ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Κηρύγματα μηνὸς Ἰουνίου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν



7 Ἰουνίου Κυριακὴ Η΄ἀπὸ τοῦ Πάσχα
Ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς

«ἐν ᾗ ἐορτάζομεν Πνεύματος ἐπιδημίαν
καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν»

(Ἀπόστ. Πράξ. 2, 1-11)

«Ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμενοι γλῶσαι ὡσεὶ πυρὸς ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν». Μὲ σεισμικὴ δόνηση ἐμοίαζε, ἀδελφοί μου, τὸ φύσημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐμοίαζε μὲ καταιγίδα καὶ ἀνεμοθύελλα ποὺ ξέσπασε ἀπὸ ψηλὰ καὶ χτύπησε τὴν γῆ. «Ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης βιαίας πνοῆς καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι». Τὸ ἐπίκεντρο τοῦ μεγάλου θαύματος ἦταν τὸ ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ τοὺς συγκεντρωμένους Ἀποστόλους, ποὺ πρόσμεναν τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ὑπόσχεση ἐκείνη ἔγινε πραγματικότητα καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πραγματικότητα τὴν ζοῦνε καὶ οἱ μαθητὲς ἀλλὰ καὶ οἱ χιλιάδες τοῦ συγκεντρωμένου λαοῦ.

Ὅμως γιατὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φανερώθηκε μὲ πύρινες γλῶσσες; Τί νὰ σημαίνουν; Ἡ φωτιά, ἀδελφοί, ἔχει τρεῖς ἰδιότητες. Φωτίζει, θερμαίνει, καθαρίζει. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα-ἰδιότητες μεταδίδονται καὶ στοὺς Ἀποστόλους. Καὶ πρῶτον μὲν τοὺς φωτίζει, τοὺς διδάσκει. Τὸ μυαλό τους διευρύνεται καὶ πληροφοροῦνται ὅσα ὣς τώρα δὲν μπόρεσαν νὰ κατανοήσουν. «Ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν». Πρίν ἀπὸ τὸ πάθος Του ὁ Κύριος εἶχε δώσει ὑπόσχεση στοὺς μαθητές Του, προλέγοντας ὅτι «ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, Ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν (Ἰωάν. 14, 36) καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπανέλαβε ὅτι «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθεια». Οἱ προρρήσεις τοῦ Ἰησοῦ ἐπαληθεύονται. Οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ γίνονται ὄργανα τῆς θείας χάριτος, ὄργανα τῆς θείας σοφίας, γίνονται δάσκαλοι «καὶ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν». Ὁ φωτισμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τόσο ἰσχυρός, ὥστε «ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι». «Ὥστε ἐξίσταντο πάντες καὶ ἐθαύμαζον» (Πράξ. 2, 4 & 7-8). Εἶχε στὸ πρόσωπό τους ἐκπληρωθῆ ἡ τοῦ προφήτη Ἰωήλ προφητεία «ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκαν προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν». Ἔτσι λοιπὸν μὲ τὸν θεῖο φωτισμὸ «πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι τῆς Ἁγίας Τριάδος».

Ἡ φωτιὰ ὅμως, ἀδελφοί, δὲν φωτίζει μόνο, ἀλλὰ καὶ φλογίζει. Καὶ οἱ ἔνδοξοι μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ δειλοὶ γίνονται ἀτρόμητοι, ἀπὸ διστακτικοὶ ὁρμητικοί, ἀπὸ ράθυμοι καὶ φοβισμένοι, ἄγρυπνοι καὶ ἄφοβοι. Ἐνθυμοῦνται τώρα τὰ λόγια τοῦ Διδασκάλου «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. 1-8) καὶ ἀνακάλεσαν στὴ μνήμη τους τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος». Ἀδελφοί, ἡ φωτιὰ ἔχει φωτιστικὴ καὶ καυστικὴ δύναμη ἀλλὰ καὶ καθαρτική. Ὅπως ὁ ἀναμμένος ἄνθρακας εἶχε καθαρίσει τὴν γλῶσσα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, ἔτσι καὶ οἱ πύρινες γλῶσσες καθάρισαν καὶ ἁγίασαν τὶς καρδιὲς τῶν Ἀποστόλων. Ἔγιναν «καινὴ κτίσις».

Ἀπὸ τὴν φωτιὰ καθαρίζεται, ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ σκουριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐμεῖς Πεντηκοστὴν ἑορτάζοντες καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν θελήσαμε νὰ καθαρισθοῦμε, νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν σκουριὰ τῆς ψυχῆς μας; Ἂς ἀφήσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ κατακάψη κάθε ρύπο καὶ κάθε πονηρία ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Ἂς ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ δεχθῆ τὸν φωτισμό, τὴν φλόγα, τὴν καθαρτικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι μόνο θὰ ἀναγεννηθοῦμε, θὰ δικαιωθοῦμε καὶ ἡ προσευχή μας θὰ εἶναι θερμή. Ἂς παρακαλοῦμε· «Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε... ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος» «καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν».









14 Ἰουνίου Κυριακὴ Α΄ Ματθ. Τῶν Ἁγίων Πάντων (Ἀπόστ. Πράξ. 11, 33 & 12,2)

«Δί’ ὑπομονῆς τρέχομεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα»

Στὸν ἀγῶνα ποὺ προβάλλει μπροστά μας θὰ πρέπη νὰ τρέξουμε, ἀδελφοί μου, μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή. Πρίν ἀπὸ μᾶς τὸν τρέξανε τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων καὶ ἡρώων τῆς πίστεως, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους γιορτάζει καὶ πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ὁμολογητές, Ἀναχωρητές, Ὅσιοι, Πατέρες τερμάτισαν ἔνδοξα καὶ στεφανωμένοι θριαμβευτὲς μπῆκαν στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Στὰ ἀχνάρια τους λοιπὸν καὶ ἐμεῖς. Στὸ δρόμο ποὺ χάραξαν ἐκεῖνοι, κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια σημαία. Πρωτοπόροι ἐκεῖνοι, στρατιῶτες ἐμεῖς. Σταυροφόροι ἐκεῖνοι, σταυροφόροι καὶ ἐμεῖς. Σὲ ποιοὺς ὅμως ἀγῶνες καὶ πῶς θὰ ἀγωνισθοῦμε;

Ὅταν, ἀδελφοί μου, ὁ θεοκίνητος ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ καὶ προτρέπει ἀντοχὴ καὶ προσοχὴ στὸν προκείμενο «ἡμῖν ἀγῶνα» δὲν ἐννοεῖ μόνο τοὺς ἀγῶνες τοῦ μαρτυρίου ἀλλὰ προπάντων τοὺς πνευματικούς. Τοὺς δοξασμένους ἀγῶνες γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἁμαρτία μοιάζει μὲ ἀδέξια πινελιὰ ἢ μὲ ἕνα μουτζούρωμα ποὺ χαλάει ὅλον τὸν καλοφτιαγμένο πίνακα. Ἡ ἀδέξια αὐτὴ πινελιὰ προσβάλλει τὸν ἴδιο τὸν τεχνίτη, τὸν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι θηρίο ἀγριεμένο, θηρίο ποὺ βρυχᾶται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Τί μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος περὶ αὐτοῦ; «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμω τῆς ἁμαρτίας»( Ρωμ. 7, 23). Εἶναι σαγηνευτικὸ τῆς ἁμαρτίας τὸ τραγούδι. Ὁ ἀγώνας δύσκολος, ὁ πόλεμος σκληρὸς μὰ ἡ νίκη δίνει φτερά. Χειμώνας εἶναι ἡ ἁμαρτία ὅμως «δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος». Ἀλλὰ καὶ ἡ νίκη σίγουρη, ἀφοῦ ἡ Γραφὴ μᾶς διαβεβαιώνει «ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι, περὶ τῆς ἀληθείας καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπέρ σου» (Σοφ. Σειρ. 4-28).

Ἀδελφοί, τὰ ἡρωϊκὰ καὶ μεγάλα ἔργα ποὺ σφραγίζονται μὲ τὴν ἀθανασία, γίνονται στὸ ἐργαστήριο τῆς ἐπιμονῆς. Ὁ στρατιώτης, γιὰ νὰ νικήση πρέπει νὰ πολεμήση μὲ θάρρος. Ὁ σπουδαστής, γιὰ νὰ ἐπιτύχη καλὲς ἐπιδόσεις, πρέπει νὰ ἱδρώση, νὰ μοχθήση. Ὁ ἐρευνητής, ὁ ἐπιστήμονας, γιὰ νὰ δικαιωθῆ καὶ γιὰ νὰ ἀναγνωρισθῆ, αὐτοθυσιάζεται καὶ ἐπιμένει. Ἂν ἀλήθεια τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, γιὰ νὰ φτάσουν τὴν τελειότητα, περνοῦν ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἐπιμονῆς καὶ τοῦ μόχθου, πόσο πιὸ πολὺ συμβαίνει αὐτὸ μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Χρειάζεται ἀγώνας μὲ πεῖσμα, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης, ἀτενίζοντας πάντα τὸν Ἰησοῦ, τὸν Ἀρχηγὸ καὶ Σωτῆρα μας· «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν (Ἑβρ. 12-2). «Ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος» σίγουρα ἔχει τὰ δικά του κάστρα καὶ φρούρια. Ὅμως μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονὴ πέφτουν καὶ συντρίβονται. Οἱ μαχητὲς γίνονται νικητὲς καὶ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν πειρασμῶν καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Δὲν ὑπάρχει πόλεμος χωρὶς κίνδυνο. Ἡ ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονὴ γιὰ τὴν ἐκτέλεση μιᾶς πράξης παρὰ ἀπὸ τὴν ἐπιτηδειότητα ἢ δεξιότητα στὴ σύλληψή της. Τίποτα δὲν ἀπαιτεῖ τόσο ὑψηλὸ δυναμικὸ θέλησης ὅσο ἡ κυριαρχία πάνω στὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ πάθη μας.

Ἀδελφοί μου, προβάλλουν μπροστά μας ἀγῶνες τιμημένοι, ἀγῶνες Χριστοῦ γιὰ ἀρετὴ καὶ γιὰ νίκη. Ἂς ντυθοῦμε «τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ» χωρὶς δειλία ἢ ἡττοπάθεια· «Κύριος φωτισμός μου καὶ Σωτήρ μου. Τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου ἀπὸ τίνος δειλιάσω;». Ἐμπρὸς λοιπόν, ἂς γκρεμίσουμε τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο» καὶ ἂς γίνουμε ἥρωες μὲ ἁγιότητα καὶ ἅγιοι μὲ ἡρωϊσμό. Ἀμήν.









21 Ἰουνίου Κυριακὴ Θ΄ Ματθ. (Ἀπόστ. Ρωμ. 2, 10-16)

«Ὅσοι ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται»

Πολλοὶ εἶναι, ἀδελφοί μου, αὐτοὶ ποὺ ρωτᾶνε· μὲ ποιὰ κριτήρια θὰ κρίνη ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους; Θὰ κριθοῦν ὅλοι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο; Τί θὰ γίνουν ὅσοι ἔζησαν πρὶν ἀκόμα ἔρθη στὸν κόσμο ὁ Χριστός; Μὲ ποιὸ νόμο θὰ τοὺς κρίνη, θὰ τοὺς δικάση; Σὲ αὐτὴ τὴν ἀπορία ἀπαντᾶ ὁ θεῖος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του. Ὅσοι, λέει, δὲν εἶχαν λάβει γραπτὸ νόμο, θὰ καταδικαστοῦν χωρὶς νὰ ἔχουν γιὰ κατήγορο τὸν νόμο, δηλαδὴ μὲ ἐπιείκεια. Ὅσοι ὅμως ἁμάρτησαν ἔχοντας στὴν διάθεσή τους νόμο, αὐτοὶ θὰ κριθοῦν μὲ κριτήριο τὸν νόμο τοῦτο, δηλαδὴ αὐστηρότερα. Θὰ ἔχουν δύο μάρτυρες κατηγορίας, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ εἰδωλολάτρες θὰ ἔχουν μονάχα ἕνα. Ποιοὶ ὅμως εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ νόμοι;

Ὁ πρῶτος νόμος ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν πάνσοφο Νομοθέτη, τὸν Θεό, ἦταν ἄγραφος. Ἦταν χαραγμένος στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων & εἶναι ὁ νόμος ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν πανίσχυρη φωνὴ τῆς συνείδησης. Εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἠθικὸ ἀλφάβητο τῶν ἀνθρώπων. «Ὅταν γάρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσὶ νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν» (Ρωμ. 2-15-15)· γιατί, ὅταν ἔθνη ποὺ δὲν ἔχουν πάρει νόμο ἐκ φύσεως, τηροῦν ὅ,τι λέει ὁ νόμος, ἄρα αὐτοὶ εἶναι οἱ ἴδιοι νόμος γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι αὐτὰ ποὺ ὁρίζει ὁ νόμος τὰ ἔχουν γραμμένα μέσα στὴν καρδιά τους. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄγραφου νόμου ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν ἀβίαστη βούληση καὶ ἐπιλογὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο εἶναι διπλὸ τοῦ πανανθρώπινου τούτου νόμου. Ἀλλοίμονο ἂν δὲν ὑπῆρχε νόμος. Θὰ βασίλευε ἡ ἀνομία καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἡ παρανομία. Ὁ ἔμφυτος νόμος τῆς συνείδησης μοιάζει μὲ τὶς ρίζες τοῦ δέντρου, ποὺ ὅσοι ἄνεμοι καὶ ἂν χτυπᾶνε τοὺς κλώνους καὶ τὰ φύλλα καὶ ὅσες βαρυχειμωνιὲς καὶ ἄν ἔλθουν, αὐτὲς παραμένουν ἀπείραχτες καὶ ἀνέγγιχτες.

Ὁ Θεὸς ὅμως, ἀδελφοί μου, δὲν μᾶς ἄφησε μόνο μὲ τὸν ἄγραφο νόμο, ἀλλὰ μᾶς χάρισε καὶ τὸν γραπτὸ νόμο, τὸν τελειότερο καὶ καθαρότερο. Εἶναι καὶ λέγεται «ἀποκεκαλυμμένος», γιατὶ τὸν ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ θείου νόμου ἔγινε σὲ δύο στάδια. Τὴν πρώτη φορὰ δόθηκε στὸν Ἰσραὴλ μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες καὶ τὴν δεύτερη μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τὸ πρῶτο στάδιο ἦταν ἡ Μωσαϊκὴ νομοθεσία. Τὸ δεύτερο ἦταν μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ὁ πρόδρομος καὶ ἡ προτύπωση τῆς Καινῆς Διαθήκης. «Πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα, ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστὸν» (Γάλ. 3, 23-24).

Καὶ ὁ ἄγραφος καὶ ὁ γραπτὸς νόμος καταγράφουν καὶ διδάσκουν τὴν ἀλήθεια ποὺ σώζει καὶ λυτρώνει. Ἂν ὅμως τοὺς συγκρίνουμε, θὰ διαπιστώσουμε πὼς ὁ ἕνας μοιάζει μὲ νήπιο, ὁ ἄλλος μὲ ὥριμο ἄνθρωπο. Γιὰ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχὴ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἰδιαίτερα ὁ Δεκάλογος ἦταν ὁ πιὸ ἄρτιος ἠθικὸς κώδικας μὲ ἀνάγλυφη τοῦ Θεοῦ τὴν Σοφία. Τὰ θεόφραστα λόγια τοῦ Νόμου ἦταν γιὰ αὐτοὺς «ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον». Ἰδιαιτέρως ὁ Δεκάλογος. Ἀδελφοί μου, ὁ Εὐαγγελικὸς νόμος ποὺ δόθηκε μὲ τὸν Χριστό μας εἶναι ἡ τέλεια ἀποκάλυψη τοῦ θείου θελήματος. Εἶναι «νόμος ἀγάπης» καὶ «νόμος χάριτος», «Νόμος Πνεύματος». Τώρα «οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον ἀλλὰ ὑπὸ χάριν», γιατὶ γνωρίσαμε τὴν «καινὴν ἐντολὴν» τῆς ἀγάπης καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαπᾶ «νόμος οὐ κεῖται». Τέλος, ἀδελφοί, οἱ εἰδωλολάτρες (ὄχι οἱ νεοειδωλολάτρες, οἱ ἀρνητὲς) θὰ κριθοῦν μὲ συγκατάβαση. Οἱ Ἰσραηλῖτες αὐστηρότερα, οἱ χριστιανοὶ παραβάτες τοῦ θείου Νόμου (ἄγραφου καὶ γραπτοῦ) αὐστηρότατα. «Στῶμεν», λοιπόν, «καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου». Ἀμήν.









28 Ἰουνίου Κυριακὴ Γ΄ Ματθ. (Ἀπόστ. Ρώμ. 5, 1-10)

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκχέεται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου»

Ποιός, ἀγαπητοί μου, δὲν συγκινεῖται μπροστὰ στὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας; Ποιὸς δὲν νοιώθει τὴν μυριοπόθητη ὑπόσχεση; Ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀχρείους, τοὺς τιποτένιους καὶ ἀνάξιους νὰ μᾶς ὀνομάζη παδιά του! Νὰ τιμᾶ ἀκόμα καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν Τὸν τιμοῦν! Νὰ δέχεται ἀκόμα καὶ ἐκείνους ποὺ Τὸν διώχνουν! Νὰ ἀγκαλιάζη ἀκόμα καὶ ἐκείνους ποὺ δυστυχῶς Τὸν ἀποστρέφονται!

Ἀδελφοί μου, στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, πατέρα Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων». Πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Πατέρας μας, παντοδύναμος, δημιουργὸς τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου, τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ, τοῦ οὐράνιου καὶ τοῦ ἐπίγειου. «Αὐτοῦ ἐσμὲν ποίημα» (Ἐφεσ. 2, 10). Ἐκεῖνος Πατέρας καὶ δημιουργός, ἐμεῖς τὰ παιδιά του. Ὅσοι ἔχουνε πιστέψει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦνε ὡς γνήσια παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα σὰν παιδιά του. «Πάντες υἱοὶ Θεοῦ ἐστὲ διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι δέχτηκαν τὸν Σωτῆρα Χριστὸ «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰωάν. Α΄ 12).

Ἆραγε εἶναι μικρὴ ἡ τιμὴ νὰ μᾶς ἐπιτρέπη ὁ Θεὸς νὰ τὸν ὀνομάζουμε Πατέρα; Στὴν Θεία λειτουργία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου πρίν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν» ὁ ἱερέας εὔχεται· «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς Δέσποτα μετὰ παρρησίας ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Σὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα», γιατὶ πράγματι χρειάζεται τόλμη, μεγάλη, τόλμη γιὰ νὰ προφέρουν τὰ χείλη μας τὴν λέξη «Πατέρα». Μὲ τὴν λέξη «Πατέρα» ὁ Κύριος ἔκλεισε τὴν περίοδο τοῦ Νόμου, δηλ. τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἄνοιξε δὲ τὴν περίοδο τῆς «Καινῆς Διαθήκης». Μὲ τὴν λέξη αὐτὴ γέμισαν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων μὲ φῶς, χαρά, μὲ ζωὴ καὶ ὀμορφιά. Μὲ τὴν λέξη αὐτή, φανέρωσε πὼς δὲν εἶναι μονάχα βασιλιάς, αὐστηρὸς καὶ τιμωρός, ἀλλὰ στοργικὸς πατέρας μὲ ἐπιείκεια πρὸς τὰ παιδιά του.

Ἀδελφοί μου, εἴμαστε υἱοθετημένοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ τὰ κριτήρια ποὺ συνήθως υἱοθετοῦν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἄτεκνοι ἄνθρωποι, ἕνα παιδί. Μπροστὰ στὴν ἀπύθμενη καὶ ἀπρόσκοπτη ἀγάπη καὶ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναφωνεῖ: «Ἰδεῖτε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ Πατήρ, ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν» (Α΄ Ἰωάν. 3-1). Καταπληκτικὴ ἡ φιλανθρωπία Του. Μᾶς ὀνομάζει «τέκνα Θεοῦ» ἐνῶ εἴμαστε «τέκνα ὀργῆς», γιατὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὰ μάτια μας νὰ γεμίζουν δάκρυα καὶ ὅταν κάποιο μαχαίρι ἀνέχεται νὰ τρυπήση τὴν καρδιά μας ἀκόμα τότε παραμένει Πατέρας. «Εἰ παιδείαν ὑπομένετε ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός» (Ἑβρ. 12-7). Σὲ αὐτοὺς ποὺ παιδαγωγοῦνται μὲ τὶς δοκιμασίες ὁ Θεὸς συμπεριφέρεται σὰν σὲ παιδιά Του. Γιὰ αὐτὸ μόνο δοξολογία καὶ εὐχαριστία δικαιοῦται ὁ μεγάλος Πατέρας ὅλων. Ἀτενίζοντας τὸν Πατέρα βλέπουμε τὸν Υἱὸν καὶ πιστεύοντας στὸν Υἱὸ πιστεύουμε στὸν Πατέρα. «Πᾶς ὁ ἀγαπῶν, τὸν γεννήσαντα ἀγαπᾷ καὶ τὸν γεγεννημένον ἐξ αὐτοῦ» (Α΄ Ἰωάν. 5-1). Ἀδελφοί μου, Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἀγάπησε καὶ μᾶς συγχώρεσε, ποτὲ δὲν θὰ πάψη νὰ μᾶς ἀγαπάη· γιατὶ εἶναι Πατέρας· εἶναι φίλος, εἶναι ἀδελφός, εἶναι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα. Εἶναι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος τῆς ἀγάπης μας. Εἶναι Πατέρας, γιατὶ ἀγαπᾶ, καὶ ἀγαπᾶ ὅλους ἐμᾶς, γιατὶ εἶναι πάντοτε Πατέρας.