ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008

Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

7 Δεκεμβρίου, Κυριακὴ 10η Λουκᾶ, Ἀπόστολος 25ης Κυριακῆς (Ἐφεσ. 4, 1-7)


«Σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης».
«Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσπαθῆτε νὰ διατηρῆτε πάντα
τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος μὲ τὸν σύνδεσμο τῆς εἰρήνης».

Ἀδελφοί μου, μέσα σ’ ἕνα κόσμο ἐπαναστατικὸ καὶ ταραγμένο, σ’ ἕνα κόσμο ποὺ συνεχῶς τ’ ἀτομικὰ ὅπλα αὐξάνονται καὶ ἀποθηκεύονται καὶ οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἀγωνίζονται γιὰ «ἰσοζύγιο δυνάμεων», τὸ σάλπισμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιὰ εἰρήνη εἶναι τόσο ἐπίκαιρο. Πρέπει μὲ κάθε προσπάθεια νὰ διατηρηθῆ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, προπάντων ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς, ἡ ἑνότητα μὲ συνδετικὸ κρίκο τὴν εἰρήνη. Ἅγιος πόθος καὶ ὑπέροχος στόχος· ὅσα γκρεμίζει ὁ πόλεμος, τὰ χτίζει ἡ εἰρήνη κι ὅσα χτίζει ἡ εἰρήνη, τὰ γκρεμίζει ὁ πόλεμος.

Φοβερὸς ὁ πόλεμος! Δῶρο τ’ οὐρανοῦ ἡ εἰρήνη· ὁ πόλεμος δὲν ἔχει μάτια οὔτε κάνει διακρίσεις. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πολέμου ὁ Ἄρης, ὁ διάβολος, ξέρει μοναχὰ νὰ ρίχνη τὸ κοντάρι τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἐξολοθρεμοῦ. Ξέρει μόνο νὰ χτυπάη καὶ νὰ σκορπᾶ θάνατο. Οἱ σελίδες τῆς ἱστορίας εἶναι αἱματοβαμμένες. Ποτάμια τ’ ἀνθρώπινο αἷμα ποὺ χύθηκε...

Φίλοι μου, ὁ κόσμος θἆταν πολὺ διαφορετικός, ἂν τὰ τεράστια ποσὰ ποὺ ξοδεύονται στοὺς πολεμικοὺς ἐξοπλισμούς, χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία τῶν λαῶν. Τὰ χαμόσπιτα θὰ εἶχαν μεταβληθῆ σ’ ἐπαύλεις καὶ οἱ τρῶγλες σὲ πανύψηλες πολυκατοικίες.

Ἂς τὸ ἐπαναλάβουμε, ἀδελφοί μου· δίχως ἀγάπη γκρεμίζεται ὁ πολιτισμός. Δίχως ἀγάπη, σίφουνες καὶ μπόρες ἀνατρέπουν τὰ πάντα· δίχως τὸν Χριστό μας, θύελλες καὶ καταιγίδες ἀναστατώνουν τὴν ζωή μας. «Ὁ Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν ». Μόνον Αὐτὸς ἔχει τὴν δύναμη νὰ ἑνώνη τ’ ἀντίθετα στρατόπεδα καὶ νὰ διαλύη τὶς ἔχθρες ποὺ ὁδηγοῦν τοὺς λαοὺς στὶς αἱματηρὲς συγκρούσεις. Κανένας δὲν εἶναι τόσο ἀνόητος, ὥστε νὰ προτιμᾶ τὸν πόλεμο ἀντὶ τὴν εἰρήνη. Γιατί, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Ἡρόδοτος, τὴν περίοδο τῆς εἰρήνης συνήθως θάβουν τὰ παιδιὰ τοὺς γονεῖς, ἐνῶ τὴν πολεμικὴ περίοδο θάβουν οἱ γονεῖς τὰ παιδιά τους.

Ἡ ἐποχὴ ποὺ θὰ πάψουν νὰ ὑπάρχουν «ἐπιτιθέμενοι» καὶ «ἀμυνόμενοι» θἆναι ἰδανικὴ ἐποχή. Αὐτὸ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ ἢ τὴν ἄρνηση τοῦ χριστιανισμοῦ.

Γι’ αὐτὸ καὶ προβάλλει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη στιγμὴ καὶ ἐποχὲς ἡ ἀνάγκη τῆς προσευχῆς «ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων», γιατὶ συμβαίνει ἐνίοτε νἆναι «δυσσεβεῖς οἱ κρατοῦντες καὶ προφανεῖς πολέμιοι τῆς εὐσεβείας». Οἱ προσευχές μας, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νὰ λυγίσουν καὶ τοὺς πλέον σκληροὺς ἄρχοντες. Ὁ μέγας Βασίλειος ὑπακούοντας στὴν συμβουλὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου προσεύχεται στὴν λειτουργία του: «Μνήσθητι Κύριε τῶν ἀρχόντων ἡμῶν οὓς ἐδικαίωσας ἄρχειν ἐπὶ τῆς γῆς· ὅπλῳ ἀληθείας, ὅπλῳ εὐδοκίας στεφάνωσον αὐτούς· ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. Ἐνίσχυσον αὐτῶν τὸν βραχίονα· ὕψωσον αὐτῶν τὴν δεξιάν· ὑπόταξον αὐτοῖς πάντα τὰ βάρβαρα ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα· χάρισαι αὐτοῖς βαθεῖαν καὶ ἀναφαίρετον εἰρήνην... ἵνα ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι».

Πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ προβάλλει ἐνώπιόν μας τὸ καθῆκον τῆς προσευχῆς γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἀδυσώπητο προβάλλει τὸ ἐρώτημα: θὰ γίνη ἢ ὄχι πυρηνικὸς πόλεμος; Γιατὶ ἔχουν γίνει βραχνὰς οἱ ἀπεῖλες τῶν ἰσχυρῶν· Ἀδελφοί μου· Οἱ ἄνθρωποι ἐξοπλίζονται καὶ ἀπειλοῦν, γιατὶ τοὺς λείπει ἡ ἀγάπη, ἡ πίστη, ὁ Θεός. Ἐμεῖς μποροῦμε σ’ ἀντίδραση νὰ κάνουμε τὸν δικό μας πόλεμο· πόλεμο τῆς προσευχῆς· πόλεμο τῶν γονάτων.









14 Δεκεμβρίου, Κυριακὴ 11η Λουκᾶ, Ἀπόστολος Κυριακῆς τῶν προπατόρων (Κολοσσ. 3, 4–11)


«Ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς... ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν καὶ αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν».

Ἀδελφοί μου· σ’ ὅλους εἶναι γνωστὸ ὅτι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα». Τὰ λόγια εἶναι ὁ καθρέφτης τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὰ λόγια ἐξωτερικεύει τὴν ψυχή του. Τὰ λόγια εἶναι τὸ μεγάφωνο τῆς καρδίας του. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς προσωπικότητάς του· Σ’ αὐτὰ (τὰ λόγια του δηλ.) φωτογραφίζεται ὁ ἐσωτερικός του κόσμος. Τὰ λόγια μας ἄλλοτε εἶναι δοξολογία καὶ εὐλογία κι ἄλλοτε κατάρα. Ἄλλοτε μοιάζουν μὲ δροσερὸ ἀεράκι κι ἄλλοτε σὰν ἀστραπὴ καὶ καταιγίδα. Ὁ καθένας μας προσεγγίζει ἢ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν τελειότητα ἀνάλογα μὲ τὰ λόγια του· «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει οὗτος τέλειος ἀνὴρ» μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος (Ἰακώβ. 3-2).

Σήμερα θὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο στὸ ἁμάρτημα τῆς βλασφημίας καὶ τῆς ὕβρης. Σ’ ὅλους μας εἶναι γνωστὴ ἡ τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου· «Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ». Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προφέρης, «νὰ μελετᾶς» τὸ πανάγιο ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· εἶναι παραβάτης καὶ ἔνοχος ὅποιος χωρὶς λόγο λησμονεῖ τὸν σεβασμὸ ποὺ ὀφείλει στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ· καὶ ἂν ἡ ἄκαιρη καὶ μάταιη χρήση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁμαρτία, τότε τί εἶναι ἡ βλασφημία καὶ ἡ βεβήλωση μὲ αἰσχρὰ λόγια τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ;

Ὑπάρχει ἆραγε ἀπὸ τούτη μεγαλύτερη ἁμαρτία; Βλασφημεῖ τὸ παιδὶ τὸν πατέρα του, ὁ δοῦλος τὸν Δεσπότη, ὁ εὐεργετημένος τὸν εὐεργέτη του. Πῶς νὰ χαρακτηρίση κανεὶς τὸ βλάσφημο; Καὶ ἀντίθεος εἶναι καὶ ἀχάριστα ἐκδηλώνεται καὶ πωρωμένος ὑπάρχει· εἶναι ψυχικὰ λερωμένος καὶ μὲ τὸ βέβηλο στόμα του βρίζει μὲ χυδαιότητα τὸ «ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ. Δὲν εἶναι τολμηρὸ νὰ ποῦμε ὅτι καὶ ὁ βλάσφημος εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας Τὸν φίλησε, δὲν Τὸν ἔβρισε· Τὸν χαιρέτησε, δὲν Τὸν βλασφήμησε. Τοῦ εἶπε «ραββί», Διδάσκαλε, ἐνῶ μποροῦσε νὰ Τὸν περιφρονήση· νὰ λοιπὸν ὅτι κάθε βλάσφημος εἶναι καὶ ἕνας προδότης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ ξεπερνάει καὶ τοῦ Ἰούδα τὴν προδοσία.

Γράφει κάπου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· «Οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς ὅταν τὸ ὄνομα αὐτοῦ βλασφημῆται». Ἀλλὰ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸ Λευϊτικό, ἀναφέρεται κατηγορηματικά· «ἄνθρωπος ὃς ἐὰν βλασφημήσῃ Θεόν, ἁμαρτίαν λήψεται· ἀτιμάζων δὲ τὸ ὄνομα Κυρίου θανάτῳ θανατούσθω· (Λευϊτ. 24 – 15). Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μᾶς πληροφορεῖ· «Ἂν νομίζη κανείς πὼς εἶναι θρῆσκος ἀνάμεσά σας χωρὶς νὰ διευθύνη μὲ χαλινάρι τὴ γλῶσσα του, σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο εἶναι μάταιη–ἄχρηστη ἡ θρησκεία» (Ἰακώβ. 1 – 26).

Καὶ στὸ βιβλίο τῶν «Παροιμιῶν», στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἔχει γραφῆ «ὅτι ὅποιος φυλάσσει τὸ στόμα του καὶ ἐλέγχει τὴν γλῶσσα του, αὐτὸς ἔχει ὀχυρώσει τὸν ἑαυτό του κατὰ τῶν θλίψεων καὶ τῆς ἁμαρτίας» (Παροιμ. 21–23). Ἡ γλῶσσα χωρὶς ἔλεγχο εἶναι φοβερὸ κακό· ἀδελφοί, τὸ κακὸ ἔχει παραγίνει· ἡ βλαστήμια καὶ ἡ αἰσχρολογία πλημμυρίζει τὴ συγχρόνη ζωή. Κατακλύζει μικροὺς καὶ μεγάλους. Ἔχει καταντήσει ἀρρώστια μολυσματική. Χολέρα τῆς ψυχῆς ποὺ ἑξαπλώνεται ἐπικίνδυνα καὶ στὰ φτωχόσπιτα καὶ στὰ πλουσιόσπιτα· καὶ στὰ λιμάνια καὶ στοὺς κύκλους τῶν μορφωμένων· καὶ στὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα καὶ στὸν στρατό· βλαστημοῦν καὶ χυδαιολογοῦν μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἄλλοι ἀπὸ κακὴ συνήθεια, ἄλλοι σὲ στιγμὲς ἔξαψης καὶ θυμοῦ. Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ μᾶς συνιστᾶ· «Καμμιὰ σάπια καὶ βλαβερὴ φράση νὰ μὴν βγαίνη ἀπὸ τὸ στόμα σας» (Ἐφεσ. 4–23), γιατὶ λόγοι σαπροὶ καὶ αἰσχροὶ καὶ ἄσεμνοι εἶναι δεῖγμα ἠθικῆς κατωτερότητας. Ἂν γιὰ ὁποῖον πῆ τὸν ἀδελφό του, τὸν συνάνθρωπό του, «ἀνόητο» ὑπάρχη τιμωρία, ποινή, ποιὰ θἆναι ἡ τιμωρία καὶ ἡ καταδίκη αὐτῶν ποὺ βρίζουν τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας; Ἂς πληροφορηθοῦν λοιπὸν ὅτι «λοίδοροι... βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορινθ. 6–10).

Ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ πολύαθλος Ἰώβ, ἀφοῦ ἔχασε ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα, χτυπήθηκε ἀπὸ τρομερὴ ἀρρώστια, τὴν λέπρα. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ τοῦ εἶπε ἡ γυναῖκα του· «Τί σοῦ χρειάζεται πιὰ ἡ ζωή»· «Εἰπὲ ῥῆμα πρὸς Κύριον καὶ τελεύτα». Τὸν συμβούλεψε δηλ. νὰ βλαστημήση καὶ νὰ καταραστῆ τὸν Θεό· Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν;». Καὶ διαπιστώνουμε ὅλοι μαζί μὲ τὸν θεόπνευστο συγγραφέα ὅτι «οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ τοῖς χείλεσιν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ» (Ἰὼβ 2, 7–10). Κράτησε τὸ στόμα του καθαρὸ ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ναί, ἀδελφοί μου· Ἂς τὸ κρατήσουμε καὶ ἐμεῖς · Ἀμήν.









21 Δεκεμβρίου, Κυριακὴ πρὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως,
Ἀπόστολος Κυριακῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων, (Ἑβρ. 11, 9–10 καὶ 32, 40)


«Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών,
Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυίτ τε καὶ Σαμονὴλ καὶ τῶν προφητῶν».

«Ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετός, γιὰ νὰ διηγηθῶ τὰ κατορθώματα τῶν κριτῶν, τῶν βασιλιάδων καὶ τῶν προφητῶν τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ μὲ τὴν ἀκατάβλητη πίστη τους, ἔκαναν ἀληθινὰ θαύματα», γράφει ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του. Καὶ εἶναι ἀληθινὰ ἕνας ὕμνος πρὸς τοὺς πρὸ Χριστοῦ δικαίους καὶ τοὺς μετὰ Χριστὸν μάρτυρες τῆς πίστεως τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Αὐτοὶ οἱ δίκαιοι καὶ οἱ ἅγιοι «διὰ πίστεως» στὸ Θεὸ καταπολέμησαν καὶ ἀνέτρεψαν βασιλεῖς, ἔπραξαν δικαιοσύνη, πέτυχαν ὑποσχέσεις, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, ξέφυγαν ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ μαχαιριοῦ, δηλ. τὴν σφαγή· ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἔγιναν δυνατοὶ σὲ καιρὸ πολέμου, κυνήγησαν καὶ ἔτρεψαν σὲ φυγὴ παρατάξεις ἀντιπάλων.

Ἀδελφοί μου, ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων εἶναι μιὰ ἀπεράντη ἱστορία, ποὺ δὲν ἀναλύεται στὰ στενὰ ὅρια τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου. Οὔτε τὸ πινέλο τοῦ ἱκανώτερου ζωγράφου οὔτε ἡ πέννα τοῦ ταλαντούχου συγγραφέα οὔτε ἡ σμίλη τοῦ ἐμπνευσμένου γλύπτη μπορεῖ ν’ ἀπεικονίση τὸ μεγαλεῖο τῶν ἁγίων μας· γιατὶ ἡ ἁγιότητα δὲν ζυγίζεται μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά, ἀφοῦ εἶναι βίωμα ἐσωτερικό· οἱ ἅγιοι, ἀδελφοί μου, ἀποτελοῦν «νέφος» ἀπέραντο.

Ἄλλοι εἶναι γνωστοί, ἄλλοι ἄγνωστοι. Ἄλλοι πλούσιοι, ἄλλοι πτωχοί. Ἄλλοι ἔνδοξοι, ἄλλοι ἄσημοι. Ἄλλοι τότε, ἄλλοι σήμερα· ψυχές ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸ καμίνι τοῦ πόνου· ψυχές ποὺ φώτισαν τὴν οἰκουμένη. Ψυχὲς ἁγνὲς καὶ καθαρές, φλογερὲς καὶ ἡρωικές, ψυχὲς ἰδανικές. Ἡ μάχη τῆς γῆς τοὺς χάρισε τὸ στεφάνι τ’ οὐρανοῦ. Ἡ φωτιὰ τοῦ πόνου τοὺς καθάρισε· τὰ δάκρυα τοὺς ξέπλυναν. Ἡ θλίψη τοὺς ἑξάγνισε. Ὁ πειρασμὸς τοὺς γιγάντωσε. Ποῖος δὲν ὑποκλίνεται μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τους; «Ἀγαπῶσι πάντας καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται· ἀγνοοῦνται καὶ κατακρίνονται, θανατοῦνται καὶ ζωοποιοῦνται. Λοιδοροῦνται καὶ εὐλογοῦσιν, ὑβρίζονται καὶ τιμῶσιν. Ἀγαθοποιοῦντες ὡς κακοὶ κολάζονται». Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν μία ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀδελφοί· ὅταν οἱ ἄνθρωποι σὲ καιροὺς δύσκολους τὰ χάνουν καὶ λυγίζουν ἢ ἀποστατοῦν, ὅπως συμβαίνει σήμερα, τότε ὁ Θεὸς ἀναδεικνύει τοὺς «δοξάσαντας Αὐτόν», τοὺς ἀντιδοξάζει καὶ τοὺς στέλνει νὰ ξυπνήσουν τοὺς μὲν ἀπὸ τὸν λήθαργο καὶ νὰ ἐλέγξη μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμά τους τοὺς ἀποστάτες καὶ νὰ ποῦνε: «Τάδε λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε» (Ἠσ. 56, 1) ἢ «Τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεός· διορθώσατε τὰς ὁδοὺς ὑμῶν» (Ἱερ. 4 7-3). Οἱ ἅγιοι ἀνορθώνουν «τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα» (Ἑβρ. 12, 12) καὶ εἶναι παρήγοροι ἄγγελοι καὶ σάλπιγγες τῆς ἀληθείας. Καὶ εἶναι τόσοι πολλοί· παλαιοὶ καὶ νέοι πατριάρχες, προφῆτες, κριτές, βασιλεῖς, ἀπόστολοι, μάρτυρες, ὅσιοι, δίκαιοι, ἀναχωρητές, ἐγκρατευτές, ὁμολογητές, πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.

Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε γιὰ τὰ μεγάλα τῆς πίστεως κατορθώματα, εἶχε στὸ νοῦ του τοὺς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἂν ζοῦσε 2–3 αἰῶνες ἀργότερα καὶ ἔβλεπε τὶς ἀμέτρητες στρατιὲς τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, σίγουρα θὰ πολλαπλασίαζε τοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς πίστης.

Ποιᾶς ὅμως πίστης, ἀδελφοί μου· Πιστεύω, δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι παραδέχομαι μερικὲς ἀλήθειες τῆς θρησκείας, ὅπως ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Αὐτὰ τὰ πιστεύει καὶ ὁ διάβολος. Πιστεύω θὰ πῆ: ἐμπιστεύομαι ἀπολύτως τὰ πάντα στὸ Θεό, δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προστασία Του καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν ὅλοι οἱ δρόμοι κλείνουν, Αὐτὸς δίνει τὴν θαυμαστὴ λύση, ὁδηγεῖ σὲ θυσίες, ἀσφαλίζει τὴν ἀρετή· ἀδελφοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶστε μακάριοι· «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ». Τῆς πίστεως οἱ ἥρωες μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς ἁγιότητος.

Προσοχὴ ὅμως! Μπορεῖ κάποιος νὰ προχωρήση πολύ, μὰ ὡστόσο νὰ μὴ φτάση τὴν ἀληθινὴ ἁγιότητα· δὲν εἶναι ἡ γνώση ποὺ κάνει τὸν ἅγιο, γιατὶ καὶ ὁ Βαρλαὰμ γνώση εἶχε· οὔτε τὸ ὑπούργημα, γιατὶ τέτοιο εἶχε καὶ ὁ Ἰούδας· οὔτε μερικὲς καλὲς πράξεις, γιατὶ καὶ ὁ Ἡρώδης τὶς ἔκανε· οὔτε ὁ ζῆλος γιὰ κάποια περίοδο, γιατὶ τέτοιο ζῆλο εἶχε καὶ ὁ Δημᾶς καὶ ἀπερρίφθη· οὔτε συνεργασία μὲ ἅγια πρόσωπα, γιατὶ ὁ Ἰωὰβ καὶ ὁ Γιεζῆ τὴν εἶχαν· οὔτε ὁ θρησκευτικὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς στιγμῆς, γιατὶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τὸν εἶχαν στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, γιατὶ αὐτὴ τὴν εἶχαν καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἠλί. Ἡ ἁγιότης εἶναι μιὰ προοδευτικὴ πνευματικὴ διαδικασία καὶ ἐργασία ποὺ χρειάζεται πόνο, μόχθο καὶ κόπο.

Ἀγαπητοί μου· πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ στοχεύσουμε στὴν ἁγιότητα. Τὸ ζητεῖ ὁ Θεός· «Τοῦτο ἐστὶ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν» (Α΄ Θεσσ. 3,3), γιατὶ δίχως ἁγιασμὸ «οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον». Ὁ ἀπόστολος Πέτρος προσθέτει: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (Α΄ Πέτρ. 1–15). Καὶ τότε μόνον ἐλπίζουμε στὴν ἁγιότητα, ὅταν μισήσουμε τὴν ἁμαρτία καὶ υἱοθετήσουμε τὴν ἀρετή.

Χωρὶς ὅμως πίστη στὸν Ἰησοῦ «Οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν». Καὶ βασιλεία οὐρανῶν κανένας δὲν θὰ γευθῆ παρὰ μόνον «Ὅσοι ἔλαβον Αὐτὸν» (τὸν Ἰησοῦν), γιατὶ «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰωάν. 1–12).









28 Δεκεμβρίου 2008, Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν
Ἀπόστολος Κυριακῆς μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν, (Γαλ. 1, 11–19)


«Ἠκούσατε τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ
ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ».

Ἀδελφοί, Χριστὸς Ἐτέχθη –Ἀληθῶς Ἐτέχθη! Ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στοὺς χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας (περιοχῆς τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου ἡ σημερινὴ Ἄγκυρα περίπου) πὼς ἀπὸ ζηλωτὴς τῶν πατρικῶν του παραδόσεων καὶ διώκτης τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε ἀπόστολός της. Ὑπεραμύνεται τοῦ ἀποστολικοῦ κύρους του καθὼς ἐπίσης καὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ διδάσκει, τὸ ὁποῖο δὲν τὸ διδάχθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο· καὶ μὲ ἔντονο ὕφος διακηρύττει, διασκεδάζοντας τὶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἀπόψεις, τὴν χριστιανικὴ ἐλευθερία ἐναντίον κάθε εἴδους ζυγοῦ καὶ τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης.

Ὑπενθυμίζει ἐπίσης μὲ σαφήνεια καὶ καθαρότητα τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει καὶ ἀπαιτήσεις ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦν. Καὶ χαράσσει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν γραμμὴ πορείας τοῦ κάθε πιστοῦ, ποὺ ἀποφασίζει νὰ ζήση μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἀκρίβεια χριστιανικὴ ζωή.

Ἀδελφοί μου· ὁ Παῦλος εἶχε ἕνα παρελθόν· «καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκε τὴν ἐκκλησίαν». Ἦταν διώκτης τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Νομίζε πὼς ἔτσι ἔπρεπε νὰ πράττη ὑπερασπιζόμενος τὴν πίστη τῶν πατέρων του. Μόλις ὅμως πληροφορήθηκε «δι’ ἐλλάμψεως φωτιζούσης τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» ὅτι ἀλλοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, οὔτε στιγμὴ δὲν δίστασε νὰ στραφῆ σ’ ἄλλη κατεύθυνση. Ἔτσι ὁ Παῦλος ἀπὸ διώκτης ἔγινε ἀπόστολος. Καὶ ἀποδεικνύει σὲ μᾶς νὰ διακόψουμε κάθε δεσμὸ μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθὸν καὶ τὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. «Ἀποθέμενοι πᾶσαν κακίαν καὶ πάντα δόλον καὶ ὑποκρίσεις καὶ φθόνους καὶ καταλαλιὰς ὡς ἀρτιγέννητα βρέφη, τὸ λογικὸν γάλα ἐπιποθοῦντες» (Α΄ Πέτρ. 2–1), δηλ. τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος οὔτε τρόπος: πλήρης καὶ ὁριστικὴ διακοπὴ τῶν σχέσεων μὲ τὸ κακὸ παρελθόν.

Ὅμως θαρρῶ, ἀδελφοί, πὼς ἐν ὄψει τῶν ἁγίων ἡμερῶν ποὺ διανύουμε καὶ τὴν προσμονὴ τοῦ «νέου ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος Κυρίου», «ᾯ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ὀφείλουμε δόξα καὶ μεγαλωσύνη στὸν πάντων Βασιλιά, δόξα καὶ εὐλογία στὸν Παντοδύναμο Θεὸ καὶ Πατέρα· δόξα καὶ τιμὴ στὸν ἄναρχο δημιουργὸ τ’ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Δόξα καὶ εὐχαριστία στὸν Κύριο τῶν πνευμάτων. Σὲ δοξολογία ξεσπᾶ καὶ ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ὅταν θυμᾶται τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν εὐγνωμονεῖ γιὰ τὸν ὠκεανὸ τῶν εὐεργεσιῶν Του καὶ τὴν πολλή ἀγάπη Του.

Ἀδελφοὶ «Τῷ Θεῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», γιατὶ τ’ ἀγαθὰ Του, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, εἶναι τόσα πολλά. Εὐτυχῶς ἄκομα δὲν μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει παρὰ τὴν ἀποστασία μας. Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴν δόξα καὶ τὴν σοφία Του. Οἱ θάλασσες, τὰ βουνά, τὰ δένδρα, τὰ πουλιά, τὸ σύμπαν ὁλοκληρο ὑμνεῖ τὸ μεγαλεῖο Του. Τί ν’ ἀνταποδώσουμε, τί νὰ προσφέρουμε γιὰ ἀντάλλαγμα; «Ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδὰς ἂν προσφέρωμεν οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον» (ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν).

Ἕνα συνεχὲς ἀλληλούια, «αἰνεῖτε τὸν Θεόν», εἶναι λίγο. Μιὰ διαρκὴς γονυκλισία εἶναι τίποτα, ἕνας ποταμὸς δακρύων εἶναι κάτι ἄλλα ὄχι τὸ πρέπον· ἐλᾶτε λοιπόν· «Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἡμῶν πάντες οἱ δοῦλοι αὐτοῦ οἱ φοβούμενοι αὐτόν, οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι» (Ἀποκάλ. 19-5), γιατὶ «Ἄξιος ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαριστίαν» ποὺ Τοῦ ἀνήκει.

Καλὴ καὶ εὐλογημένη παρὰ Κυρίου Παντοκράτορος χρονιά! Ἀμήν.