύει τὰ πλούτη του σὲ φαγοπότια καὶ ἀπολαύσεις καὶ τὸν Λάζαρο, γνωστὸ γιὰ τὴν μεγάλη του φτώχεια καὶ τὴν ὑποδειγματική του ὑπομονή. Δὲν εἶχε σπίτι νὰ μείνει, ἀλλὰ πεταμένος στὴν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου, ἄρρωστος καὶ γεμᾶτος πληγές, μάζευε τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι, γιὰ νὰ χορτάσει κάπως τὴν πεῖνα του. Ἦταν τόσο ἀσθενικός, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ διώξει τοὺς σκύλους ποὺ ἔπεφταν ἐπάνω του καὶ ἔγλειφαν τὶς πληγὲς στὸ μισόγυμνο κοκκαλιάρικο σῶμα του.

Ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα καὶ ἔκλεισε τὰ μάτια του ὁ φτωχὸς Λάζαρος. Καὶ τότε ἄγγελοι φωτεινοὶ πῆραν τὴν ψυχή του καὶ τὴν μετέφεραν στὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, στὸν Παράδεισο. Ἀλλὰ καὶ ὁ πλούσιος κάποια μέρα πέθανε καὶ τάφηκε μεγαλοπρεπῶς. Στὸν Ἅδη ὅμως ποὺ πῆγε ἡ ψυχή του, τὰ πράγματα ἦταν πολὺ διαφορετικά. Oἱ ὅροι τώρα εἶχαν ἀντιστραφεῖ. Ὁ φτωχὸς Λάζαρος ἦταν μέσα στὸ φῶς καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου, ἐνῶ ὁ πλούσιος μέσα στὸ καμίνι τῆς κολάσεως.

- Πάτερ Ἀβραάμ, φωνάζει ἀπεγνωσμένα τώρα ὁ πλούσιος, λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βουτήξει τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὴν γλῶσσα μου. Ὑποφέρω μέσα στὴ φλόγα τοῦ Ἅδη.

- Ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Ἀβραάμ, ἀπόλαυσες τὰ πλούτη σου, ὅμως ὁ Λάζαρος πέρασε τὴ ζωή του μέσα στὶς θλίψεις. Ἐδῶ στὸν Παράδεισο τώρα αὐτὸς παρηγορεῖται γι’ αὐτὰ ποὺ ὑπέφερε, ἐνῷ ἐσὺ βασανίζεσαι. Τώρα, καὶ νὰ θέλεις, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπικοινωνήσεις μαζί του, διότι μεταξύ μας ὑπάρχει μεγάλο χάσμα, ἄβυσσος· κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς ἐδῶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔλθει σὲ σᾶς, οὔτε ἀπὸ σᾶς νὰ ἔλθει στὸν Παράδεισο. «Μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται».

Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί τὸ χάσμα αὐτὸ εἶναι ἀγεφύρωτο καὶ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἀποφύγει.

Γιατὶ τὸ χάσμα αὐτὸ νὰ εἶναι ἀγεφύρωτο; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἀγάπη νὰ ἀφήνει τοὺς κολασμένους αἰωνίως μακριά Του στὸν τόπο τῆς βασάνου; Δὲν μπορεῖ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης νὰ πάρει κοντά Του στὸν Παράδεισο τοὺς κολασμένους;

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἐξηγοῦν τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ δύσκολο θέμα. Μᾶς λένε πὼς τὸ χάσμα αὐτὸ τὸ ἀδιαπέραστο δὲν τὸ ἐδημιούργησε ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ τὸ δημιουργεῖ ὁ κάθε ἄνθρωπος μόνος του. Διότι ἡ ἐμμονὴ κάθε ἄνθρώπου στὴν ἁμαρτία δημιουργεῖ στὴν ψυχή του ἕξη καὶ ὑποδούλωση, ποὺ ἐξελίσσεται μέχρι πωρώσεως καὶ σκληρύνσεως πλήρους. Τὸ χάσμα δημιουργεῖται πρῶτα στὴν ψυχή μας κι ἀκολούθως ἐκδηλώνεται στὸν τρόπο ποὺ ζοῦμε.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σ’αὐτὴν τὴν ζωὴ ἐγκαταλείψει τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο του, τότε γι’ αὐτὸν ὅλα ἐπιτρέπονται. Ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, τοὺς γύρω του, τὸ αἰώνιο μέλλον του. Μεθᾶ μέσα στὶς μάταιες ἀπολαύσεις. Ἡ ζωή του γίνεται ἔτσι μιὰ διαρκὴς ἀχόρταγη ἀκόλαστη δίψα γιὰ ὅ,τι ἁμαρτωλό. Μαυρίζει ἡ ψυχή του, ἀγριεύει καὶ σκοτεινιάζει τὸ βλέμμα του. Καὶ ὅσο περισσότερο βυθίζεται μέσα στὶς ἀνέσεις καὶ ἡδονές, τόσο περισσότερο τὸ χάσμα βαθαίνει. Διότι τὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰώνια ζωὴ ἢ τὴν αἰώνια κόλαση τὴν χαράσσουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωὴ ἀνάλογα μὲ τὶς ἐπιλογές μας. Κάθε ἡμέρα ποὺ περνᾶ μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ πρὸς τὸν αἰώνιο τόπο τῆς χαρᾶς ἢ τῆς δυστυχίας μας. Ὥσπου κάποια μέρα, συγκλονιστικὴ γιὰ ὅλους μας, ἀποχαιρετοῦμε τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο καὶ ἀντικρύζουμε τὶς συνέπειες τῶν ἐπιλογῶν μας.

Ἀλλὰ τότε εἶναι πλέον ἀργά. Ἡ κατάσταση αὐτὴ παγιώνεται μὲ τὸν θάνατο καὶ δὲν μπορεῖ πλέον ὁ ἄνθρωπος κατόπιν στὴν ἄλλη ζωὴ νὰ τὴν ἀλλάξει. Διότι, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἡ διάθεση καὶ προθυμία γιὰ μετάνοια στὸν Ἅδη ἀπρακτεῖ. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ὅτι ἡ μετάνοια στὸν Ἅδη δὲν εἶναι δυνατή, ἐφόσον ἡ ψυχὴ τῶν ἀμετανοήτων δὲν μπορεῖ πλέον νὰ τραπεῖ, νὰ ἀλλάξει δηλαδή. Ἡ κόλαση εἶναι ὁ δεύτερος θάνατος, ὁ αἰώνιος, ὁ ὁριστικός, ποὺ δὲν ἐπανορθώνεται. Γι’ αὐτό, ὅταν πεθάνουν οἱ ἄνθρωποι ἀμετανόητοι μέσα στὶς ἁμαρτίες τους, δὲν μποροῦν πλέον νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς βασάνου καὶ νὰ διέλθουν ἀπὸ τὸ μεγάλο χάσμα. Ἡ κατάσταση τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλῶν εἶναι πλέον παγιωμένη καὶ ἀμετάβλητη. Εἶναι πλέον ἀργὰ γιὰ ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ τῆς καταστάσεώς τους ἢ γιὰ ὁποιαδήποτε ἀνακούφισή τους. Ὅπως μᾶς λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ μεγαλύτεροι ἅγιοι τοῦ οὐρανοῦ δὲν μποροῦν νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς καταδίκους τῆς κολάσεως, γιὰ νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους εἶχαν κάποια φιλία ἢ ἀναστροφὴ στὴν ἐπίγεια ζωή τους. Εἶναι πλέον ἀδύνατον.

Πῶς λοιπὸν ἐμεῖς μποροῦμε νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τὸν φοβερὸ αὐτὸ χάσμα τῆς ἄλλης ζωῆς;

Ἀντὶ νὰ κλάψουμε αὔριο γιὰ μιὰ κατάσταση ἀφόρητη καὶ ζοφερή, ἂς κάνουμε αὐτὸ ποὺ μποροῦμε σήμερα, μᾶς συμβουλεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγοντας: «Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς γλυτώσει τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἀπὸ τὸ χάσμα αὐτό, ἐὰν ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν προσέξουμε, ἐὰν δὲν ἐκμεταλλευθοῦμε τὰ πνευματικὰ ἐφόδια αὐτῆς τῆς ζωῆς». Καὶ συνεχίζει: «Πρόλαβε μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς σου, μήπως ἔλθει ξαφνικὰ ὁ θάνατος καὶ δὲν θὰ ἔχει πλέον ἰσχὺ ἡ θεραπεία τῆς μετανοίας». Στὸν Ἅδη μετάνοια δὲν ὑπάρχει.

Ὅμως σ’αὐτὴ τὴ ζωὴ μποροῦμε νὰ ἐργασθοῦμε τὸ ἀγαθὸ γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὸ φοβερὸ καμίνι της κολάσεως. Ἔχουμε τόσες εὐκαιρίες· ὄχι μόνον τὸν Μωσέα καὶ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ ἔχουμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο βοηθὸ καὶ συμπαραστάτη μας. Ἔχουμε τὸν ἀλάνθαστο λόγο Του νὰ μᾶς καθοδηγεῖ καθημερινὰ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μία σταθερὴ πορεία καὶ σὲ ἔργα μετανοίας, ἀγάπης, φιλανθρωπίας, ἀρετῆς. Ἔχουμε τὰ ἱερὰ μυστήρια· τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τὸ ὁποῖο λευκαίνει τὸ χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν αἰώνια εὐτυχία μας. Ἔχουμε τὸν πνευματικό μας Πατέρα νὰ μᾶς καθοδηγεῖ σὲ ζωὴ ἀρετῆς καὶ χάριτος. Ἔχουμε τὸ ὑπερφυὲς μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, τὸ ὁποῖο μᾶς δίδεται «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἔχουμε τὰ πάντα. Αὐτὸ ὅμως ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ δική μας διάθεση καὶ προθυμία γιὰ νέα ζωή, ζωὴ μετανοημένη, ἀναγεννημένη, ζωὴ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Ἀδελφοί, τὸ μόνο βέβαιο γεγονὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ θάνατός μας. Ὅλοι κάποτε θὰ πεθάνουμε. Δὲν ξέρουμε τὸ πότε καὶ τὸ πῶς. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ξέρουμε σίγουρα εἶναι τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴν ὥρα αὐτὴ τῆς ἀναχωρήσεώς μας πρὸς τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ ὅσο ἔχουμε καιρό, ἂς προετοιμασθοῦμε, ἂς ἀγωνισθοῦμε, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, στὴν οὐράνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

π. Χ.Μ.