ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Κηρύγματα μηνὸς Μαρτίου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

1 Μαρτίου, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς
Ἀπόστολος Ρωμ. 13,11-14 & 14,1-4


Γνωρίζει πολὺ καλά, ἀδελφοί μου, ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε. Συγχρόνως ὅμως εἶναι βαθὺς ψυχολόγος καὶ ἀνατόμος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἄριστος κοινωνιολόγος, γι᾿ αὐτὸ καὶ προσφέρει σὲ μᾶς συμβουλὲς μεγάλης σπουδαιότητος καὶ ἀξίας καὶ ὑποθῆκες τόσο γιὰ τὴν ἀτομικὴ ζωή μας ὅσο καὶ γιὰ τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις, τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους, τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Τί μᾶς διδάσκει λοιπὸν σήμερα, Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, στὰ πρόθυρα τῆς Μεγ. Σαρακοστῆς; Μᾶς προτρέπει ν᾿ ἀφήσουμε τὴν ἀμέλεια καὶ τὴν ὀκνηρία καὶ μὲ πολὺ ζῆλο νὰ ἐνδιαφερθοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. «Νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν»· τώρα, ἐν συγκρίσει μὲ τὰ περασμένα χρόνια, ἡ Δευτέρα τοῦ Κυρίου μας Παρουσία εἶναι πλησιέστερα πρὸς ἐμᾶς παρὰ τὸτε στὴν ἀρχὴ ποὺ ἐπιστεύσαμε: «Ἔχουμε καιρό».

Ἂς φερόμαστε λοιπὸν μὲ εὐπρέπεια καὶ πνευματικότητα, ντυμένοι μὲ τὸν φωτεινὸ χιτῶνα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἀρετῆς. Ἂς λείψουν οἱ ὑπερβολὲς στὰ φαγοπότια καὶ μεθύσια. Ἂς λείψη κάθε ἀνηθικότητα καὶ ἀνάρμοστη συμπεριφορὰ ποὺ συμβαίνει νὰ ἐκδηλώνεται αὐτὲς τὶς ἡμέρες τῶν ἀπόκρεω. Καὶ συνιστᾶ· υἱοθετήσατε τὸ ὑψηλὸ νόημα τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς. Ἐμπνευσθῆτε ἀπὸ τὸ σύνθημα· ἄσκηση, ἀρετή, ἁγιότητα. «Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται· οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε», «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν», «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους, ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός», «τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας».

Ἀλλά, ἀδελφοί, ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἔχει διαπιστώσει ὅτι ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ἀδύνατοι στὴν πίστη. Ἐξαρτοῦν τὴν σωτηρία τους ὄχι ἀπὸ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάκριση καὶ διαχωρισμὸ τῶν φαγητῶν. Νόμιζαν πώς, ἂν ἔτρωγαν κρέας ἢ ἔπιναν κρασί, δὲν θὰ εἶχαν πρόοδο στὴν ἀρετή. Βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ περιόδους νηστείας καὶ ἐγκρατείας ἀλλὰ συνεχῶς. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστη προτρέπει ὁ Παῦλος νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε μὲ καλωσύνη καὶ ἀνοχὴ καὶ νὰ μὴ τοὺς σχολιάσουμε γιὰ τὶς ἰδέες τους. Ἄλλος μὲν πιστεύει ὅτι ἔχει τὴν ἄδεια νὰ τρώη ἀπὸ ὅλα χωρὶς νὰ ἁμαρτάνη. Ἄλλος πάλι ἀποφεύγει ὡρισμένα φαγητὰ ἀπὸ φόβο μήπως μολυνθῆ ψυχικὰ ἀπὸ αὐτά, γι᾿ αὐτὸ ἐπιλέγει νὰ τρώη μόνο λάχανα. Κι ἐπιλέγει ὁ θεόπνευσος Ἀπόστολος: οὔτε ἐκεῖνος ποὺ τρώει ὅλα τὰ φαγητὰ νὰ περιφρονῆ ἐκεῖνον ποὺ τ᾿ ἀποφεύγει οὔτε πάλιν αὐτὸς νὰ κατακρίνη τὸν ἄλλον ποὺ τρώγει: Ὁ Θεὸς δέχεται καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ζητήση λόγο καὶ ἀπολογία γιὰ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας.

Ἀδελφοί· ἡ σημερινὴ διδασκαλία ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀποτελεῖ ἐγερτήριο σάλπισμα, γιὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγη στὸν ἔνδοξο ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς, «ἵνα εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ», «οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται» (Ρωμ. 2-13). Εἶναι ἀνάγκη, φίλοι μου, τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε (πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως ὅμως τώρα) ἀναλαμβάνοντες τὴν νηστεία, «τῇ γλώσσῃ μὴ λαλοῦμεν δόλια & διαρρήξωμεν πᾶσαν στραγγαλιὰν (πᾶσαν δολιότητα καὶ στρεψοδικία δηλαδή) καὶ ἀφήσωμεν, ἀδελφοί, τὰ ὀφειλήματα ἵνα καὶ ἡμῖν ἀφεθῇ τὰ παραπτώματα ἡμῶν». Προσοχὴ ἀδελφοί: ἂν νηστεύσουμε τὰ φαγητὰ μόνο, ἀλλὰ δὲν ἀπέχουμε ἀπὸ τὰ πονηρά, ἄδικα ἔχουμε χαρὰ γιὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεία μας. Ὡστόσο «τὸ τῆς Νηστείας διάγγελμα περιχαρῶς ὑποδεξώμεθα». Καλὴ Σαρακοστή. Ἀμήν.









8 Μαρτίου, Κυριακὴ Α´ Νηστειῶν· Τῆς Ὀρθοδοξίας
Ἀπόστολος Ἑβρ. 11, 24-26 & 32-40


Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοί μου, ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας· εἶναι δὲ ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τῶν ἐνδόξων καὶ ἱερῶν ἀγώνων ἀλλὰ καὶ τῆς νίκης ποὺ ἐπετέλεσεν ὁ Ὀρθόδοξη Πίστη ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων κατὰ πρῶτον λόγον, δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ προσκυνοῦν τιμητικῶς τὶς ἅγιες εἰκόνες, κατ᾿ ἐπέκταση δὲ ἐναντίον ὅλων τῶν ἐχθρῶν της, παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων. Βεβαίως ἡ νίκη αὐτὴ εἶναι ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν συνέργεια ὅλων ὅσων ἐχρησιμοποιήθησαν (ἐκλεκτὰ ὄργανα τοῦ Θεοῦ), ὅπως οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες αὐτῆς καὶ οἱ ἀτρόμητοι Ὁμολογητὲς τῆς πίστεώς μας.

Δικαίως λοιπὸν ἔχει ὁρισθῆ νὰ διαβάζεται σήμερα αὐτὴ ἡ ἀποστολικὴ περικοπή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ θεῖος Παῦλος διακηρύσσει τὰ ἡρωϊκὰ καὶ ἔνδοξα κατορθώματα τῶν ἁγίων τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, γιατὶ «διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας,... ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ» καὶ γιατὶ εἶναι «Μεγάλα τὰ τὴς πίστεως κατορθώματα». Ἀνεδείχθησαν ἀντρειωμένοι τοξότες μιᾶς θείας παράταξης· πρωταθλητὲς ἀσυναγώνιστοι στὸ στίβο τοῦ πνεύματος. Ἀετόφτεροι κήρυκες τῆς ἀληθείας. Μεγαλούργησαν στὴν ζωή τους, ἔστω καὶ ἂν πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς πέρασαν ἀπὸ φωτιὰ καὶ μαχαίρι «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι».

Καὶ πρῶτος ἐξ ὅλων ὁ μέγας Μωϋσῆς, ποὺ ὡς γνωστὸν εἶχε υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ δὲν δελεάσθηκε ἀπὸ τὰ πλούτη της· λαχταροῦσε τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, τ᾿ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ. Χρόνος πολὺς θὰ χρειαζόταν γιὰ νὰ διηγηθῆ κανεὶς μὲ λεπτομέρειες τὰ ἔνδοξα κατορθώματα τῶν μεγάλων μορφῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὰ ὀνόματα τῶν πιὸ σπουδαίων. Εἶναι ὁ Γεδεὼν καὶ ὁ Βαράκ, ὁ Σαμψὼν καὶ ὁ Ἱεφθάε, οἱ 4 Κριτὲς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ὁ ἔνδοξος Δαυῒδ καὶ ὁ θεόπνευστος Σαμουήλ.

Ὅλοι αὐτοί, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶχαν θερμὴ πίστη καὶ ἦσαν ἕτοιμοι «ἀποθνῄσκειν ἢ παραβαίνειν τὰς πατρίους ἐντολὰς» (Δ´ Μακ. 9-1) καταπολέμησαν καὶ ὑπέταξαν βασίλεια ἐχθρικά, κυβέρνησαν τὸν λαὸ μὲ δικαιοσύνη, εἶδαν τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ νὰ πραγματοποιοῦνται· ἔφραξαν στόματα λεόντων, ὅπως συνέβη μὲ τὸν προφήτη Δανιήλ· ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς τρεῖς Παῖδας· διεσώθησαν ἀπὸ τὴ σφαγὴ τῶν ἐχθρῶν τους· θεραπεύτηκαν ἀπὸ θανατηφόρες ἀσθένειες· ἀνεδείχθησαν ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἔτρεψαν σὲ φυγὴ πολυάριθμα στρατεύματα τῶν ἐχθρῶν χάρι στὴ θερμή τους πίστη. Εὐσεβεῖς γυναῖκες εἶδαν ν᾿ ἀνασταίνωνται οἱ νεκροί τους· ἄλλοι πάλι βασανίσθηκαν καὶ δάρθηκαν μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν ν᾿ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους· ἄλλοι λιθοβολήθηκαν, ὅπως ὁ Ναβουθαὶ καὶ ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος καὶ ἄλλοι πριονίσθηκαν· ἄλλοι ἀπὸ τοὺς δικαίους ἐδοκίμασαν πολλοὺς πειρασμοὺς, ἄλλοι ἐσφάγησαν διὰ μαχαίρας, ὅπως ὁ προφήτης Ζαχαρίας καὶ ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος. Νομίζω πὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ θυμηθοῦμε καὶ ἐκείνους ποὺ διωκόμενοι τυλίγονταν μὲ δέρματα προβάτων καὶ στερούμενοι, θλιβόμενοι καὶ κακοπαθοῦντες περιπλανιόνταν στὶς ἐρήμους, στὰ βουνὰ, στὰ σπήλαια καὶ στὰ βάθη τῆς γῆς. Τώρα ὅμως ἀπολαμβάνουν ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν αἰώνα δόξα.

Ἀδελφοί, μιὰ ἀτέλειωτη στρατιὰ ἡρωϊκῶν μαχητῶν τοῦ Κυρίου παρελεύνει σήμερα μπροστάς μας. Ἀποτελοῦν τὸν ἱερὸ λόχο ἑνὸς ἁγίου πολέμου. Τάγματα θανάτου ποὺ βαδίζουν γιὰ τὴν ἀθανασία. Ἂς τοὺς μιμηθοῦμε· θἆναι τιμή μας νὰ γίνουμε ἱερολοχῖτες Χριστοῦ. Γένοιτο.









15 Μαρτίου, Κυριακὴ Β´ Νηστειῶν·
Μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν
Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ
Ἀπόστολος Ἑβρ. 1, 10-14 & 2,1-3


Ἀδελφοί· τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς ὑπενθυμίζει δύο γνωστὰ βασικὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας· τὸ ἕνα εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς «ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων». Καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, εἶναι καὶ Θεὸς-Σωτήρ, σωτὴρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Σ᾿ αὐτὰ τὰ δύο σωτήρια δόγματα στηρίζεται ὅλος ὁ Χριστιανισμὸς, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μπορεῖ νὰ θεωρῆται κάποιος χριστιανός, ἂν ἀποδέχεται μὲν τὸ ἕνα δόγμα ἢ τὸ ἕνα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀπορρίπτει ὅμως τὸ ἄλλο. Αὐτὲς οἱ δύο ὕψιστες ἀλήθειες προσφέρουν τὴν σωτηρία.

Γιὰ τὶς ἀλήθειες αὐτὲς μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ δανείζεται φράσεις ἀπὸ τὸν ψαλμωδό, τὸν θεόπνευστο Δαυΐδ· λέγει λοιπὸν ὁ Δαυῒδ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Θεό· «Στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας Σὺ Κύριε, ὁ ἄναρχος καὶ ἀΐδιος Δημιουργός, στερέωσες τὴν γῆ πάνω σὲ στέρεα θεμέλια. Ὄχι μόνο ἡ γῆ, Κύριε, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν εἶναι δικό Σου δημιούργημα. Καὶ ὅμως θἄρθη μέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τ᾿ ἄστρα θὰ χάσουν τὴν μορφή καὶ τὸ σχῆμα ποὺ ἔχουν σήμερα, ἀφοῦ ὡς ὑλικὰ δημιουργήματα ποὺ εἶναι ὑπόκεινται καὶ αὐτὰ στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀλλαγή. Σὺ ὅμως Κύριε διαμένεις. Ὅλα σὰν ροῦχο καὶ ὕφασμα “παλαιωθήσονται” “Σὺ δὲ διαμένεις” “καὶ τὰ ἔτη Σου οὐκ ἐκλείψουσι”». Ὅλος ὁ κόσμος, οἱ οὐρανοὶ κ.λπ. εἶναι ἔργα μεταβλητὰ καὶ φθαρτά. Καὶ μόνος ἄφθαρτος, ἀμετάβλητος, αἰώνιος, ἀθάνατος Κύριος καὶ Βασιλεύς καὶ Κυβερνήτης τῶν ἁπάντων, Πάνσοφος καὶ Πανάγαθος εἶναι ὁ Θεὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Συνεπῶς, μετὰ τὴν διαπίστωση καὶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς δογματικῆς ἀλήθειας, τὸ λογικὸ συμπέρασμα ποὺ προκύπτει εἶναι· δόξα καὶ τιμὴ, προσκύνηση καὶ λατρεία στὸν δημιουργὸ Κύριο καὶ Θεό μας. Στὸν ὕψιστο Θεὸ ὕψιστη τιμή. Στὸν ἄπειρο Θεὸ ἄπειρη, ἰσόβια, ἀκατάπαυστη δοξολογία. Στὸν πάνσοφο δημιουργό μας, ὅπως οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἀρχάγγελοι, συνεχὴς δοξολογία. Ὅπως ἀκριβῶς «πᾶσα ἡ κτίσις ὑμνολογεῖ» τὸν δημιουργὸ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ὡς λογικὰ ὄντα, ὡς ἔμψυχα δημιουργήματα «ἑσπέρας καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρίας» παντοῦ καὶ πάντοτε ἂς φερώμεθα ὡς εὐγνώμονες δοῦλοι, προσφέροντας στὸν Δεσπότη πάντων προσκύνηση, λατρεία, δοξολογία καὶ εὐγνωμοσύνη. Ἀδελφοί· ἀναγνώριση καὶ προσκύνηση τοῦ Ἰησοῦ ὡς Κυρίου εἶναι δόξα καὶ αἶνος πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα.

Ἀκόμη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» καὶ «ἔλαβε δούλου μορφὴν» γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Μᾶς βρῆκε χρεωμένους μὲ θάνατο σωματικό, ἀλλ᾿ ἔσχισε τὸ χειρόγραφο τῆς ὀφειλῆς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ὁφείλομε λοιπὸν νὰ μὴν ἀμελοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Νὰ μελετοῦμε τὸ Εὐαγγελιό Του. Νὰ κλείνουμε τ᾿ αὐτιά μας στὶς σειρῆνες τῆς ἐποχῆς μας. Νὰ μὴν ἔχουμε κανένα φόβο καὶ ἐνδοιασμὸ ὅτι ὁ Ἰησοῦς θέλει τὸν ἁγιασμό μας καὶ γι᾿ αὐτὸ ὡς διακόνους καὶ ὑπηρέτες τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ μας ἔχει ὁρίσει ἀγγέλους. Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο «δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν, μήποτε παραρρυῶμεν»

Ἀδελφοί μου· κάθε παράβαση καὶ παρακοὴ ἔχει κόστος πνευματικὸ καὶ ἔνδικο μισθαποδοσία. Εἴμαστε ἐξαγορασμένοι καὶ ἀκριβοπληρωμένοι, ὄχι μὲ ἀσήμι καὶ χρυσάφι, ἀλλὰ μὲ τὸ ἀτίμητο αἷμα τοῦ Θεανθρώπου, καὶ εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη μας, βαρειὰ ἡ ἐνοχή μας, ἂν ἀδιαφορήσουμε πρὸς τὰ πνευματικά, τὰ θεῖα καὶ αἰώνια· «Στῶμεν, λοιπόν, καλῶς. Στῶμεν μετὰ φόβου».









22 Μαρτίου, Κυριακὴ Γ´ Νηστειῶν·
Ἐγκύκλιος τῆς Ἱ.Συνόδου περὶ ἱερατικῶν κλήσεων










29 Μαρτίου, Κυριακὴ Δ´ Νηστειῶν·
Μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τῆς Κλίμακος
Ἀπόστολος Ἑβρ. 6, 13-20


Τὴν ἐλπίδα «ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν»· ἀφοῦ ἐδῶ στὴν γῆ εἴμαστε περαστικοί, «ξένοι καὶ πάροικοι καὶ παρεπίδημοι», ἀδελφοί μου, τὴν ἐλπίδα γιὰ τὰ μέλλοντα «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» ἔχουμε σὰν ἄγκυρα. Ἄγκυρα ἀσφαλῆ καὶ βεβαία. Ἄγκυρα ποὺ σώζει. Ἄγκυρα ποὺ δίνει τὸ αἴσθημα τῆς σιγουριᾶς. Ἡ ἐλπίδα εἶναι ἡ ἔντονη, ἡ γλυκειὰ προσδοκία τῆς θείας προστασίας. Ἀποτελεῖ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αἰσιοδοξία γιὰ τὸ μέλλον, γιὰ ἀγαθὰ «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Ἡ ἐλπίδα δίνει φτερὰ στὸν Χριστιανὸ καὶ δύναμη γιὰ τὸν πνευματκό του ἀγῶνα. Μεταγγίζει θάρρος στὶς δοκιμασίες καὶ βάλσαμο παρηγοριᾶς στὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη.

Αὐτὴν «τὴν ἐλπίδα τὴν ἀποκειμένην ἡμῖν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» εἶχε υἱοθετήσει καὶ ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ὅσιος Ἰωάννης καὶ ἄκουσε καθαρὰ τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ· «Ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε καὶ ρύσομαι αὐτὸν· ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου... ἐξελοῦμαι αὐτὸν» καὶ «ὅτι ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει». Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶναι Θεὸς τῆς ἐλπίδος, ἀπὸ ἡλικίας 16 ἐτῶν εἶχε πυρποληθῆ ἀπὸ θεῖο ἔρωτα καὶ ἀνεχώρησε γιὰ τὸ θεοβάδιστο ὅρος Σινᾶ. Πλήρης ἀπὸ φιλόθεο ἀδολεσχία, νηστεύοντας ἀγρυπνοῦσε καὶ προσευχόταν. Ἁγίαζε τὶς νύχτες «ταῖς τῶν δακρύων του ροαῖς» «τὴν ψυχὴν καθαιρόμενος καὶ παννύχοις στάσεσι τὸν Θεὸν ἱλασκόμενος». Ἀδελφοί, ὁ ἑορταζόμενος ἅγιος εἶχε πρὸς τὸ Θεὸ «ἔρωτα ἀνείκαστο», ἀνυπολόγιστη ἀγάπη πρὸς Αὐτόν.

Εἶναι δύσκολο νὰ κατανοήση ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ὅτι πλήθη χριστιανῶν ἔτρεχαν νὰ τὸν συναντήσουν καὶ ν᾿ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο στόμα του τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παρηγορηθοῦν. Ἀλλὰ καὶ πλήθη μοναστῶν τὸν συμβουλεύονταν. Καὶ ὑπακούοντας σὲ σχετικὸ αἴτημά τους ἔγραψε βιβλίο γιὰ τὰ καθήκοντα τῶν ἡγουμένων καὶ τῶν ποιμένων, ὥστε διαβάζοντάς το κανεὶς ν᾿ ἀνεβαίνη τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάνη στὸν Παράδεισο. Ἡ ἀρετή του ἦταν τόσο ἀνεγνωρισμένη, ὥστε οἱ πατέρες τῆς Μονῆς Σινᾶ τὸν ἐξέλεξαν γιὰ ἡγούμενό τους καὶ τὸ μέλλον τοὺς δικαίωσε γιὰ τὴν ἐπιλογή τους, γιατὶ ὁ ὅσιος Ἰωάννης διέλαμψε στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ θεοβαδίστου ὅρους Σινᾶ ὡς φωστήρας τ᾿ οὐρανοῦ πάντοτε ἔχοντας τὴν ἐλπίδα στὰ μέλλοντα ἀγαθά.

Κοιμήθηκε καὶ ἀναπαύθηκε στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν, γιὰ νὰ ἀπολαύση τὴν ἐλπίδα του περὶ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ἡ διδασκαλία του γιὰ τὸν μοναχισμὸ παρουσιάζει πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ ἔχει ἀπολογητικὸ καὶ πειστικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ καὶ ἀναδεικνύει ἀποστομωτικὰ ἐπιχειρήματα. Γράφει λοιπὸν ὁ ὅσιος: «Οὐ μισοῦντες ἡμεῖς τοὺς οἰκείους ἑαυτῶν ἢ τοὺς τόπους ἀναχωροῦμεν, μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσγενομένην βλάβην ἀποφεύγομεν»· δηλαδὴ δὲν φεύγουν οἱ μοναχοὶ στὰ μοναστήρια, γιατὶ μισοῦν τοὺς συγγενεῖς τους ἢ τοὺς τόπους καταγωγῆς τους, ἀλλοίμονο· ἀλλὰ γιατὶ θέλουν ν᾿ ἀποφύγουν τὴν βλάβη ποὺ προξενεῖ στὴν ψυχή τους ἡ κακὴ διαγωγὴ καὶ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ κόσμου. Ἄλλωστε καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ὑπέδειξεν τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τὴν τοιαύτην τῶν συγγενῶν.

Ἀδελφοί μου· ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. Ὁ Μωϋσῆς ἐλπίζει καὶ ἐλευθερώνει τὸ λαό του· ὁ Ἰὼβ ἐλπίζει καὶ λυτρώνεται ἀπὸ τὰ δεινά του· ὁ Ἰακὼβ ἐλπίζει καὶ γυρίζει στὴν πατρίδα του· οἱ Ἀπόστολοι ἐλπίζουν καὶ στὶς πενήντα μέρες φωτίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ Ὑπερῷο τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἡ ἐλπίδα θὰ σώση καὶ μᾶς. Ἀμήν.