ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


Κηρύγματα μηνὸς Φεβρουαρίου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

1 Φεβρουαρίου, Κυριακὴ ΙΖ´ Ματθ.
Τῆς Χαναναίας καὶ Τρύφωνος μάρτυρος
Ἀπόστολος Ρωμ. 8, 28-39

«Οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν, πάντα συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν».

Γνωρίζουμε καλά ὅτι σὲ ὅσους ἀγαπᾶνε τὸν Θεὸ ὅλα συντελοῦν γιὰ τὸ καλὸ τους», ἰδιαίτερα σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι προσκαλεσμένοι Του μὲ τὴν θέλησή τους. Καὶ ἂν κάποιοι ἄλλοι στρέφουν τὴν πλάτη τους στὸν Θεὸ καὶ Τὸν ἀγνοῦν, Αὐτὸς ἔχει ἐξασφαλίσει σὲ ὅλους ἔλευθερία, ἀγάπη, εὐκαιρίες γιὰ σωτηρία καὶ μὲ τὴν ἁγία συμπεριφορὰ καὶ ζωή τους νὰ γίνουν ἀδέλφια μικρότερα τοὺ Χριστοῦ, ποὺ παραμένει ὁ μεγάλος ἀδελφὸς ὅλων, ὁ πρωτοπόρος ποὺ «τὰς ἀσθενείας ἡμῶν φέρει» καὶ θυσιάζεται. Ἀδελφοί, «εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τὶς καθ’ἡμῶν;». Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια μεγάλη ποὺ τὴν διαλαλεῖ παντοῦ ἡ ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τρύφωνος, ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία ἀρχίζει ὁ Φεβρουάριος μήνας.

Ὁ ἅγιος Τρύφων καταγόταν «ἐκ τῆς πόλεως Λαμψάκου τῆς Φρυγίας», ἦταν πτωχὸς καὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίση τὰ ἀπαραίτητα ἔβοσκε χῆνες. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θεωρεῖται προστάτης τῶν κηπουρῶν καὶ τῶν ἀμπελουργῶν, γι’ αὐτὸ καὶ εἰκονίζεται στὶς ἅγιες εἰκόνες του μὲ δρεπάνι καὶ κλαδευτῆρι. Εἶναι ὁ καρτερικὸς μάρτυς, ὁ μιμητὴς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸ ἀποστολικὸ λόγιον «ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν∙ ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς». Εἶναι ὁ μάρτυς, ποὺ μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς θαυμαστῆς καὶ ἐνάρετης ζωῆς του, ἐλέγχει ὅλους ἐμᾶς ποὺ μένουμε ἀμετανόητοι. Κέντρον τῆς ζωῆς του ὁ πτωχὸς Τρύφων εἶχε τὸ Εὐαγγέλιο. Πλουτισμό του εἶχε τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Βόσκοντας τὶς χῆνες του στὰ χλοερὰ λειβάδια ἐφοδίαζε τὴν ψυχή του μὲ τὰ διδάγματα ἀπὸ τὸν πνευματικὸ λειμῶνα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Καὶ ἔτσι ἡ καλοδιάθετη αὐτὴ ψυχὴ ἔγινε δοχεῖο τῆς Θείας Χάριτος, ποὺ τὸν ἔλουσε ὁλόκληρο καὶ τὸν ἐφώτισε. Καὶ ἐξηγεῖται ἔτσι πῶς τὸν φτωχὸ βοσκὸ τῶν χηνῶν πολλοὶ τὸν πλησιάζουν, γιὰ νὰ συζητήσουν μαζί του, νὰ τὸν ἀκούσουν, νὰ τὸν συμβουλευθοῦν, νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ αὐτόν. Ἕλκει καὶ μαγνητίζει πολλοὺς στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταλαμπαδεύει σὲ αὐτοὺς τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν. Ψάλλει γιὰ αὐτὸν ὁ ὑμνωδὸς ὑμνολογῶντας τον: «φῶς ἐγένου δεύτερον, φωτὶ τῷ πρώτῳ προσπελάσας».

Ὅμως ἀδελφοί, ὁ ἅγιος Τρύφων ἔλαβε καὶ ἄλλη εἰδικὴ χάρι ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν χάρι τῆς θεραπείας καὶ τῶν ἰάσεων, καὶ μὲ τὴν χάρι τοῦ Κυρίου, ποὺ πάντα «συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν», ἐθεράπευε ἀσθένειες καὶ ἡ φήμη του ὡς θαυματουργοῦ ἄνδρα διαδόθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία, γι’ αὐτὸ ὁ αὐτοκράτωρ Γορδιανὸς τὸν ἀναζήτησε καὶ τοῦ ζήτησε νὰ γιατρεύση τὴν κόρη του, «ὅπερ καὶ ἐγένετο». Θέλησε ὁ Γορδιανὸς νὰ τὸν ἀνταμείψη μὲ δῶρα, δόξα, τιμὲς καὶ ἀξιώματα. Ὁ πρέσβυς ὅμως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τὰ ἀρνεῖται εὐγενικὰ ὅλα καὶ ἐπιστρέφει στὴν Λάμψακο, στὸ γνωστὸ περιβάλλον καὶ τὴν ἀποστολή του, γιὰ νὰ ἀναδειχθῆ μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, μάρτυρας, ἥρωας τῆς πίστεως, ὁμολογητής· καὶ τὸ ἔτος 250, μετὰ ἀπὸ φοβερὰ μαρτύρια καὶ ἐκβιασμοὺς γιὰ νὰ ἀρνηθῆ τὴν πίστη του, «ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων στέφει τὸν μάρτυρα καὶ τοῦτον ἐναυλίζει σκηναῖς ἐπουρανίοις». «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν, πάντα συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν». Ἡ ἀγάπη τοῦ μάρτυρα Τρύφωνα γιὰ τὸν Θεὸ τὸν ὁδήγησε στὴν μακαριότητα καὶ αἰωνιότητα. «Ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ τό στέφος τῆς ἀφθαρσίας ἐκομίσατο».

Ἀδελφοί μου, θαρρῶ πώς πρέπει νά σᾶς θυμίσουμε ὅτι ἡ καλύτερη τιμὴ καί δοξολογία τοῦ μάρτυρα εἶναι ἡ μίμηση τοῦ μάρτυρα. Καί στήν προκειμένη περίπτωση ἂς πάρουμε ὁ καθένας δρεπάνι καί κλαδευτῆρι, γιά νά κλαδεύσουμε καί ξεριζώσουμε λάθη, πάθη, ἁμαρτίες, ἐγωισμοὺς καί ὅ,τι ἄλλο μᾶς κρατάει μακριά ἀπό τόν Θεό, καί ἔτσι νά ἀναδειχθοῦμε ἀληθινοί ἑορταστές τοῦ μάρτυρα, γιὰ νὰ ἔχουμε θάρρος καὶ παρρησία πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ λέμε· Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀμήν.









8 Φεβρουαρίου, Κυριακὴ ΙΣΤ´ Λουκᾶ
Τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Ἀπόστολος Β´ Τιμοθ. 3, 10-15
Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου Στρατηλάτου


Ἀδελφοί μου, «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται». Ὅσοι θέλουν νὰ ζήσουν μὲ εὐσέβεια μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ θὰ ὑποστοῦν διωγμούς. Καὶ τοῦτο τὸ παύλειο λόγιον ἔχει πλήρη ἐφαρμογὴ στὸν ἅγιο ποὺ σήμερα γιορτάζουμε καὶ τὴν μνήμη αὐτοῦ ἐπιτελοῦμε, τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου ποὺ «κατ’ἀξίαν Στρατηλάτης ὑπῆρξε τιμηθεὶς καὶ Θεοῦ Στρατηλάτης». Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λικινίου, συναυτοκράτορα τοῦ Κωνσταντίνου, γύρω στὰ 320 μ.Χ στὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, στὴν Ἡράκλεια τοῦ Πόντου (πλῆθος ἀδελφοί μου, νέφος, οἱ ἅγιοι τοῦ Πόντου), μὲ καταγωγὴ ἀπὸ περιοχὴ τῆς Γαλάτειας τῆς Μ. Ἀσίας. Ἦταν ἰσχυρὴ φυσιογνωμία καὶ φύση προικισμένη πλουσιοπάροχα μὲ πολλὰ χαρίσματα καὶ τάλαντα. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι «ἐν πολλοῖς βασάνοις, ἐτροπώσατο τῷ ὅπλω τῆς εὐσεβείας ἐχθροῦ παράταξιν».

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος εἶναι αὐτὸς ποὺ παλεύει νὰ σώση τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήση στὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Εἶναι ἐκφραστὴς τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα. Στὸ πρόσωπό του ἡ παύλειος προτροπὴ «ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. 1, 21) εὑρίσκει πλήρη ἐφαρμογή. Τὸ τοῦ Δαυὶδ ψαλτικὸν «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (ψαλμὸς 23, 1) δικαιώνεται πλήρως. Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς ἐπαινῶντας καὶ δοξολογῶντας τὸν ἑορτάζοντα ἅγιο ψάλλει «Σήμερον ἀνέτειλεν... ἡ σεβάσμιος μνήμη τοῦ ἀθλοφόρου Χριστοῦ, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας ἀνενδότως φωτίζουσα καὶ τὰ νέφη τῶν ψυχῶν ἀποδιώκουσα, τῇ ἐνεργείᾳ καὶ χάριτι τοῦ Πνεύματος» (Δοξ. Ἑσπερ.)

Ἀδελφοί, ὁ ἐγκωμιαζόμενος ἅγιος καὶ μάρτυς διακρινόταν γιὰ τὸ κάλλος, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἀκτινοβολία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του, γιὰ τὴν δύναμη καὶ γλυκύτητα καὶ πειστικότητα τῶν λόγων του. Πολλοὶ σύγχρονοί του ἐπεδίωκαν συναναστροφὴ μὲ αὐτόν, γιατὶ πάντα αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία γινόταν ἀφορμὴ καὶ εὐκαιρία φωτισμοῦ, ἐλευθερίας· «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθεια καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ἡμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32). Ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ μάρτυρα οὔτε ὁ βασιλιὰς Λικίνιος δὲν ἔμεινε ἀσυγκίνητος καὶ ἐνοίωσε τὴν ἀνάγκη νὰ τὸν γνωρίση καὶ νὰ τὸν συναντήση, παρότι ἦταν γνωστὴ σὲ ὅλους ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ ἀποστροφή του πρὸς τὰ εἴδωλα. Καὶ σὲ συνάντησή του ὁ ἅγιος Θεόδωρος μὲ τὸν αὐτοκράτορα παραλαμβάνει τὰ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ ξόανα καὶ ἀγάλματα τῶν θεῶν τοῦ Λικινίου, δῆθεν γιὰ κατ’οἶκον προσκύνηση, καὶ θρυμματίζει καὶ κατατεμαχίζει αὐτά, δίνοντας στοὺς πτωχοὺς τῆς περιοχῆς ἀπὸ ἕνα κομμάτι τῶν εἰδώλων, ποὺ ὡστόσο ἦταν φτιαγμένα ἀπὸ πολύτιμο ὑλικὸ. Ἄλλος πῆρε τὸ κεφάλι τοῦ εἰδώλου, ἄλλος τὸ χέρι, ἄλλος ἄλλο μέλος κ.λπ. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ἔγινε ἀντιληπτὸ καὶ σύμβουλος τοῦ Λικινίου, ὁ κομενταρίσιος Μαξέντιος , ὅταν εἶδε ἕνα πτωχὸ ποὺ κρατοῦσε τὸ χρυσὸ κεφάλι τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, ἀγανάκτησε καὶ πληροφόρησε τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὴν πράξη τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Ἀδελφοί, ὅλοι κατανοοῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ καταγγελία ἦταν σοβαρή. Θεωρήθηκε προσβολὴ καὶ ἀσέβεια πρὸς τοὺς «δῆθεν θεούς». Συνελήφθη ὁ μάρτυς Θεόδωρος καὶ βασανίσθηκε κατὰ τὴν γνωστὴ διαδικασία τῶν Ρωμαίων. Τὸν ἔγδυσαν οἱ δήμιοι τὸν θεράποντα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἐτέντωσαν ἐπὶ γῆς μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν ἄφησαν νηστικὸ ἑπτὰ ὁλόκληρες ἡμέρες καὶ τελικὰ τὸν ἐσταύρωσαν. Ὅμως Ἐκεῖνος ποὺ διεκήρυξε «τοὺς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω» διατήρησε τὸν Θεόδωρο ἀλώβητο· καὶ γιὰ τοῦτο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πολλὴ τοῦ Κυρίου μας ἀνοχὴ καὶ μακροθυμία ὅλοι ψάλλουμε· «Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ».









15 Φεβρουαρίου Κυριακὴ ΙΖ´ Λουκᾶ
Τοῦ Ἀσώτου
Ἀπόστολος Α´ Κορινθ. 6, 12-20


«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν ἀλλ’οὐκ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος». Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ δὲν συμφέρουν ὅλα· ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιαστῶ ἀπὸ κανέναν.

Ἀδελφοί, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι λατρεύανε ἀκόμα καὶ δημοσίως τὴν ἀκολασία καὶ τὴν ἀσέλγεια, ἀκούστηκε ἀπὸ τὸν κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων τὸ σάλπισμα γιὰ μία καινούργια ἠθικὴ ζωή. Ἡ ἀνομία ποὺ γιὰ χρόνια πολλὰ εἶχε γίνει νόμος, τώρα ἀνατρέπεται καὶ διδάσκεται ἡ πρωτόγνωρη διδασκαλία τῆς ἐγκράτειας, τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁγνότητας. Καὶ πόση ἀξία ἔχουν οἱ ἀρετὲς τῆς ἐγκρατείας, τῆς ἁγνότητας, τῆς αὐτοκυριαρχίας, λίγο εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ τονίσουμε, ἰδιαίτερα σήμερα ποὺ ἡ ἐποχή μας ἔγινε ἐποχὴ ταραχῆς καὶ ἐρειπίων.

Πόση ἀξία ἔχει ἡ θεογνωσία καὶ ὁ εὐαγγελισμός μας σήμερα, μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἀπὸ μεγάλη μερίδα τοῦ κόσμου μας ἀπουσιάζει ὁ Θεός, λείπει ἡ πληροφόρηση γιὰ τὸ ἅγιο θέλημά του, λείπει ἡ ὀρθὴ κρίση, ἡ σωστὴ κατεύθυνση, μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ θυμίσουμε. Ὅλοι μας γνωρίζουμε ὅτι μᾶς λείπει ἡ ὀρθὴ κρίση, ἡ σωστὴ κατεύθυνση καὶ κυριαρχοῦν ἰδέες ἀρρωστημένες καὶ βασιλεύει ἀφάνταστη ἐπιπολαιότητα. Μήπως ξεχνοῦμε ὅτι θεωροῦμε τὴν ἀνηθικότητα ὡς ἀνωτερότητα καὶ τὴν ἐξαχρείωση ὡς δῆθεν πολιτισμό; Ναί· «Πάντα μοι ἔξεστι, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει»· κρῖμα γιὰ μᾶς ὅτι «ἐξουσιασθήκαμε» ὑπὸ τῶν παθῶν μας. Κρῖμα γιὰ μᾶς, γιατὶ παραδώσαμε τὸ σῶμα μας, ποὺ ἀποτελεῖ «ναὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄Κορ. 6, 19) ποὺ εἶναι «ναὸς Θεοῦ ζῶντος» (Β’ Κόρ. 6-16), τὸ σῶμα μας ποὺ θεωρεῖται ἐπὶ τῆς γῆς μέλος Χριστοῦ, αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ φθαρτὸ ποὺ θὰ ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καὶ ὡς θνητὸ θὰ ἐνδυθῆ ἀθανασία, τὸ παραδώσαμε στὴν φθορά, τὴν ἡδονή, τὴν ἁμαρτία, τὴν ἀκολασία καὶ τὸ ἐξουθενώσαμε.

Ἀδελφοί μου, τὸ σῶμα μας ὑποχρεούμεθα νὰ τὸ διαφυλάξουμε ὡς πανάκριβο καὶ σπάνιο καλλιτέχνημα. Νὰ τὸ διατηροῦμε καθαρό, ἀμόλυντο, ἅγιο, νὰ τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ ὡς ὄργανο καὶ σκεῦος ἀρετῆς κατὰ τὸ παύλειο λόγιον: «Παραστῆσαι τὰ σώματα ἡμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 12, 1).

Τιμὴ ἐπιφυλάσσει στὸ σῶμα μας ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία, φροντίδα καὶ ἐνδιαφέρον, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διαφθείρων τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ σῶμα δηλαδή, τιμωρεῖται μὲ βαρειὰ ποινή. (Α΄ Κόρ. 3-16, 17) Κρῖμα γιὰ μᾶς, ἀδελφοί, γιατὶ λερώσαμε τὴν καρδιά μας καὶ συνεπῶς ὅλα τὰ ἔργα μας εἶναι μολυσμένα. Καὶ ἔργα μολυσμένα εἶναι τὰ ἔργα τῆς σάρκας, δηλαδὴ «μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια», πράξεις τὶς ὁποῖες οἱ ταῦτα «πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν» (Γαλ. 5, 19-21), ἀφοῦ «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος», θάνατος τοῦ σώματος, θάνατος καὶ τῆς ψυχῆς, φίλοι μου.

Ὁ Θεός, ἡ πατρίδα, ἡ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία, ἡ μεταφυσική μας προσδοκία, μᾶς καλοῦν νὰ διαφυλάξουμε μὲ κάθε θυσία τὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς μας. Νὰ κρατήσουμε ἀπόρθητο τὸ κάστρο τῆς ψυχῆς μας. Νὰ κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὶς σειρῆνες τοῦ κακοῦ. Νὰ ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια μας τὸ σύνθημα τοῦ Παύλου «σεαυτὸν τήρει ἁγνόν» (Α΄ Τιμοθ. 5-22), κυρίως ὅμως τὸ λόγιόν του «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν ἀλλ’οὐκ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.









22 Φεβρουαρίου, Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω
Ἀπόστολος Α´ Κορινθ. 8, 8-13 καὶ 9, 1-2


«Βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ, οὔτε γάρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα». Ἄρα σὲ μᾶς δὲν δίνει ἀξία τὸ φαγητὸ μπροστὰ στὸν Θεό. Γιατὶ οὔτε ἂν φᾶμε κερδίζουμε τίποτα, οὔτε ἂν δὲν φᾶμε χάνουμε τίποτα. Ἀδελφοί μου, μὲ εὐκολία κανεὶς διαπιστώνει ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ Ἀποστόλου πρῶτον μὲν ὅτι δὲν εἶναι κανένα κατόρθωμα τὸ νὰ τρῶνε τὰ εἰδωλόθυτα σὰν ἁπλᾶ κτίσματα, πλάσματα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀκόμη ὅτι δὲν μολύνει τὸ φαγητό, ἀλλὰ μολύνεται ἡ συνείδηση, ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοδώρητος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνησυχεῖ γιὰ τοὺς ἀδύνατους καὶ ἀσθενέστερους στὴν πίστη καὶ προτρέπει γενικῶς «βλέπετε μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν (ποὺ σημαίνει δικαίωμα, ἄδεια, δυνατότητα νὰ πράξω κάτι) πρόσκομμα γίνεται τοῖς ἀσθενοῦσι». Ἰδιαίτερα ὡς πρὸς αὐτό, γίνεται αὐστηρὸς μὲ τοὺς Κορινθίους.

Φαίνεται πὼς οἱ χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου ἔκαναν κάποιες ἀταξίες, ποὺ ἔγιναν ἀφορμὴ γιὰ ἀνωμαλία καὶ σύγχυση στὴν πρωτοΐδρυτη τοπικὴ Ἐκκλησία ἐκεῖ. Μερικοὶ γνωρίζοντας πὼς τὰ εἴδωλα ἦταν ψεύτικα καὶ ἀνύπαρκτα, τρώγανε ἄφοβα ἀπὸ τὰ κρέατα ποὺ ἔκαναν θυσία οἱ εἰδωλολάτρες. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα οἱ νέοι κατηχούμενοι νὰ κλονιστοῦν, νὰ σκανδαλισθοῦν καὶ νὰ γυρίσουν πίσω στὴν εἰδωλολατρεία. Συνιστᾶ, λοιπόν, ὁ θεῖος Ἀπόστολος νὰ θυσιάσουν τὸ δικαίωμά τους νὰ τρῶνε, γιατὶ ἀλλιῶς ἁμαρτάνουν εἰς Χριστόν. Καὶ ἐπιλέγει χαρακτηριστικά· «Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω». Προκειμένου νὰ γίνω αἰτία σκανδαλισμοῦ, προτιμῶ νὰ μὴν ἀγγίξω-φάω κρέας στὴ ζωή μου.

Μὲ πόσο δέος προσεγγίζει ὁ θεῖος Παῦλος, παιδιά μου, τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδάλου! Μία τέτοια ἰδέα τὸν φοβίζει. Στὴν ἰδέα τοῦ σκανδάλου ἐπιλέγει νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὴν ἐξουσία, δικαίωμα, δυνατότητά του, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίση. Πόση διαφορὰ μὲ μᾶς τοὺς σημερινοὺς χριστιανούς! Καὶ ἐνῶ ἐπιμένει νὰ μᾶς προτρέπη «μιμηταί μου γίνεσθε», ἐμεῖς ἐπιλέγουμε νὰ εἴμαστε αἴτιοι, πρόξενοι σκανδάλων καὶ σκανδαλισμοῦ. Ἠθελημένα ἢ καὶ ἀθέλητα δὲν υἱοθετήσαμε τὴν χριστιανικὴ ἀρχὴ «πάντα μοι ἔξεστι, ἄλλ’οὐ πάντα συμφέρει» (Α΄ Κορινθ. 6-12).

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μερικοὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς σύγχρονους χριστιανοὺς ἀντὶ νὰ χτίζουμε γκρεμίζουμε. Ἀντὶ νὰ ὁδηγοῦμε στὸν Χριστὸ ἀνθρώπους, μὲ τὰ σκάνδαλά μας τοὺς παγιδεύουμε καὶ τοὺς ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴν σωτηρία. Μπορεῖ καὶ νὰ ἐκκλησιαζόμαστε, μπορεῖ καὶ νὰ κοινωνᾶμε· μπορεῖ νὰ εἴμαστε καὶ κληρικοί, παρὰ ταῦτα δὲν «γίναμε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί». Ἔτσι μὲ τὶς ἀταξίες μας ἢ τὴν ἀσυνέπειά μας δικαιώνουμε ἀρνητικὰ τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ λέγει «δι’ ὑμᾶς διὰ παντὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν ταῖς ἔθνεσι». (Ἠσ. 52-5). Κλείνουμε «τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων» καὶ συνεπῶς «ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφός, δι’ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν» (Α΄ Κορ. 8,11).

Προσοχή, ἀδελφοί μου· Εἶναι φοβεροὶ οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου μας. Ὅποιος σκανδαλίση ἔστω καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἁπλοὺς καὶ ταπεινοὺς ποὺ πιστεύουν σὲ μένα, καλὸ θὰ ἦταν νὰ κρεμάση μία μυλόπετρα στὸ λαιμό του καὶ νὰ βουλιάξη στὴ θάλασσα. Προσοχὴ λοιπόν. Ἂς γίνη στόχος καὶ ἀντικείμενο-αἴτημα προσευχῆς. Τὸν ἀδελφόν μου νὰ μὴ σκανδαλίσω. Χρόνια Πολλά. Καλὲς Ἀπόκριες.