|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Κηρύγματα μηνὸς Μαΐου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν
3 Μαΐου Κυριακὴ Γ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Τῶν ἁγίων Μυροφόρων γυναικῶν»
(Ἀπόστ. Πράξ. 6, 1-7)
Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!
«Πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμός
τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους»
Πόσο ὄμορφες ἦταν, ἀδελφοί μου, οἱ πρῶτες μέρες τῆς νεοθεμελίωτης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! Στὶς ἀνθρώπινες ψυχὲς βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση, ἡ ἁγνότης, ἡ εἰλικρίνεια. Ὅλους τοὺς θερμαίνει ἡ καλοσύνη καὶ τοὺς ἑνώνει ἡ ὁμόνοια. Ὅταν ὅμως οἱ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ πληθαίνουν, τότε οἱ Ἑβραῖοι Χριστιανοὶ ποὺ μιλοῦσαν ἑλληνικὰ γόγγυζαν ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων ποὺ μιλοῦσαν ἀραμαϊκά. Καὶ ἡ αἰτία τοῦ παραπόνου τους ἦταν «ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν». Οἱ χῆρες γυναῖκες τῶν Ἑλληνιστῶν δηλαδὴ παραμελοῦνταν στὴν καθημερινὴ διανομὴ τροφῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν. Αὐτὸ δὲ τὸ «παράπονο» ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή, μετὰ ἀπὸ σύσταση τῶν Ἀποστόλων, νὰ ἐκλεγοῦν οἱ ἑπτὰ διάκονοι. Καὶ ἐπειδὴ πάντα ὁ γογγυσμὸς κρύβει κινδύνους, ἂς προσπαθήσουμε συνειδητὰ νὰ τὸν ἀποφύγουμε.
Συχνὰ οἱ ἄνθρωποι παραπονοῦνται, γκρινιάζουν μεμψιμοιροῦν καὶ δυσανασχετοῦν. Κάποιες ἀναποδιὲς τοὺς ἀναστατώνουν. Πότε μία ἀπροσδόκητη ἀρρώστια, πότε ἕνα οἰκονομικὸ πλῆγμα, πότε μία ἀνεπιθύμητη κατάσταση. Μὲ κάθε εὐκαιρία ξεσποῦν σὲ παράπονα. Ὅλα τοὺς φταῖνε. Ποτὲ δὲν εἶναι ἱκανοποιημένοι. Τὸ ἔχουν σὲ κακὸ νὰ ποῦνε «δόξα σοι ὁ Θεός». Ἄν εἶναι χειμώνας, τοὺς φταίει τὸ κρύο, ἡ βροχή, οἱ λάσπες, ἡ ὑγρασία. Ἄν εἶναι καλοκαίρι, γογγύζουν γιὰ τὴ ζέστη, τὸν ἱδρῶτα, τὴ θάλασσα, τὴ σκόνη. Μὲ τὴν ἐργασία τους εὐχαριστημένοι δὲν εἶναι. Τὸ ἐπάγγελμά τους τὸ θεωροῦν κατώτερο ἀπὸ τὴν ἀξία τους, δὲν τὸ βρίσκουν ἀποδοτικό. Ἡ γειτονιὰ τοὺς φταίει, οἱ συνάδελφοί τους ἐπίσης. Τὸ λεωφορεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύουν, γιατὶ ἔχει τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ καὶ θὰ κρυολογήσουν ἤ εἶναι κλειστὰ καὶ θὰ σκάσουν. Τοὺς φταῖνε ὅλοι καὶ ὅλα, ἀκόμη καὶ τὰ ροῦχα τους. Ἡ μεμψιμοιρία ἔγινε ἀρρώστια γιὰ αὐτούς. Εἶναι μονίμως ἀνικανοποίητοι, γιὰ αὐτὸ στὸ τέλος καταντοῦν ψυχονευρωτικοί.
Ἡ πιὸ τραγικὴ μορφὴ γογγυσμοῦ εἶναι ἡ ἀχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Τοὺς γογγυστὲς τοὺς χαρακτηρίζει ὀλιγοπιστία, ξεχνοῦν τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται βλάσφημοι. Ἀρρώστια τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ψυχῆς ὁ γογγυσμὸς ἀλλὰ καὶ κακὸ θεομίσητο. Πρέπει νὰ προφυλαχτοῦμε. Νὰ ἐρευνήσουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως καὶ ἐμεῖς ἔχουμε γίνει μεμψίμοιροι, γογγυστὲς καὶ μίζεροι, γιατὶ αὐτὴ ἡ κατάσταση σκεπάζει τοὺς φωτεινοὺς ὁρίζοντες καὶ χαλαρώνει τὴν ψυχική μας ἰσορροπία καὶ θολώνει τὸ μυαλό. Ὡστόσο πρέπει νὰ μάθουμε πὼς τίποτα δὲν περνᾶ ἀπαρατήρητο ἀπὸ τὸν Θεό. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος θυμίζοντας τὴν παλαιὰ τιμωρία τῶν Ἑβραίων στὴν ἔρημο γιὰ ἀνάλογη συμπεριφορά, συμπεριφορὰ γογγυσμοῦ καὶ ὀλιγοπιστίας, γράφει πρὸς τοὺς Κορινθίους «μηδὲ γογγύζετε καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο» (Α΄ Κοριν. 10, 10).
Αἰτία τῆς μεμψιμοιρίας καὶ τοῦ γογγυσμοῦ εἶναι ἡ ἀχαριστία. Ἡ μεμψιμοιρία καταδικάζεται ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Οἱ γογγυστὲς εἶναι μικρόψυχοι, δύστροποι, ὀλιγόπιστοι, καχύποπτοι καὶ φθονεροί. Τοὺς ἐνθυμούμεθα νὰ γογγύζουν καὶ στὶς πιὸ ὑπέροχες καὶ ἅγιες πράξεις τοῦ Κυρίου. Ὅταν κάποτε εἶπε «ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ», ἐγόγγυζαν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ καὶ ἀνάγκασαν τὸν Ἰησοῦ νὰ τοὺς συμβουλεύση· «Μὴ γογγύζετε μετ’ ἀλλήλων». Ἀδελφοί μου. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ὁμολογήση ὅτι ὁ Χριστὸς Ἀνέστη ἀληθῶς, ἄν δὲν καθαρίση τὴ σκέψη καὶ τὴν ψυχή του ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ, ἕνεκα γογγυσμοῦ καὶ μεμψιμοιρίας καὶ κακομοιριᾶς, καὶ δὲν πῆ «δόξα τῷ Θεῶ, πάντων ἕνεκεν». Ἀμήν.
10 Μαΐου Κυριακὴ Δ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Μνεία τῆς τοῦ παραλύτου θεραπείας»
(Ἀπόστ. Πράξ. 9, 32-42)
Ἀδελφοί μου, ὄντως ἠγέρθη ὁ Κύριος. Γιὰ αὐτὸ καὶ συνεχίζουμε νὰ ψάλλουμε· Χριστὸς Ἀνέστη. Καρπὸς δὲν τῆς Ἀναστάσεως Ἐκείνου εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι «Δία τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῶ πολλά» (Πράξ. 9-12). Θαύματα μὲ τὴν θεία δύναμη καὶ χάρη ἔκαναν οἱ ἅγιοι τοῦ Κυρίου Ἀπόστολοι, ὅταν βγῆκαν στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς διακηρύσσει· « Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἅ ἐγὼ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάν. 12, 12). Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι συνόδευαν τὴν θεία διδασκαλία τους μὲ θαύματα. Μὲ θαύματα ἐπεκύρωναν τὴν ἀποστολή τους, μὲ θαύματα ἔδειχναν τὴν ἀξία τῆς πίστεώς τους.
Ἔτσι σὲ μία ἀπὸ τὶς περιοδεῖες του ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔφθασε καὶ εἰς τὴν πόλη Λύδδα, ὅπου πολλοὶ χριστιανοὶ ὑπῆρξαν ἐκεῖ. Μεταξὺ αὐτῶν συνήντησε ἄνθρωπο κατάκοιτο, Αἰνέα λεγόμενο, κατάκοιτο, γιατὶ ἦταν παράλυτος. Συμπονεῖ ὁ Πέτρος τὸν πάσχοντα, θέλει νὰ τονώση καὶ νὰ ἐνισχύση τὴν πίστη τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν. Προσεύχεται. Προσεύχεται ἐκτενῶς καὶ ἀκοῦστε, ἀδελφοί, τί λέγει. «Αἰνέα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἰατρεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου. Σήκω ἐπάνω, στρῶσε τὸ κρεβάτι σου καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ τῶν χριστιανῶν, τὸν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Τί νομίζετε, φίλοι μου, ὅτι ἔγινε; Ὁ Αἰνέας ἔγινε ὑγιής. Περπατοῦσε καὶ δὲν τὸ πίστευε. Ἀγκαλίαζε μὲ συγκίνηση τοὺς δικούς του καὶ τὰ δάκρυα εὐγνωμοσύνης κυλοῦσαν ἀπὸ τὰ μάτια του. Καὶ ὁ Πέτρος ἔφυγε, δοξάζοντας τὸν Ἰησοῦ, γιὰ τὴν Ἰόππη, πόλη κοντὰ στὴν Λύδδα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Κύριος εἶχε οἰκονομήσει τὶς συνθῆκες γιὰ ἕνα καινούργιο θαῦμα.
Καὶ νὰ ποιό. Στὴν Ἰόππη κατοικοῦσε μία εὐσεβὴς χριστιανή, ποὺ ὀνομαζόταν Ταβιθά. Σημαίνει δὲ στὰ ἑλληνικὰ Δορκάς. «Αὐτὴ ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει». Ἦταν μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀγωνίστρια τῆς ἀγάπης. Τὰ χέρια της ἔκαναν ἐλεημοσύνες καὶ καλὰ ἔργα. Ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς καλωσύνης. Ἦταν αὐτὴ ποὺ ἔκανε συντροφιὰ μὲ τὴ φτώχεια. Φοβερὸς ὁ πειρασμὸς τῆς φτώχειας. Φέρνει ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση. Μόνον οἱ φτωχοὶ γνώριζαν καλὰ τὴ φτώχεια. Ὁ ἱερὸς Χρυστόστομος λέγει· «δεινὸν ὄντως ἡ πενία». Καὶ τὸ Βιβλίο τῶν Παροιμιῶν ἀναφέρει «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν». Ἡ Ταβιθὰ ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε φτωχοῦ καὶ πονεμένου τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ποὺ διακήρυξε «ἐφ’ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» καὶ «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Ἦταν δυνατόν, ἀδελφοί, μία τέτοια προσωπικότητα νὰ τὴν ἀφήση ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὸ νεκροκρέβατο; Ὄχι. Γιὰ τοῦτο «θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο καὶ εἶπε. Ταβιθὰ ἀνάστηθι».
Ἀδελφοί μου, ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας δὲν ἐξαρτᾶται τόσο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ μέσα ὅσο καὶ κυρίως ἀπὸ τὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς. Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν εἶναι μόνο ὑλικὴ ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ἀποτελεῖ τὴν περικεφαλαία τῶν ἀρετῶν. Εἶναι ποικίλος ὁ τῆς ἐλεημοσύνης τρόπος.
Ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἕνας σύγχρονος ἱεραπόστολος καὶ κοινωνικὸς ἐργάτης ἔγραψε τὴν ἑξῆς σύντομη προσευχή· «Κύριε δός μας τὴν ἀγωνία τῆς παγκόσμιας δυστυχίας καὶ φύλαξέ μας ἀπὸ τὴν λησμονιὰ τῶν ἄλλων. Μάθε μας νὰ μὴν ἀγαπᾶμε μόνο τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ καὶ ὅσους πεινοῦν». Μόνο ἔτσι δικαιώνεται καὶ ἐπαληθεύεται πρακτικὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἀληθῶς Ἀνέστη!
17 Μαΐου Κυριακὴ Ε΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Ἡ τῆς Σαμαρείτιδος ἑορτὴ»
(Ἀπόστ. Πράξ. 11, 19-30)
«Χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς χριστιανοὺς»
Χριστὸς Ἀνέστη, ἀδελφοί. Χαρὰ σὲ μᾶς. Μεγάλη ἦταν ἡ χάρη καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Πλήθη ἀνθρώπων φωτίζονταν ἀπὸ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν συνεργῶν τους καὶ πίστευαν στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Ὅμως δὲν ἔλειπαν καὶ τὰ δυσάρεστα καὶ θλιβερὰ γεγονότα. Οἱ Ἀπόστολοι φυλακίζονταν, πολλὲς φορὲς κακοποιοῦνταν, ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἄρχισαν μαρτύρια καὶ αἷμα πιστῶν χύθηκε. Ὁ πλέον ἱκανὸς καὶ ζηλωτὴς ἐκ τῶν ἑπτὰ διακόνων, ὁ Στέφανος, λιθοβολεῖται. Ὁ φανατισμὸς τῶν Ἰουδαίων στοχεύει μὲ κάθε μέσο νὰ ἐμποδίση καὶ ἄλλους νὰ πιστέψουν στὴ θρησκεία τοῦ «Ναζωραίου».
Ὁ διωγμὸς ποὺ ξέσπασε ἐναντίον τῶν «πιστευόντων» ἔφερε ὅμως καὶ καλὸ ἀποτέλεσμα, ποὺ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸ σκεφθῆ. Καὶ νὰ ποιὸ εἶναι τὸ εὐχάριστο αὐτὸ γεγονός. Ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ δυσάρεστα, τοὺς διωγμούς, ἔφυγαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ διασκορπίσθηκαν σὲ διάφορες πόλεις. Ἄλλοι ἐξ αὐτῶν ἔφθασαν μέχρι Φοινίκης, βορειοδυτικὰ τῆς Παλαιστίνης, στὰ παράλια τῆς Μεσογείου. Ἄλλοι στὴν Κύπρο, ἄλλοι στὴν Ἀντιόχεια, ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας -ἦταν πρωτεύουσα τῆς Συρίας-, καὶ ὅσοι κατέφυγαν ἐκεῖ δὲν παρέλειψαν νὰ διαδίδουν τὴν χριστιανικὴ πίστη. Τὸ κήρυγμά τους «τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τοῦ λόγου βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων» (Μάρκ. 16-20) ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλοὶ Ἰουδαῖοι τῆς Ἀντιόχειας πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίζονταν.
Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ μᾶς δίνει μία ἄλλη ἱστορικὴ πληροφορία. Μᾶς πληροφορεῖ ὅτι, γιὰ νὰ διακρίνουν οἱ ἐθνικοὶ τοὺς πολυάριθμους χριστιανοὺς στὴν Ἀντιόχεια, ὀνόμασαν τούτους χριστιανοὺς ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τους. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Κυρίου μὲ χαρὰ καὶ ὑπερηφάνεια δέχθηκαν τὸν τίτλο αὐτὸ καὶ διακήρυσσαν παντοῦ ὅτι ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό.
Ἀδελφοί μου, τὸ τιμημένο ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ τὸ ἔχουμε καὶ ἐμεῖς, ἀλλὰ σὲ μᾶς ἔχει ξεθωριάσει. Δὲν ὑπάρχει βέβαια σήμερα ἀνάγκη σὰν τότε νὰ ξεχωρίζουμε οἱ χριστιανοί, ἐπιβάλλεται ὅμως ὁ κάθε χριστιανὸς νὰ γίνη γνήσιος καὶ σωστός, κυρίως ὅμως πιστός. Καὶ πίστη δὲν εἶναι νὰ συμφωνῆ κάποιος ὅτι ὑπάρχει Θεός. Αὐτὸ καὶ οἱ δαίμονες τὸ παραδέχονται καὶ μάλιστα τρέμουν ἐμπρός του. Ὁ χριστιανὸς ξέρει νὰ χαίρεται στὴ χαρὰ τοῦ ἄλλου. Νὰ συμπάσχη εἰλικρινὰ στὴ λύπη καὶ τὴ δοκιμασία του. Χωρὶς τύψεις ἀπολαμβάνει τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, στὰ ὁποῖα διακρίνει τὴν ἀγάπη Του. Ὁ χριστιανὸς ἀκόμα εἶναι εὐεργετικὸς καὶ στοργικὸς καὶ ἡ πίστη του δὲν εἶναι ἀναιμικὴ ἢ ἄγονη. Σκορπᾶ γύρω του ἀγάπη, στοργή, ἐνδιαφέρον. Γίνεται βακτηρία τῶν κλονισμένων, δροσερὴ πηγὴ γιὰ τοὺς διψασμένους, προστάτης τῶν ὅσων ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ ἤ πικραθῆ. Ἀγαπᾶ καὶ εὐεργετεῖ μὲ ἁπλότητα, χωρὶς νὰ θίγη, χωρὶς νὰ πληγώνη.
Πέραν τούτων ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι εἰλικρινής. Φοβερὴ πληγὴ ἦταν πάντα ἡ ἀνειλικρίνεια. Φαῦλος κύκλος ἡ ζωή μας. Μάσκες καὶ προσωπίδες κρύβουν τὰ πραγματικά μας αἰσθήματα. Εἴμαστε φιλύποπτοι. Καχύποπτοι μὲ ὅλους. Ἔφυγε ἡ χριστιανικὴ εὐθύτης. Ἔλλειψε ἡ τιμιότης καὶ φιλαλήθεια. Τί θὰ γίνη, ἂν καὶ οἱ χριστιανοὶ εἴμαστε σὰν «τοὺς λοιποὺς τοὺς μὴ ἔχοντας ἐλπίδα»; « Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται» (Ματθ. 9-13). Καὶ ἐπειδὴ «οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ» (Β΄ Τίμ. 1-7) ὁ χριστιανός, γιὰ νὰ ξαναδώση τὴν αἴγλη ποὺ ἀξίζει στὸ ὄνομά του, τὴν ἰδιότητά του· πρέπει νὰ γίνη δυνατὸς καὶ ἀξιοπρεπής, ἀκέραιος καὶ λευκός, γιατὶ γίνεται μέτοχος θείων χαρίτων. Εἶναι «Χριστοῦ εὐωδία» (Β΄ Κοριν. 2-15). Ὑπάρχει τύπος καὶ ὑπόδειγμα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων «ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α΄ Τιμ. 4-12).
Ἀδελφοὶ χριστιανοί, ἂς γίνουμε ἄξιοι τοῦ τιμημένου ὀνόματος. Τὸ ζητάει αὐτὸ ἡ κοινωνία. Ὁ Χριστὸς τὸ ἀπαιτεῖ. Ἂν τὸ πετύχουμε νὰ γίνουμε καλύτεροι, τότε θὰ εἴμαστε οἱ πιὸ εὔγλωττοι κήρυκες ὅτι «Ἀληθῶς Ἀνέστη» ὁ Κύριος.
24 Μαΐου Κυριακὴ ΣΤ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ»
(Ἀποστ. Πράξ. 16, 16-34)
Ἀδελφοί μου, «Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριός μας». Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Σίλας, ἀκόμα καὶ φυλακισμένοι, μὲ θάρρος, μὲ γενναιότητα, μὲ χαμόγελο, μὲ βαθειὰ πίστη «ὕμνουν τὸν Θεὸν προσευχόμενοι». Καὶ νὰ τί ἀκριβῶς συνέβη. Ἡ πρώτη πόλη τῆς Εὐρώπης ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν οἱ Φίλιπποι τῆς Μακεδονίας, ποὺ εἶναι κοντὰ στὴ σημερινὴ Καβάλα. Ἐδῶ, στοὺς Φιλίππους, ἔμεινε ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Σίλα νουθετοῦντες, διδάσκοντες καὶ οἰκοδομοῦντες ἐν Χριστῷ ὅσους ἐκ τῶν κατοίκων τῶν Φιλίππων ἐπίστευσαν.
Μία μέρα λοιπὸν ποὺ πήγαιναν, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν στὸν ὡρισμένο τόπο, συνάντησαν μία νεαρὴ κοπέλα, δούλη ποὺ εἶχε πονηρὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο προέλεγε τὰ μέλλοντα καὶ φανέρωνε τὰ ἄγνωστα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ κύριοι τῆς δούλης αὐτῆς ἐκέρδιζαν πολλὰ χρήματα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ δυστυχής, ὅταν εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς ἀκολουθοῦσε καὶ φώναζε· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Σᾶς κηρύττουν μὲ ποιὸ τρόπο θὰ σωθῆτε». Αὐτὸ τὸ εἶπε πολλὲς φορὲς καὶ ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες, γιατὶ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἤθελε νὰ ἀποκτήση τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ διαδώση τὶς σατανικὲς διδασκαλίες. Τότε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀγανάκτησε κατὰ τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ τοῦ εἶπε. «Ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ διατάσσω νὰ ἐξέλθης ἀπὸ τὴν κοπέλα». Καὶ πράγματι αὐτοστιγμεὶ ἐξῆλθε.
Τοῦτο ὅμως τὸ γεγονὸς στενοχώρησε τοὺς κυρίους τῆς δούλης αὐτῆς, διότι πλέον θὰ ἔχαναν τὰ κέρδη ἀπὸ τὶς μαντεῖες καὶ τὶς προβλέψεις της καὶ ὡς «γνήσιοι Ρωμαῖοι εἰδωλολάτρες» πιάνουν τοὺς δύο ἀποστόλους καὶ τοὺς ὁδηγοῦν ἐνώπιον τῶν στρατηγῶν καὶ ἀρχίζουν νὰ τοὺς κατηγοροῦν ὅτι κηρύττουν νέα θρησκεία, ὑποδεικνύουν νέα θρησκευτικὰ ἔθιμα καὶ προκαλοῦν ἀναστάτωση. Καὶ οἱ στρατηγοὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες διέταξαν νὰ ξεγυμνώσουν τοὺς ἀποστόλους καὶ ἐνώπιον τοῦ πλήθους νὰ τοὺς ραβδίσουν. Διατάσσουν δὲ καὶ τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς ἐγκλείση στὸ βαθύτερο διαμέρισμα τῆς φυλακῆς καὶ αὐτὸς γιὰ μεγαλύτερη σιγουριὰ «τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον». Οἱ Ἀπόστολοι, ἀδελφοί, αὐτὴν τὴ δοκιμασία τὴν ἀντιμετώπιζαν καὶ προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν.
Θεῖο δῶρο ἡ μουσική, ἡ ὑμνολογία. Οὐράνιο δῶρο, ἀγγελικὴ προσφορά, μονοπάτι τοῦ παραδείσου. Φάρμακο παρηγοριᾶς, δύναμη στὴ ζωή, σκίρτημα χαρᾶς. Ἡ ὑμνολογία, ἡ μουσικὴ εἶναι τὸ γιατρικὸ τῶν ψυχῶν, ἡ ψυχαγωγία τῶν κουρασμένων, ἡ γαλήνη τῶν ἀπελπισμένων. Εἶναι ὅμως ὅλα αὐτά, ἂν ὑπάρχη καὶ χρησιμοποιῆται «εἰς δόξαν Θεοῦ». Γιὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». Τὰ πάντα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Καὶ προσθέτει γράφων πρὸς Ἐφεσίους· «Λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδία ὑμῶν τῷ Κυρίω». Ἄλλοτε πάλι ὁ ὕμνος, ἡ δοξολογία, τὸ τραγούδι εἶναι ἀποτέλεσμα λυτρωτικῆς χαρᾶς καὶ θρησκευτικῆς εὐθυμίας «εὐθυμεῖ τις, ψαλλέτω» συμπληρώνει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος.
Τὰ πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ, ἀδελφοί μου. Ὅταν μάλιστα ἡ ὑμνολογία μας προέρχεται ἀπὸ «ψυχὲς καθαρὲς καὶ ἀρρύπωτα χείλη», τότε πραγματικὰ ἀποβαίνουν εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ οἱ ὕμνοι καὶ οἱ μελωδίες μας καὶ τὰ τραγούδια μας ὅλο φῶς καὶ χαρὰ διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ χαρὰ ἡμῶν, ὁ Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς!
31 Μαΐου Κυριακὴ Ζ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»
(Ἀποστ. Πράξ. 20, 16-18 καὶ 28-36)
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ σήμερον ἑορταζόμενοι 318 θεοφόροι πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἡ διδασκαλία τους ἀποτελοῦν τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεώς μας. Ἀποτελοῦν αὐτοὺς ποὺ μᾶς προφύλαξαν ἀπὸ τοὺς «βαρεῖς λύκους», τοὺς αἱρετικούς, τοὺς ψευτοδιδασκάλους, ὅλους ἐκείνους «τοὺς λαλοῦντας διεστραμμένα», γιὰ νὰ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὲς ὀπίσω αὐτῶν. Αὐτοὶ οἱ ἅγιοι πατέρες ὑπῆρξαν πρόσωπα εὐσεβείας καὶ γιὰ αὐτὸ ἔγιναν καὶ «νόμος Ὀρθοδοξίας».
Αὐτοὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ ὀρθόδοξοι ἄνδρες καὶ πατέρες οἱ μισοῦντες τὴν αἵρεση, εἶναι ἄξιοι παντὸς ἐπαίνου, καθὼς καὶ τοῦ ἀπεριορίστου σεβασμοῦ μας. «Εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος» πρέπει αὐτοῖς, γιατὶ μᾶς παρέδωσαν ἀνόθευτη τὴν πίστη, ὥστε ἐμεῖς νὰ ἀπολαμβάνουμε τὸ «ἀρχαῖο καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας». Οἱ τιμώμενοι πατέρες εἶναι «στῆλαι τῆς Ὀρθοδοξίας, καύχημα Χριστοῦ, κλέος Ὀρθοδοξίας». Εἶναι φύλακες εὐσεβείας, στηρίγματα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς καυχώμεθα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας, γιατὶ εἶναι ἡ ἀρχαία ὡραιότης, τὸ κραταιὸν τρόπαιον, γιατὶ εἶναι ἁγία παρεμβολὴ λύκοις ἀνεπίβατος, καὶ αὐτὴ τὴν αἴγλη τὴν χρωστᾶμε στοὺς πατέρες ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Αὐτοὶ μᾶς προφύλαξαν ἀπὸ τοὺς βαρεῖς λύκους, ποὺ ἤθελαν καὶ συνεχίζουν νὰ θέλουν νὰ μᾶς παρασύρουν στὴν αἵρεση «λαλοῦντες διστραμμένα».
Ἀλήθεια ὅμως τί εἶναι αἵρεση; Γιατὶ πρέπει νὰ τὴν ἀπορρίπτουμε; Τί συνέπεια στὴν πνευματική μας οἰκοδομὴ μπορεῖ νὰ ἔχη.
Ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία μας, ἀδελφοί μου, εἶναι ρόδο, τριαντάφυλλο ἐν μέσῳ ἀκανθῶν. Ἀγκάθια λοιπὸν εἶναι στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ διάφοροι αἱρετικοί. Αἵρεση δὲν εἶναι ὅλη ἡ ἀλήθεια. Εἶναι ἕνα τμῆμα τῆς ἀλήθειας ἀνακατεμένο μὲ πολὺ ψέμα. Εἶναι ἕνα μικρὸ τμῆμα, ὄχι τὸ ὁλόκληρο. Προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα αἱρέομαι-αἱροῦμαι, ποὺ σημαίνει προτιμῶ κάτι, κόβω ἕνα κομμάτι ἀπὸ κάτι ὁλόκληρο. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει στὸ ὅλον, τὸ ὁλόκληρο, τὸ καθολικό, ἡ αἵρεση στὸ τμῆμα, στὸ κομμάτι ποὺ ὁ αἱρεσιάρχης κρίνει ὡς σωστό, ὁ δὲ διάβολος κανοναρχεῖ στὰ αὐτιὰ τῶν ψυχῶν τῶν πρὸς ἀπώλεια.
Σήμερα, ἀδελφοί μου, ὑπάρχουν καὶ κάποιοι συνάνθρωποί μας, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν παγκοσμιοποίηση, ποὺ λένε «καὶ σὺ δίκαιο ἔχεις» καὶ «ἐντάξει, ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἀπόψεις καὶ ἄλλες ἀλήθειες» καὶ «πρέπει νὰ εἴμαστε ἀνοιχτοὶ» καὶ ἡ κοινωνία μας πρέπει νὰ εἶναι ἀνεκτικὴ κ.λπ. τέτοια. Ἀκόμα ἀβασάνιστα μᾶς πληροφοροῦν ὅτι «Χριστὸς καὶ Βούδας καὶ Ἀλλάχ, ὅλοι τὸ ἴδιο εἶναι. Ἕνα Θεὸ πιστεύουν ὅλοι. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ γιὰ τὶς κακοδοξίες καὶ τὴν ἐπιθετικότητα τῶν αἱρετικῶν· «Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες» (Ματθ. 7,15). Ἔργο δὲ τοῦ λύκου εἶναι νὰ «ἁρπάζη καὶ νὰ διασκορπίζη τὰ πρόβατα» (Ἰωάν. 10, 12).
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ λύκους παρομοιάζει τοὺς αἱρετικούς· «Ἐλεύσονται λύκοι βαρεῖς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου καὶ ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν», ὅπως ἀκούσαμε στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ σήμερα. Ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει «τοῖς τῶν ἀποστόλων πρεσβείαις Χριστὲ τὴν ποίμνην σου διαφύλαττε ἐκ λύκων λυμαινομένων αὐτὴν (11ον ἑωθινόν).
Οἱ αἱρέσεις εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου, ἡ αἵρεση εἶναι «ἀπάτη καὶ ὁμίχλη». Τὴν ἐπικινδυνότητα τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν αἱρέσεων θέλοντας νὰ τονίση ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης συνιστᾶ στὴ Β΄ καθολικὴ ἐπιστολή του «εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν (δηλαδὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τὴν πίστη) οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε. Ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς». Καὶ ξέρετε γιατί; Μᾶς τὸ πληροφορεῖ ὁ μέγας Βασίλειος «οὔτε Αἰθίοψ ἀλλάζει δέρμα, οὔτε πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς». «Ἠπαλύνθησαν γάρ οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπὲρ ἔλαιον αὐτοὶ δὲ εἰσὶ βολίδες» (Ψαλμ. 14-21). Ἐμεῖς ἀδελφοὶ ἂς προσευχώμεθα. «Κύριε τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον». Ἀμήν.
|