ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Κηρύγματα μηνὸς Νοεμβρίου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν



Κυριακὴ 1η Νοεμβρίου
Ἑορτὴ ἁγίων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων
καὶ τῆς μητρὸς αὐτῶν Θεοδότης

Σήμερα, ἀδελφοί, 1η Νοεμβρίου, ἑορτάζουμε τὴν μνήμη τῶν ἁγίων θαυματουργῶν Ἀναργύρων. Ἐγκωμιάζουμε δυὸ ἀδέλφια, τὸν Κοσμᾶ καὶ τὸν Δαμιανό, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀσία. Γιορτὴ ἐπίσης πρὸς τιμὴν ἁγίων ὁμωνύμων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ κάνουμε καὶ τὸ καλοκαίρι τὴν 1η Ἰουλίου. Ἐκεῖνοι οἱ θαυματουργοὶ Ἀνάργυροι ἦσαν Ρωμαῖοι. Οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι ἐτελείωσαν τὸν ἐπὶ γῆς βίο τους ἐν εἰρήνῃ, ἐνῷ οἱ ἐκ τῆς Ρώμης στεφάνωσαν τὴν ἁγία ζωὴ καὶ δράση τους μὲ μαρτυρικὸ θάνατο. Καὶ πόση ἀνάγκη ἔχουμε ἀπὸ τὶς γιορτές, ὄχι σὰν τρόπο ἢ εὐκαιρία ἀνέσεως, ἀλλὰ σὰν φανέρωση καὶ ψηλάφηση τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, λίγη ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ τὸ πῶ. Ἐνθυμούμεθα τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο ποὺ κάνει τὴν ἐξῆς διαπίστωση: «Βίος ἀνεόρταστος ὁδὸς μακρά, ἀπανδόχευτος».

Γιορτὴ ἁγίων, ἀδελφοί, σημαίνει πὼς ὑπάρχει πηγὴ γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε, ἀφοῦ «ἐδίψησε ἡ ψυχή μου ἐν γῇ ἐρήμῳ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ» (ψαλμ. 62ος ,1), ὅπως ἡ ἐποχή μας. Καὶ ἐπειδὴ οἱ γιορτὲς εἶναι εὐκαιρίες πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ, μετανοίας καὶ ἐλπίδας, ἂς προσπαθήσουμε μὲ λίγα λόγια νὰ ἐπαινέσουμε τοὺς γιοὺς τῆς ἁγίας Θεοδότης, τὸν Κοσμᾶ καὶ Δαμιανό, τοὺς Ἀσιᾶτες ἁγίους Ἀναργύρους καὶ ἂς τολμήσουμε νὰ ἀντιγράψουμε τὶς ἀρετές τους μιμούμενοι τὴν χριστομίμητη ζωή τους. Οἱ γονεῖς τῶν ἐγκωμιαζομένων ἁγίων ἦσαν ἀντίθετοι ὡς πρὸς τὸ θρήσκευμα. Ὁ πατέρας εἰδωλολάτρης· ἡ μητέρα χριστιανή, φιλόθρησκη, εὐσεβής. Γυναίκα ἀνδρεία, μὲ σθένος καὶ λεβεντιά, ποὺ δὲν λύγισε ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της οὔτε ὁ σταυρὸς τῆς χηρείας τὴ γονάτισε. Ἀνέθρεψε τὰ δυὸ παιδιά της «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» καὶ φρόντισε γιὰ τὶς σπουδές τους. Τὰ βοήθησε νὰ σπουδάσουν τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη· νὰ γίνουν ἰατροί.

Πρὶν οἱ Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς σπουδάσουν κοντὰ στοὺς σοφοὺς τῆς ἐπιστήμης τὴν ἰατρική, εἶχαν σπουδάσει κοντὰ στὴν εὐλαβῆ μητέρα τους τὴν πίστη στὸν Σωτῆρα Χριστό, τὴν εὐσέβεια, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἀγάπη. Τέλειοι συνεπῶς ἐπιστήμονες γιατροὶ καὶ τέλειοι, ἐνάρετοι χριστιανοί, γεμᾶτοι ἀγάπη, ὁπλισμένοι μὲ τὴν σοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, τὴ χάρη καὶ τὴ θαυματουργία, θεραπεύουν ἀδιακρίτως κάθε νόσο καὶ κάθε ἀσθένεια ἀνθρώπων καὶ κτηνῶν καί, ἐπειδὴ εἶχαν ὅσα χρειάζονταν γιὰ τὴν συντήρησή τους, καμμιὰ ἀμοιβή, οὔτε σὲ εἶδος οὔτε σὲ χρῆμα, ἔπαιρναν. Ὅλο δὲ τὸ θεραπευτικό τους ἔργο τὸ ἐνέπνεε ἡ πίστη πρὸς τὸν Ἀναστάστα Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἰδιαιτέρως τὸν πάσχοντα· γι’ αὐτὸ κατὰ τὴ σημερινὴ γιορτή τους ἀκούγεται τὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ εἶναι ὕμνος πρὸς τὴν ἀγάπη.

Ἔζησαν ὅλη τους τὴν ζωὴ ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὸ γνήσιο νόμισμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν χάνει ποτὲ τὴν ἀξία του, τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει». Μὲ τὴν ἀγάπη ἐλάμπρυναν τὴν ἐπιστήμη τους σὰν εὐεργετικοὶ καὶ ἀγαθοὶ γιατροί. Μὲ τὴν ἀγάπη ἀπεδείχθησαν καὶ ἀνακηρύχθηκαν θαυματουργοί. Μὲ τὴν ἀγάπη δόξασαν τὴν πίστη τους, ἀφοῦ μὲ αὐτὴ τὴν ἐβεβαίωναν καθημερινά. Μὲ τὴν ἀγάπη ἔζησαν τὴν ἐπίγειο ζωή τους καὶ εἰρηνικὰ τὴν τελείωσαν, γιὰ νὰ εἰσέλθουν ἔνδοξοι καὶ μακαριστοὶ στὸ χῶρο τῆς αἰωνίου ἀγάπης. Οἱ ἑορταζόμενοι ἅγιοι Ἀνάργυροι ἐθεράπευαν τότε ποὺ ζοῦσαν ἐπὶ γῆς· θεραπεύουν καὶ τώρα ποὺ βρίσκονται στοὺς οὐρανούς, θαυματουργικῶς.

Γι’ αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, ἀσθενεῖς καὶ πονεμένοι ἀλλὰ καὶ ὑγιεῖς τρέχουμε στοὺς ναοὺς ποὺ πανηγυρίζουν τὴ μνήμη τους, τρέχουμε γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε, νὰ γίνουμε καλά, ν’ ἀνακτήσουμε τὴ πολύτιμη ὑγεία μας. Ὅταν αὐτὸ τὸ τρέξιμο, αὐτὴ ἡ προσέλευση, συνοδεύεται μὲ πίστη, μὲ εὐλάβεια, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ μετάνοια καὶ ταπείνωση, τότε χαρίζει ὁ Κύριος τὸ ποθούμενον διὰ τῆς «ἐπισκέψεως» τῶν ἁγίων Ἀναργύρων. Ἀδελφοί μου· ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς ψάλλει· «Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δότε ἡμῖν». Αὐτὸ ὅμως θὰ πραγματοποιηθῆ, ὅταν ὅλοι μας ἐμπνευσθοῦμε καὶ ἀντιγράψουμε τὶς ἀρετὲς τῶν ἑορταζομένων ἁγίων, κυρίως ὅμως τὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης ποὺ εἶναι καὶ σύσταση τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Κυρίου μας ἡ μεγάλη Ἐντολή.









Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου
Ἑορτὴ τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ
καὶ πασῶν τῶν οὐρανίων δυνάμεων

Ἱερὴ λειτουργικὴ ἀναστάσιμη σύναξη ἀλλὰ καὶ φαιδρὴ πανήγυρη πρὸς τιμὴν τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ «πασῶν τῶν τιμίων, ἐπουρανίων, θείων, ἀΰλων, νοερῶν δυνάμεων Ἀσωμάτων» γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ λόγος λοιπὸν σήμερα γιὰ τὰ λειτουργικὰ αὐτὰ πνεύματα, τὰ «εἰς διακονίαν καὶ σωτηρίαν» ἡμῶν ἀποστελλόμενα. Τιμοῦμε σήμερα τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους καὶ Ἀρχαγγέλους, τοὺς ἁγίους Ταξιάρχες καὶ τοὺς λοιποὺς ἁγίους Ἀσωμάτους, οἱ ὁποῖοι ἔνδοξοι καὶ μακαριστοὶ παραστέκουν στὸ θρόνο τῆς θείας μεγαλειότητος καὶ ὑμνοῦν ἀσταμάτητα τὸν Κύριο τῆς δόξης. Τιμοῦμε τὰ «Χερουβεὶμ» καὶ τὰ «Σεραφεὶμ» «τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα καὶ βοῶντα» τὸν τρισάγιον ὕμνον. Τιμοῦμε ἐπίσης σήμερα τὸν φύλακα Ἄγγελο τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς, «τὸν πιστὸν ὁδηγόν, τὸν φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων ἡμῶν». Αὐτὸν ποὺ μᾶς προστατεύει σὲ κάθε ἀνάγκη καὶ πειρασμὸ καὶ θλίψη καὶ σώζει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ διαφυλάττει τὴ ζωή μας ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ κόσμου.

Ὑπάρχει σὲ μᾶς ἔλλειμμα πίστεως, διαφορετικὰ θὰ βλέπαμε ἀγγέλους καὶ Ἀρχαγγέλους νὰ κατεβαίνουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μᾶς βοηθοῦν συμβάλλοντας μὲ τὶς ἀγγελικές τους δυνάμεις στὸ ἔργο τῆς ψυχικῆς σωτηρίας μας. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀκατάπαυστη δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τὸ κύριο ἔργο τους, ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς ἐμᾶς ὡς διάκονοι καὶ ὑπηρέτες τῆς δικῆς μας σωτηρίας. Πολὺ ἐκφραστικὰ καὶ λυρικὰ ἡ τῶν οὐρανίων στρατιῶν χάρις διὰ τῶν Ἀρχιστρατήγων παρέχεται σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους, μὲ τὴν σκέπη τῶν πτερύγων τῆς ἀΰλου δόξης Αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώνουν ἡμᾶς ὡς ταξιάρχαι τῶν ἄνω δυνάμεων, ὅπως χαρακτηριστικὰ στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τους ψάλλουμε.

Ἀδελφοί. Οἱ ἐπιθέσεις καὶ οἱ προσβολὲς τοῦ πονηροῦ, οἱ πειρασμοί, εἶναι εὐκαιρίες νὰ αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία καὶ τὴν βοήθεια τοῦ φύλακα ἀγγέλου τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἰδιαίτερα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν ἀγγέλων, τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ. Τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τῆς ἑορτῆς καὶ στὸ δοξαστικὸ τῶν Αἴνων ψάλλει: «Ὅπου ἐπισκιάσῃ ἡ χάρις σου Ἀρχάγγελε, ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις, οὐ φέρει γὰρ τῷ φωτί σου προσμένειν ὁ πεσὼν Ἑωσφόρος. Διὸ αἰτοῦμέν σε, τὰ πυρφόρα αὐτοῦ βέλη τὰ καθ’ ἡμῶν κινούμενα, ἀπόσβεσον τῇ μεσιτείᾳ σου, λυτρούμενος ἡμᾶς ἐκ τῶν σκανδάλων αὐτοῦ, ἀξιοΰμνητε Μιχαὴλ Ἀρχάγγελε». Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀπευθύνεται καὶ στοὺς δυὸ Ἀρχαγγέλους, Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ἀναφωνεῖ: «Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, λειτουργοὶ θείας δόξης τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοὶ καὶ ἀρχηγοὶ ἀσωμάτων αἰτήσασθε τὸ συμφέρον ἡμῶν καὶ τὸ μέγα ἔλεος». Ὅμως ἀγαπητοί μου, οἱ δυὸ Ἀρχιστράτηγοι, ὁ προσωπικὸς ἄγγελος τοῦ καθ’ ἑνὸς ἀπὸ μᾶς ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι ποὺ θέλουν καὶ ἐπιδιώκουν τὴ σωτηρία μας, γιὰ νὰ μᾶς προστατεύουν καὶ νὰ μᾶς βοηθοῦν θέλουν νὰ μᾶς βλέπουν νὰ ὑπακοῦμε ὅπως καὶ αὐτοὶ στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πειθαρχοῦμε σ’ αὐτό. Τότε οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι γίνονται γιὰ μᾶς πιστοὶ φύλακες, ἄγρυπνοι φρουροὶ καὶ γενναῖοι ὑπερασπιστές. Ἐπιτίθενται ἐναντίον τοῦ σατανᾶ καὶ τὸν συντρίβουν.

Ἀδελφοί. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς πληρώνουν μεγάλα ποσὰ γιὰ νὰ ἔχουν φύλακες, σωματοφύλακες κ.λπ. Σὲ μᾶς ὁ Θεὸς χάρισε δωρεὰν «Ἄγγελον εἰρήνης φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν». Μὴ τὸν διώχνουμε μὲ τὴν ἄτακτη καὶ ἁμαρτωλὴ ζωή μας.

Ἀμὴν.









Κυριακὴ 15 Νοεμβρίου

Δυὸ πολὺ ἐκφραστικὲς εἰκόνες μᾶς φανερώνει σήμερα, ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς στὸ ἀναστάσιμο Κάθισμα τοῦ πλαγίου δευτέρου ἤχου. Ἡ μία μᾶς ἀποκαλύπτει «τὸν Τάφο ἀνεῳγμένον» καὶ τὴν Μαρία νὰ χαίρεται καὶ νὰ κραυγάζη «ὁ Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἡ ἄλλη τὸν Ἅδη πικρὰ νὰ ὀδύρεται καὶ νὰ θρηνῆ, γιατὶ ὅλοι ὅσοι ἦσαν θαμμένοι στὰ μνήματα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔπαψαν ν’ ἀνήκουν στὴν κυριαρχία του. «Ἐπικράνθη ὁ Ἅδης», γιατί ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ κάθε ἐξουσία. «Ἐπικράνθη», γιατί «κατηργήθη καὶ ἐνεκρώθη καὶ ἐδεσμεύθη». Ἂς θυμηθοῦμε, ἀδελφοί, πώς «Πρὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἧτο φοβερὸς ὁ θάνατος, ὁ Ἅδης, στοὺς ἀνθρώπους. Μετὰ τὸ ἔνδοξο πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, εἶναι «φοβερὸς ὁ ἄνθρωπος τῷ θανάτῳ», γιατί τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νίκη τῆς δικαιοσύνης κατὰ τῆς ἀδικίας, νίκη τῆς ἀλήθειας κατὰ τοῦ ψεύδους.

Βγεῖτε λοιπὸν φοβισμένοι καὶ ἀπελπισμένοι Ἀπόστολοι γιὰ δουλειὰ στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου καὶ «κηρύξατε τὸν τῆς Ἀναστάσεως λόγον», προτρέπει ἡ Μαρία ἡ Εὐαγγελίστρια. Πεῑτε, τοὺς παροτρύνει, σ’ ὅλο τὸν κόσμο τὴν μεγάλη ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως. Διακηρύξατε μὲ θάρρος ὅτι ὁ Κύριος μας, ὁ Χριστός, ἀναστήθηκε προσφέροντας σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἔλεος, συγγνώμη καὶ σωτηρία. Μὴ διστάζετε, Μαθητὲς καὶ Ἀπόστολοι, νὰ μπῆτε μὲ θάρρος στὸν καινούργιο ἀμπελῶνα, ποὺ εἶναι ἕτοιμος γιὰ τὴν πρωτόγνωρη καλλιέργεια, καὶ μόνο μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως μπορεῖ νὰ πετύχη. Πεισθεῖτε «ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος» ὅτι κανένα ἄλλο ἱστορικὸ γεγονὸς δὲν εἶναι σημαντικότερο καὶ ἰσχυρότερο καὶ πιὸ φωτεινὸ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἀπὸ «τὸν τῆς Ἀναστάσεως λόγον». Καὶ ὁ τῆς «Ἀναστάσεως λόγος» ἀποτελεῖ ἀφετηρία φωτισμοῦ, ἀφοῦ μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ «τὰ πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια».

Πόσο ὡραῖα πράγματι τὸ πνευματικὸ σκηνικὸ περιγράφεται στὸ Κάθισμα ποὺ ψάλλουμε στὸν Ὄρθρο! Ὁ τάφος τοῦ Κυρίου ἀνοιχτός, ὁ Ἅδης κλαίει καὶ εἶναι σκυθρωπός, νευρικός, ἡ Μαρία γεμάτη χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμὸ παροτρύνει τοὺς Ἀποστόλους ν’ ἀφήσουν τὴν κρύπτη, νὰ πάψουν νὰ φοβοῦνται. Γεμάτη ὑπερηφάνεια γιὰ τὴν ἐμπειρία της βροντοφωνάζει μὲ θάρρος· ἐσεῖς καὶ μόνο ἐσεῖς, Μαθητές, μπορεῖτε νὰ διακηρύξετε στὸν κόσμο ὅτι ἔλεος καὶ σωτηρία, ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ αἰώνιος ζωὴ ξεπήδησε ἀπὸ τὸν Τάφο Ἐκείνου ποὺ φυλασσόταν μὲ διπλοβάρδιες στρατιωτῶν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους.

Ἀδελφοί, ὁ Ἀναστημένος Κύριός μας δὲν ἀρκέσθηκε στῆς Μαρίας τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν προτροπή. Ἐμφανίστηκε καὶ στοὺς Μαθητὲς καὶ ἀπὸ τότε αὐτοὶ ὡς γνήσιοι ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος, μὲ ἀκαταμάχητο ἐξοπλισμὸ τὴν πίστη καὶ αὐτὸ ποὺ εἶδαν ὀργώνουν κάθε γνωστὸ σημεῖο τῆς γῆς. Ἐμᾶς, ἀδελφοί μου, τὸ μήνυμα καὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ μᾶς ἀγγίζει, ἀναπτερώνει τὶς ἐλπίδες, γιγαντώνει τὴν θέληση, ἀνανεώνει τὸ φρόνημα, μᾶς ἐμπνέει γιὰ ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς; Ἂν ναί, τότε πιστέψαμε ὅτι «Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως». Ἂν ὄχι, τότε εἴμαστε σὲ σήραγγα σκοτεινὴ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ βγοῦμε ἀπ’ αὐτὴν ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται.

Ἀδελφοί μου. Εἶναι ἱεροπρεπὲς καὶ θεάρεστο νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς συνεχιστὲς στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Νὰ γίνουμε ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος. Νὰ παραδώσουν σὲ μᾶς τὴν σκυτάλη οἱ Ἀπόστολοι. Γι’ αὐτὸ ἂς λάβουμε φῶς ἀπὸ τὸ τῆς Ἀναστάσεως φῶς, γιὰ νὰ φωτίσουμε τὴν ψυχή μας, ἂς πάρουμε μὲ τὴν προσευχὴ εἰρήνη ἀπὸ τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ μας, γιὰ νὰ γαληνεύση ἡ καρδιά μας, καὶ τέλος ἂς προσθέσουμε λίγη φλόγα, λίγη φωτιὰ ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης Του, γιὰ νὰ μείνη ἡ καρδιά μας «καιομένη» Ἀμήν.









Κυριακὴ 22 Νοεμβρίου

Βαρὺς λέγεται ὁ ἦχος μὲ τὸν ὁποῖο ἀποδίδονται τὰ ψαλλόμενα ἀναστάσιμα Τροπάρια τῆς σημερινῆς Κυριακάτικης λειτουργικῆς συναντήσεώς μας, ἀδελφοί, ἀλλὰ καὶ «βαρέα» σὲ σπουδαιότητα, ἀξία καὶ μεταφυσικὴ τὰ μηνύματα ποὺ ἐκπέμπονται, βαρὺς λέγεται ὁ ἦχος ποὺ ψάλλουμε «βαρύς» ἐλπίζουμε νἆναι καὶ ὁ προβληματισμὸς τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς σχετικὰ μὲ τὴ θέση μας ἔναντι τοῦ Ἀναστάντος. Γιατί ὁ Ἀναστὰς εἶναι ζωὴ καὶ «ἡ ζωὴ ἐν τῷ τάφῳ ἀνέκειτο» καὶ «σφραγὶς ἐν τῷ λίθῳ ἐπέκειτο». Στὸν τάφο βρισκόταν ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ λόγους ἀσφαλείας οἱ Ἰουδαῖοι, σὰν σφραγῖδα ἀπάνω στὴν πέτρα καὶ γύρω-γύρω, εἶχαν τοποθετήσει στρατιῶτες-φύλακες. Χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν «ὡς βασιλέα ὑπνοῦντα» οἱ στρατιῶτες «ἐφύλαττον Χριστόν». Οὐδόλως ὑποψιάζονται ὅτι συγχρόνως « ἄγγελοι τὸν ἐδόξαζον ὡς Θεὸν ἀθάνατον» οἱ δὲ εὐαγγελίστριες γυναῖκες μὲ ἐνθουσιασμὸ βροντοφώναζαν: «Ἀνέστη ὁ Κύριος», μεγάλη εὐεργεσία γιὰ τὸν κόσμο τὸ ἔλεός Του, μεγάλη χαρὰ γιὰ τὸν κόσμο ἡ θυσία Του. Εὐφραίνονται τὰ οὐράνια, ἀγάλλονται τὰ ἐπίγεια.

Οὔτε ὁ τάφος οὔτε τὸ σφράγισμα αὐτοῦ μὲ τὴν βαρειὰ πέτρα οὔτε φύλακες οὔτε στρατιῶτες οὔτε τὸ πρωινὸ σκοτάδι ἐμπόδισαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ποιὰ πράγματι ἐπίγεια δύναμη θὰ μποροῦσε νὰ κρατήση στὸν Τάφο στὴν φθορά, τὴν δύναμη καὶ τὴν ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός; Ποιὰ ἐπίγεια ἐξουσία θὰ μποροῦσε ν’ ἀντισταθῆ στὸ πρόσταγμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος γιὰ τοῦτο ἦλθε στὸν κόσμο «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του»;

Δύναμη καὶ ζωή, φῶς καὶ χαρά, εἰρήνη καὶ μακαριότητα εἶναι ὁ «ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν». Καὶ σ’ ὅσους Τὸν πιστεύουν σὰν Σωτῆρα καὶ λυτρωτὴ καὶ εὐεργέτη ἀλλὰ καὶ ζωοδότη τοὺς χαρίζει τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν δυνατότητα «τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» καὶ σὰν πρίγκιπες τοὺς προικίζει μὲ φῶς, δύναμη, ζωή, χαρά, εἰρήνη ἐλπίδα. Ὅσοι ἀπὸ μᾶς μετέχουμε μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὰ ἱερὰ μυστήρια στὴ ζωή Του, ἀντλοῦμε δύναμη ἀπὸ τὴν Δύναμή Του. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε ἡ πηγὴ τῆς δυνάμεως καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ στοὺς χριστιανούς, γι’ αὐτὸ ἀναδείχθηκαν δυνατοὶ στὶς σκληρὲς δοκιμασίες καὶ τοὺς διωγμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μήπως ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε; Ὅτι δηλ. ἡ ἐποχή μας εἶναι δύσκολη, ἀντιφατική; Ὅτι συνεχῶς καὶ νέοι πειρασμοὶ ἐμφανίζονται στὴ ζωή μας, ἀφοῦ «ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» καὶ διαρκῶς ἀνανεώνει τὸ στόλο του καὶ τὸ στρατηγεῖο του καὶ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἐφευρετικός; Τάχα εἶναι ψέμα πὼς μᾶς πρόδωσαν ὅλοι; Εἶναι φαντασία πὼς ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος παρακολουθεῖ ἀμήχανος ὅσα συμβαίνουν καὶ ἄλλοι συμβιβάζονται, ἄλλοι ὅμως ἀναλογίζονται· «σήμερα πιὰ ὑπάρχει κάποιος γιὰ νὰ τοῦ μιλήσω, γιὰ νὰ μ’ ἀκούση;»

Ὑπάρχει, ἀδελφοί. Εἶναι «τὸ φῶς ἐκ φωτός», ὁ ἀναστὰς Χριστός. Ἂν ἐμεῖς διατηροῦμε τὴν καθαρότητα τῆς σκέψης μας, τὴν χλωρίδα τῆς καρδιᾶς μας, ἂν παραμένουμε καθαροὶ ἀπὸ «παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος», ἂν ἔμμεσα καὶ ἄμεσα ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας, φωτίζουμε μὲ τὸ παράδειγμά μας, ξεχωρίζουμε γιὰ τὸ φρόνημά μας, τότε ἡ ζωή μας εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ποὺ «ἀνέτειλε ἐκ τοῦ Τάφου». Τί καὶ ἂν ὑπάρξουν δυσκολίες, πειρασμοί, σκάνδαλα, ζημιές; Ὁ ἀθάνατος Θεός, ὁ ἀναστημένος Χριστός, ἐνδυναμώνει, ἐνισχύει, φωτίζει, χαροποιεῖ καὶ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἐλπίζει ὅτι «πάντα ἰσχύει ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι Χριστῷ». Φίλοι μου. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε: «Μεθ’ ἡμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28-20). Ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέτειλε ζωὴ καὶ φῶς καὶ χαρὰ ἀλλὰ καὶ δύναμη ἀπὸ τὸν ἄδειο Τάφο, ὁ Ζωοδότης εἶναι πάντοτε κοντά μας. Ἂς τὸν κρατήσουμε λοιπὸν στὸ σπίτι μας, στὴν ψυχή μας μὲ τὴν προσευχή μας, τὴν διαγωγή μας, τὸν καθημερινὸ ἀγῶνα μας γιὰ τὴν ἀρετή, ὥστε νά ’μαστε ἀκμαῖοι, δυνατοὶ καὶ σ’ ὅλη τὴν ἀγωνιστικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας νἆναι δίπλα μας, ἰδιαίτερα σήμερα ποὺ δὲν ἔχουμε πουθενὰ ἀλλοῦ ν’ ἀκουμπήσουμε. Γένοιτο.









Κυριακὴ 29 Νοεμβρίου

«Ἀνέστης ἐκ νεκρῶν», Κύριε, «καὶ Ἄγγελος φωτὸς ταῖς γυναιξὶν ἐβόα» «παύσασθε τῶν δακρύων». Εἶναι πολὺ φυσικό, πολὺ ἀνθρώπινο, ὁ θάνατος νὰ γεμίζει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων μὲ πόνο καὶ συναισθήματα λύπης· δάκρυα γεμίζουν τὰ μάτια. Πόσο μᾶλλον ὅταν πρόκειται «διὰ τὸν Διδάσκαλον». Οἱ εὐλαβεῖς καὶ ταπεινὲς μαθήτριες δὲν ἤθελαν νὰ κρύψουν τὰ δάκρυά τους γιὰ τὸν ἄδοξο θάνατό Του καὶ τὰ δάκρυά τους ἔγιναν δάκρυα χαρᾶς, ὅταν φωτεινὸς ἄγγελος τὶς βεβαιώνει ὅτι «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν ἡ ζωὴ τῶν ἁπάντων». Ἀκόμα, βαθιὰ συγκινημένες ἀκοῦνε τὸν «Ἄγγελο φωτὸς» νὰ τὶς παρακινῆ: «εὐαγγελίσασθε τοῖς Ἀποστόλοις», νὰ τοὺς φανερώσουν δηλ. τὸ χαρούμενο μήνυμα, νὰ τοὺς ἀποκαλύψουν τὸ ὑπέροχο ἄγγελμα, νὰ τοὺς φέρουν τὸ ὡραῖο μαντᾶτο, τὴν εὐλογημένη πληροφορία «ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὁ Κύριος». Ἐνθουσιάζονται, ὅταν κατανοοῦν τὴν μεταβολή τῶν συναισθημάτων τους ἀπὸ λύπη σὲ χαρὰ καὶ κυρίως ὅτι αὐτές, οἱ Μυροφόρες, γίνονται εὐαγγελίστριες, ἀφοῦ πρῶτες ἀκοῦνε ὅτι ὁ Διδάσκαλός Τους «ὁ εὐδοκήσας σῷσαι ὡς Θεὸς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων»

«Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν». Σκουπίζουν τὰ μάτια τους ἀπὸ τὰ δάκρυα. Οἱ πηγὲς τῶν πικρῶν δακρύων, ἔγιναν πηγὲς δακρύων χαρᾶς γιὰ τὴν καινούργια ἡμέρα ποὺ ἀνέτειλε στὸν κόσμο. Θάνατος σημαίνει λύπη, πόνος, δάκρυα. Ὅμως «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι» οὔτε λύπη οὔτε πόνος οὔτε δάκρυα οὔτε θάνατος ὑπάρχει ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Ἀδελφοί μου. Πόσες φορὲς καὶ ἐμεῖς δὲν νοιώθουμε τὰ μάτια μας νὰ γεμίζουν δάκρυα ἀπὸ τὴν μιὰ ἢ τὴν ἄλλη δοκιμασία; Καὶ ὅταν αὐτὴ παρατείνεται, τότε μὲ μεγάλη ἀγωνία, προσδοκοῦμε τὴν ἀνατολὴ μιᾶς νέας ἡμέρας, γιὰ νὰ στεγνώσουν τὰ δάκρυά μας. Πόσες φορὲς δὲν λαχταρήσαμε, δὲν ποθήσαμε, τὸν ἐρχομὸ ἑνὸς «Ἀγγέλου φωτός», γιὰ νὰ παρηγορηθοῦμε ἢ γιὰ νὰ μᾶς ἀναγγείλη μιὰ νέα εὐλογία τοῦ Θεοῦ; Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ἐπίκαιρο καὶ ἀπαραίτητο νὰ ἀναρωτηθοῦμε. Τί ἔχουμε κάνει, πόσο καὶ πῶς ἔχουμε προετοιμασθῆ, ὥστε νὰ δικαιούμαστε νὰ ἐλπίζουμε στὸν ἐρχομὸ τοῦ ἀγγέλου ποὺ θὰ μᾶς παρηγορήση ἢ θὰ μᾶς ἀναγγείλη τὴν νέα εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ θ’ ἀκούσουμε «παύσασθε τῶν δακρύων»; Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι οἱ ἄγγελοι δὲν λένε ποτὲ ὄχι. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε δεκτικοὶ τῆς παρουσίας τους. Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς, ἀνοχὴ στὶς δυσκολίες, πίστη ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἐπιτρέψη νὰ δοκιμασθοῦμε πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀντέχουμε. Ἐμεῖς παροργίζουμε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας τὸν φύλακα ἄγγελό μας. Μιὰ λαϊκὴ παροιμία λέει : «ὁ διάβολος ἐξαφανίζεται μὲ τὸ λιβάνι». Ὅμως καὶ ὁ Ἄγγελός μας ἀπομακρύνεται ἀπὸ μᾶς μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὴν ἀμετανοησία μας. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι τὰ μάτια μας γεμᾶτα δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ φόβου. Καὶ ἂν κάποιες φορὲς δὲν εἶναι αὐτὰ δάκρυα ὁρατά, εἶναι γιατί ἡ ἁμαρτία μᾶς προσφέρει δυνατότητα φτιασιδώματος καὶ γιατί ἡ ὑποκρισία σήμερα εἶναι ἐπιστήμη· εἶναι μιὰ τραγικὴ πραγματικότητα.

Εἶμαι σίγουρος, ἀγαπητοί μου, πὼς ὅλοι θέλουμε ἀπὸ ὅλους «πᾶν δάκρυον» νὰ ἐκλείψη. Ὅλοι θέλουμε καὶ προσμένουμε «Ἄγγελο φωτὸς» νὰ μᾶς ὑποδείξη: «Παύσασθε τῶν δακρύων». Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γονατίσουμε καὶ μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια νὰ ἱκετεύσουμε τὴν ζωὴ τῶν «ἁπάντων», τὸν Ἀναστημένο Ἰησοῦ· «Γνώρισον ἡμῖν ὁδὸν ἐν ᾗ πορευσόμεθα», «Παῦσον ἀφ’ ἡμῶν τοῦ ὀδυρμοῦ τῶν δακρύων». Βοήθησέ μας νὰ ὑπομένουμε, νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ἐλπίζουμε σὲ Σένα. Γιατί τότε ἡ λύπη θὰ γίνη χαρὰ καὶ εἶναι βεβαιωμένο ὅτι τὰ ὅποια δάκρυά μας θὰ στεγνώσουν στὸν οὐρανό. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Ἀναστὰς Χριστός, ὁ Κύριος θὰ ἀποδώση βραβεῖο γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα μας.