ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΤΟΣ 2009
Κηρύγματα μηνὸς Ἰανουαρίου 2009
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

4 Ἰανουαρίου 2009, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων
Ἀπόστολος Β´ Τιμοθ. 4, 5-8


«Ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ» συνιστᾶ, ἀδελφοί, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν μαθητή του Τιμόθεο, (τὸν ὁποῖο ἐγκατέστησε, κατὰ τὴν τέταρτη περιοδεία του, Ἐπίσκοπο καὶ Προϊστάμενο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου), γιατὶ οἱ ἄνθρωποι «ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν καὶ ἐκτραπήσονται ἐπὶ τοὺς μύθους» καὶ εἶναι δυσβάσταχτη καὶ δυσνόητη ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ κυρίως προκαλεῖ ἀναστάτωση σ᾿ ὅσους δὲν ἀναζητοῦν τὸν Θεό· «Ποίησον ἔργον εὐαγγελιστοῦ», τὸν προτρέπει, γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ «ἄρτος τῆς ζωῆς», εἶναι φῶς, εἶναι κοφτερὸς σὰν μαχαίρι. «Ποίησον ἔργον εὐαγγελιστοῦ», γιατὶ μὲ τὴν θεϊκὴ διδαχὴ γίνεται ἕτοιμος κανεὶς νὰ ἐπιβληθῆ στὸν ἑαυτό του καὶ ὀχυρώνεται ἀπὸ τοὺς μύθους τῶν ψευτοδιδασκάλων τῆς κάθε ἐποχῆς. «Ποίησον ἔργον εὐαγγελιστοῦ», παραγγέλλει ὁ Παῦλος στὸν ἅγιο Τιμόθεο, γιατὶ «ἐκ βρέφους ἔμαθες τὰ ἱερὰ γράμματα» (Β´ Τιμ. 3-15).

Διδάσκοντας καὶ εὐαγγελιζόμενος τοὺς ἀνθρώπους τοὺς βοηθᾶς νὰ ρυθμίζουν τὴν συμπεριφορά τους σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν παρασύρονται μακριὰ ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀκόμα, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς «εἶναι σὰν ἕνα μεγάλο σπιτικὸ ποὺ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἔχει καὶ τὰ παραστρατημένα παιδιά της» τοῦ ὑποδεικνύει: «Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι», ἔχε διαρκῶς τὰ μάτια σου ἀνοιχτά, πρόσεχε νἆσαι σ᾿ ἐγρήγορση, «κακοπάθησον».

Ἀδελφοί μου· τὸ ἔργον τοῦ εὐαγγελισμοῦ, τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς φανέρωσης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι χρέος καὶ τιμή· χρέος ὅλων καὶ τιμὴ μεγάλη. Τὸ ἔργο τῆς χριστιανικῆς ἱεραποστολῆς εἶναι θέλημα Θεοῦ. Τὸ «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 28,19) καὶ «κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. 16,15) ἀποτελοῦν τὴν παρακαταθήκη, τὴν διαθήκη τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τοὺς μαθητές Του. Τιμὴ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γίνεται ὄργανο σωτηρίας καὶ ὁδηγεῖ ναυαγισμένες ψυχὲς στὸ λιμάνι τοῦ Χριστοῦ· ποὺ μεταδίδει φῶς πνευματικὸ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ χαροπαλεύουν στὰ σκοτάδια τοῦ κακοῦ, ποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ πλοκάμια τοῦ διαβόλου ἀνθρώπινες ψυχές, ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν ἱεραποστολὴ γίνεται συνεργάτης τοῦ Θεοῦ. «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4-20).

Ἀδελφοί· «τοῦτο ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν» (Α´ Θεσσ. 4-4), γι᾿ αὐτὸ ἂς στοχεύσουμε στὴ νίκη καὶ τὸ στέφανο τῆς ἁγιότητος· ἂς ἀγωνισθοῦμε τὸν ἀγῶνα τὸν καλό· ἂς μείνουμε σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν πίστη μας. Ἂς προσευχηθοῦμε «Κύριε πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17-5). Ὅλοι εἴμαστε καλεσμένοι στὴν αἰώνια οὐράνια ζωή. Ὅμως πρέπει νὰ υἱοθετήσουμε τὸν τρόπο εἰσόδου μας: «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν. Στενὴ δὲ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν» (Ματθ. 7, 13-14).

Ἀγαπητοί μου· «κάθε ἀληθινὸς πιστὸς χριστιανὸς, εἶναι ἕνας μεγάλος φάρος στὴν σκοτεινὴ πορεία τοῦ κόσμου. Ὅσο περισσότεροι πνευματικοὶ φάροι ὑπάρχουν τόσο λιγότερα ψυχικὰ ναυάγια θὰ ἔχουμε. Μακάρι νὰ εἴμαστε ἢ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς τέτοιοι εὐαγγελικοὶ σωτήριοι φάροι» . Γένοιτο.

Καλὴ καὶ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ χρονιά. Ἀμήν.









11 Ἰανουαρίου 2009, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα
Ἀπόστολος Β´ Κορινθ. 4, 6-15


«Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τὸν φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», δηλ. «ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψη φῶς, Αὐτὸς ἔλαμψε στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ φωτισθοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε τὴν δόξα Του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ». Ἡ λάμψη τῆς Δαμασκοῦ εἶναι ἀνεξίτηλη καὶ νωπὴ ἀκόμα γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ ἦταν κάποτε σκοτάδι, τώρα εἶναι φῶς. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνη ἀλλιῶς, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἔχει διακηρύξει· «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ»· καὶ ἀκόμη· «Ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα» (Ἰω. 12, 46). Ὁ Ἰησοῦς, μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω.1-9). Γι᾿ αὐτὸ «ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἔλαμψεν ἐπ᾿ αὐτούς»· καὶ σὲ ἐπικύρωση τῶν ἀπόψεων τοῦ Παύλου ἡ Ἐκκλησία ψάλλει σ᾿ ὅλους τοὺς τόνους: «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι».

Ὅλοι ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ὅ,τι καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος: ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, φῶς ἐκ φωτὸς· καὶ ὅλοι ἐνθυμούμεθα πὼς στὴν μεγάλη ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων πανηγυρικὰ ψάλαμε καὶ ἐνθουσιαστικὰ δεχθήκαμε ὅτι: «Φῶς ἐκ φωτὸς ἔλαμψε τῷ κόσμῳ, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν» (α´ Ἰδιόμελο Αἴνων τῶν Θεοφανείων). Αὐτὸ ἐπίσης διακηρύσσουμε καὶ κατὰ τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Θείας Μεταμορφώσεως: «Φῶς ἀναλλοίωτον Λόγε, φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου, ἐν τῷ φανέντι φωτί σου..., φῶς εἴδομεν τὸν Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα...» (ἐξαποστειλ. ἑορτῆς).

Ἔχει πολὺ δίκιο, ἀδελφοί μου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ποὺ λέγει: ἔλαμψε ὁ Θεὸς στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν δόξα Του στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. 2,32) καὶ ὡδήγησε λαοὺς καὶ ἔθνη «ἀπὸ τοῦ σκότους εἰς τὸ φῶς» (Πράξ. 26-18) καὶ καθημερινὰ μᾶς καλεῖ ὅλους ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας στὸ «θαυμαστὸ Αὐτοῦ Φῶς» (Α´ Πέτρ.2,9). Ἑορτάσαμε τὰ Θεοφάνεια, δηλ. τὸ ὅτι ὁ ἀναβαλλόμενος τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον» (Ψαλμ. 103-3) «ἐπεφάνη καὶ πᾶσι τὸν φωτισμὸν δωρεῖται» (ἰδιόμελ. δ´ Θεοφανείων).

Ἀδελφοί, δόξα ἀνήκει στὸν Θεό, γιατὶ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε ἀκόμη καλλίτερα καὶ περισσότερο τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὅλος φῶς· ἀρκεῖ νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι «φῶς τὰ προστάγματά Του ἐπὶ τῆς γῆς» καί, ὅπως ὁ Προφητάναξ Δαυίδ, νὰ ὁμολογοῦμε· «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118-105). Ἔχουμε ὑψηλὴ πρόσκληση νὰ γίνουμε υἱοὶ φωτὸς καὶ υἱοὶ ἡμέρας· φωτόμορφα τῆς Ἐκκλησίας τέκνα. Ἐμπρὸς λοιπόν: «Προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ κατεσχυνθῇ» (Ψαλμ. 34-6). «Χριστὲ τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸν τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (εὐχὴ Α´ Ὥρας), Σύ «Φωτοδότα Κύριε ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου, φώτισον τὴν καρδίαν ἡμῶν καὶ σῶσον ἡμᾶς» Ἀμήν. (Φωταγωγικὸν ἦχος πλ. α´)









18 Ἰανουαρίου 2009, Κυριακὴ ΙΒ´ Λουκᾶ· τῶν 10 λεπρῶν
Ἀπόστολος Ἑβραίους 13, 7-16


«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν... καὶ αὐτῶν μιμεῖσθε τὴν πίστιν» μᾶς συνιστᾶ ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος σήμερα εἶναι μικρὸ ἀντίδωρο σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἡγούμενο καὶ πατέρα μας ἅγιο Ἀθανάσιο. Γιατί, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐστὶν ἐκεῖνον εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Καὶ προσθέτει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός: «Ὀρθοδοξίας φυτεύσας τὰ δόγματα, ἐπλήθυνας τὸν σπόρον τῆς πίστεως, ὅσιε· δι᾿ ὃ σὲ ὑμνοῦμεν» (Κοντάκιον ἑορτῆς, 2 Μαΐου)

Ἀδελφοί μου· ἔχουν περάσει δεκαέξι ὁλόκληροι αἰῶνες ἀπὸ τότε ποὺ ἔζησε ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος· ὡστόσο ὅμως σὰν φωτεινὸ παράδειγμα, σὰν φωτεινὸ μετέωρο, φωτίζει τὴν οἰκουμένη καὶ λάμπει στὸ νοητὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιατὶ ὑπῆρξε μεγάλος ἀγωνιστὴς τῆς πίστεως. Ὑπῆρξε ὁ «ἡρωϊκότερος τῶν ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρώων» μὲ τοὺς ἡρωϊκοὺς καὶ συνεχεῖς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Δόγματος τῆς Νικαίας ἀναδείχτηκε στῦλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ ἐνάρετους καὶ εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς γονεῖς «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» καὶ ἀπὸ μικρῆς ἡλικίας ἔμεινε ὀρφανός. Καὶ ἴσως τὸ βάρος αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ νὰ ἦταν ἡ αἰτία ποὺ συγκέντρωσε τὴν συμπάθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ ἐνάρετου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Ἀλεξάνδρου, ποὺ τὸν ἔθεσε κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση καὶ πατριαρχικὴ ἄγρυπνη φροντίδα του καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς εὐνοίας ὁ ἐνάρετος Ἀθανάσιος ἀποκτᾶ σύνεση καὶ ἁγιότητα, ἀρετὴ καὶ πεῖρα γιὰ τὸν χειρισμὸ ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων καὶ προβλημάτων.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θύραθεν φιλοσοφία καὶ γνώση καὶ ἐπιστήμη, καταρτίζεται καὶ πνευματικὰ καὶ κοντὰ στὸν ἥρωα τῆς ἐρήμου τῆς Θηβαΐδας, τὸν ὅσιο Ἀντώνιο, ἀποκτᾶ πιὸ οὐσιαστικὸ καταρτισμό, δέχεται τοῦ ἀσκητοῦ τὶς ἐμπειρίες καὶ βεβαιώνεται ὅτι ὅσο βαθύτερη ἐπικοινωνία ἔχει ὁ ἐργάτης μὲ τὸν Θεό, τόσο οἱ ἀγῶνες του εἶναι περισσότερο ἀποτελεσματικοί. Καὶ ἑτοιμάζεται ν᾿ ἀποδυθῆ σὲ μεγάλους ἀγῶνες ποὺ θὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν τὸν τίτλο «μέγας», ἕνα τίτλο ποὺ ἡ ἱστορία μὲ μεγάλη φειδὼ χορήγησε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Δυστυχῶς οἱ περιστάσεις γιὰ τοὺς ἀγῶνες δὲν εἶναι μακριά. Σύννεφα ἀναταραχῆς γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζονται· θύελλες καὶ κεραυνοὶ πνευματικοὶ συγκλονίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ οἰκουμένη, ὅταν ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος θὰ διακηρύξη τὴν βλασφημία κατὰ τοῦ Χριστοῦ ὅτι «ἦν ποτὲ ὅτε οὐκ ἦν» «πρὶν γεννηθῆναι οὐκ ἦν» καὶ ὅτι «ἀρχὴν τοῦ κτίζεσθαι ἔσχε καὶ αὐτός». Αὐτὲς οἱ βλάσφημες ἀπόψεις γίνονται ἡ αἰτία ἑνὸς θεολογικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνα, γιατί, ἂν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἀρχὴν τοῦ κτίζεσθαι ἔσχεν» καὶ αὐτός, τότε ἡ σωτηριολογικὴ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ στὴν γῆ εἶναι ἀνύπαρκτος.

Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἀντιμετωπίζει τὴν πρόκληση τοῦ Ἀρείου διακηρύσσοντας ὅτι «ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁμοούσιος» «κατὰ πάντα τῷ Πατρί» «γεννηθείς ἀπαθῶς παρ᾿ Αὐτοῦ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», διακήρυξη ποὺ θὰ τοῦ στοιχίσει πέντε ἐξορίες διαρκείας 23 χρόνων. Μοναδικὸ πράγματι φαινόμενο ἱεράρχου, ποὺ ὅσο ἄδικα διώκεται τόσο περισσότερο κρατᾶ ἀνόθευτη τὴν χριστιανικὴ πίστη μὲ μόνη ἀντίδραση τὴν φράση· «νεφύδριον ἐστὶ καὶ θᾶττον παρελεύσεται».

Ἀδελφοί μου· ὁ μέγας Ἀθανάσιος «ὁ ἡρωϊκότερος τῶν ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρώων» στὶς 2 Μαΐου τοῦ ἔτους 373 περνᾶ στὴν ἄλλη ζωή, γιὰ νὰ στεφανωθῆ· ἔφυγε, ἀφοῦ «ἐφύτευσε τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐπλήθυνε τὸν σπόρον τῆς πίστεως». Ἔφυγε καὶ στερήθηκαν «οἱ ἐν συμφοραῖς τὴν παράκλησιν, ἡ νεότης τὸν παιδαγωγόν, οἱ πένητες τὸν ποριστήν, οἱ εὔποροι τὸν οἰκονόμον, οἱ πτωχοὶ τὸν φιλόπτωχον, αἱ χῆραι τὸν προστάτην, οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα, οἱ ξένοι τὸν φιλόξενον, οἱ ἀδελφοὶ τὸν φιλάδελφον, οἱ νοσοῦντες τὸν ἰατρόν». Γι᾿ αὐτὸ «Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω· οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες».

Ἀδελφοί· ἑορτάζοντες τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο, ἂς μιμηθοῦμε αὐτοῦ τὴν ἐπιμονὴ στὴν πίστη καὶ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἂς τὸν παρακαλέσουμε· Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.









25 Ἰανουαρίου 2009, Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ· τοῦ Ζακχαίου
Ἀπόστολος: Ἐβραίους 7-26 & 8-2


Σήμερα, ἀδελφοί μου, στὴν Ἐκκλησία μας τιμᾶται ἑορταζόμενος «τῆς Θεολογίας ἡ βρύσις» καὶ «τὸ θέριστρον τῶν αἱρέσεων». Γιορτάζουμε τὴν μνήμη ἑνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγάλους Ἱεράρχες, ἑνὸς ἐκ τῶν φωστήρων τῆς τρισηλίου Θεότητος. Γιορτάζουμε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Γόνος εὐσεβῶν γονέων καὶ καρπὸς προσευχῆς τοῦ Γρηγορίου καὶ τῆς Νόννας, γεννήθηκε τὸ 329 μ.Χ. στὴν Ἀριανζὸ τῆς Καππαδοκίας. Στὸν τόπο τῶν σπουδῶν του, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, γνώρισε καὶ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα, τὸ 372 μ.Χ., τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Σασίμων.

Στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 378 μ.Χ. ἔχουν ἐπικρατήσει οἱ Ἀρειανοὶ καὶ οἱ λίγοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ κατενόησαν ὅτι τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου πρέπει νὰ προσκαλέσουν τὸν ἅγιο Γρηγόριο, γιὰ νὰ κηρύξη τὰ ὀρθόδοξα δόγματα· καὶ αὐτὸς ἀφήνει τὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου καὶ ἔρχεται στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ ἐκφωνεῖ τοὺς περίφημους θεολογικοὺς λόγους του γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἀναδεικνύεται σὲ ὑπέροχο θεολόγο, τὸν ὁποῖο ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος χαρακτηρίζει: «σάλπιγξ ἡ κηρύττουσα τῷ κόσμῳ τὰ ἐντάλματα τοῦ Ἰησοῦ, πολύφωνον ὄργανον, κιθάρα ἡ ἔμψυχος, λιγυρὰ κινύρα ἡδύπνοος, πάνσοφον στόμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Θεολογίας στόμα, Θεολογίας ἡ βρύσις, Θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος». Οἰκοδομεῖ τὸν λαὸ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, στηρίζει τὴν Ἐκκλησία καὶ διδάσκει τὴν οἰκουμένη προσκυνεῖν «Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμούσιον καὶ ἀχώριστον» καὶ ἀναδεικνύεται μεγάλος καὶ θαυμαστὸς πατέρας καὶ ποιμένας, ἀρχιερέας μιμητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέα Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὁ Ναζιανζηνὸς ἱκέτης μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπάρχει «θέριστρον τῶν αἱρέσεων».

Ἀδελφοί μου· τὴν παρουσία του στὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀμφισβητοῦν κακεντρεχεῖς καὶ ζηλόφθονοι ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν Μακεδονία καὶ Αἴγυπτο καὶ δημιουργοῦν θέμα. Καὶ τότε ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, σὰν ἄλλος Ἰωνᾶς «ὁ προφήτης» ἑκουσίως ρίπτεται στὴν θάλασσα γιὰ τὴν τῆς «νεὼς σωτηρίαν» καὶ διακηρύσσει: «ἑκὼν ἄπειμι»· μὲ τὴν θέλησή μου φεύγω. Σπάνια βρίσκονται στὴν ἱστορία τέτοιοι ἐπίσκοποι πού, ἂν καὶ ἀθῶοι, πρὸς χάριν τῆς εἰρήνης τῆς Ἐκκλησίας παραιτοῦνται καὶ πλησιάζουν περισσότερο τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ, τὴν μελέτη καὶ τὴν ἄσκηση.

Ἀγαπητοί μου ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τιμᾶται περισσότερο ὡς σοφὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος παρὰ ὡς ποιμένας καὶ ἐπίσκοπος. Διοικητικὰ προσόντα ἰδιαίτερα δὲν εἶχε. Εἶχε ὅμως νοῦ θεοφώτιστο καὶ πνεῦμα θαρραλέο καὶ ἀγωνιστικώτατο. Ὑπῆρξε ἀκόμα τῆς Θεολογίας ἡ βρύσις, ὑπόδειγμα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε γι᾿ αὐτόν· «Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπε ἀρχιερεύς», πατέρας στοργικός, κήρυκας καὶ διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, σοφὸς καὶ μὲ τὴν κατὰ κόσμον σοφίαν καὶ τὴν ἔνθεον. Ὅσιος ποὺ μπορεῖ νὰ φεύγη καὶ νὰ μένη στὴν ἔρημο ἀσκούμενος στὴν περισυλλογή, τὴν προσευχή, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα. Ἅγιος μέσα σ᾿ ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀρετὴ ποὺ λάμπει, νὰ μὴ σκανδαλίζη τοὺς ἀδυνάτους, νὰ στηρίζη τοὺς ἀστηρίκτους καὶ νὰ ἑλκύη στὸν Χριστὸ ἀσεβεῖς καὶ ἀπίστους. Νὰ ὁδηγῆ σὲ μετάνοια τοὺς ἁμαρτωλούς.

Ἐμπρὸς λοιπόν· «Τῆς Θεολογίας τὸν θησαυρὸν καὶ τῶν θεολόγων ἀνεπίληπτον ὁδηγόν, τὸν θεῖον ποιμένα καὶ λειτουργὸν Κυρίου, Γρηγόριον τὸν μέγαν ὕμνοις τιμήσωμεν». Ἀμήν.