ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2008

Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

2 Νοεμβρίου, Κυριακὴ 20ὴ Ἐπιστολῶν (Γαλάτ. 1, 11-19)


«Καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν».

Μὲ πολὺ μεγάλη μανία πολεμοῦσε ὁ Σαῦλος, ἀγαπητοί μου, τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἔμοιαζε μὲ ἄγριο πολιορκητή. Σὰν σίφουνας, τσουνάμι ξέσπασε ἡ ὀργή του.

«Ζηλωτής ὑπάρχων τῶν πατρικῶν παραδόσεων» ζητοῦσε νὰ γκρεμίση τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν χριστιανισμό, γιὰ νὰ περιφρουρήση τὴν πίστη του, τὴ θρησκεία, τὶς παραδόσεις του. Ἐκεῖνο ποὺ πίστευε γιὰ ὀρθὸ ἤξερε νὰ τὸ ὑπερασπίζη μέχρι θανάτου. Ἄν ἤτανε δυνατό, θά ᾿πνιγε στὸ αἷμα τὴν πρώτη χριστιανικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὸ ἀκόμα τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ προκαλοῦσε μῖσος καὶ ἐσωτερικὴ ἐπανάσταση. Ὅπως ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται «καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ». Τὴν πολεμοῦσε μὲ ὅλη τὴν ἔνταση καὶ δύναμη τῆς ψυχῆς του. Πολλοὶ ἔκτοτε Σαῦλοι πολιόρκησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πολέμησαν τὸν Ἱδρυτὴ της.

Ὁ Ναζωραῖος Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας καὶ λυτρωτής μας, ἔγινε ἀδελφοί, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σάρκωσής Του ὁ στόχος μυριάδων ἐχθρῶν. Ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» κατὰ τὴν προφητεία τοῦ Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου καὶ πέτρα σκανδάλου. Ρίχτηκαν κατὰ πάνω Του ὅλα τα πυροκαμμένα βέλη τοῦ πάθους καὶ τῆς μανίας. Φύσηξαν ἀπ’ ὅλες τὶς κατευθύνσεις ἄνεμοι ἰσχυροὶ καὶ τ’ ἀστροπελέκια πέφτανε χωρὶς διακοπή.

Οἱ σεισμοὶ ἀπ’ τοὺς διωγμοὺς συγκλόνιζαν τοὺς χριστιανοὺς γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, χωρὶς νὰ λείπουν ποτὲ καὶ οἱ μετασεισμικὲς δονήσεις. Αὐτοκράτορες ἰσχυροὶ καὶ δυνατοὶ ἐν πολέμῳ ζήτησαν νὰ πνίξουν στὸ αἷμα τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ναζωραίου. Τὰ ὅπλα τους ἦταν φωτιὰ καὶ τσεκούρι, θάνατος καὶ φυλακή. Ὅπλα πολὺ ἀδύναμα γιὰ ὅσους πιστεύουν στὸ Χριστό, στὸ Εὐαγγέλιό Του, στὴν ἀθανασία. Γιατί; Διότι, ὅπως ὁ μεταστραφεὶς θεῖος Παῦλος ὁμολογεῖ καὶ διακηρύττει, «τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατ’ ἄνθρωπον»· θέλω νὰ σᾶς πληροφορήσω, νὰ σᾶς γνωστοποιήσω, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ποῦ σᾶς κήρυξα, οἱ ἀλήθειες ποῦ σᾶς φανέρωσα, δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Δὲν τὸ παρέλαβα ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ κατ’ εὐθεία, δι’ ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο καρπὸς ἀνθρώπινης σοφίας, ποὺ νὰ ὑπάρχη τὸ ἐνδεχόμενο τῆς πλάνης.

Τὸ Εὐαγγέλιο, ἀδελφοί μου, ὁ Χριστὸς τὸ παρέδωσεν στοὺς Ἀπόστολους, ἀποτελεῖ τὴν καθαρώτερη πηγὴ τῆς ἀλήθειας καὶ εἶναι ὁ γνησιώτερος ἑρμηνευτὴς τοῦ θείου θελήματος. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» διαβεβαίωσε ὁ ἴδιος (Ἰωάν. 14-6) καὶ ἀμέσως γέμισε ἡ γῆ ἀπὸ οὐράνιο φῶς, ἀπὸ ὑπερκόσμιο ἄρωμα. Ὅσο καὶ ἂν Τὸν πολέμησαν καὶ Τὸν ἐδίωξαν, ὁ λαὸς εἶπε: «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος καὶ ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7-46). Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὑπερασπίζεται τώρα ὁ θεῖος Παῦλος. Τὸ ὅτι ὁ κόσμος διὰ τοῦ Εὐαγγελίου πλημμύρισε ἀπὸ χάρη καὶ φῶς. Γνώρισαν οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀληθινὸ ὁδηγὸ καὶ ἀλάνθαστο ὁδοδείκτη. Ὁ δρόμος τοῦ Εὐαγγελίoυ εἶναι χαρὰ καὶ πανήγυρις. Εἶναι ἁγιότητα, σωτηρία, θέωση, ἀθανασία. Περιοχὴ ποὺ δὲν ταράσσεται ὁ ὕπνος ἀπὸ ἐφιάλτες καὶ φοβίες.

Οἱ χριστιανικὲς ψυχὲς εἶναι ἐλεύθερες καὶ ἀδούλωτες. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Εὐαγγελίου ζοῦν ἀπὸ τώρα στὸ βασίλειο τῆς χάριτος. Ζοῦν μὲ ἰδανικά. Πεθαίνουν γιὰ τὰ ἰδανικά. Γνωρίζουν ὅτι «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη» περιμένουν «πάντα ἐργαζόμενου τὸ ἀγαθόν» (Ρωμ. 2-10). Ἂς ἔλθουν «χίλιοι τύραννοι καὶ μύριοι δικαστές». Οἱ τοῦ Εὐαγγελίου ἐργάτες καὶ ὀπαδοὶ ξέρουν νὰ τραγουδοῦν, ξέρουν πὼς εἴτε ζοῦν εἴτε πεθαίνουν ἀνήκουν στὸν Ἰησοῦ. «Τί ἡμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα, καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς» (Ρωμ. 8-35-36). Καὶ τοῦτο, γιατὶ πίστεψαν καὶ πιστεύουν ἀκλόνητα ὅτι «Εὐαγγέλιον τὸ ὑπὸ τοῦ Παύλου εὐαγγελισθὲν οὐκ ἔστι κατ’ ἄνθρωπον». Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐνδίδουν ὅλοι στὶς προκλήσεις καὶ τοὺς διωγμοὺς τῶν Σαύλων τῆς ἐποχῆς μας, γιατὶ γνωρίζουν ὅτι ἕνας εἶναι ὁ νικητής, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος.

Ἕνας εἶναι ὁ δυνατὸς καὶ ἰσχυρός· ὁ Χριστὸς «Χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13-8). Γνωρίζουν οἱ χριστιανικὲς ψυχὲς ὅτι οἱ Χριστοδιῶκτες καὶ σημερινοὶ ἄπιστοι «πρὸς κέντρα λακτίζουν» καὶ ὅτι χάνονται καὶ ἐξαφανίζονται σὰν τὸ κερὶ μπροστὰ στὴν φωτιά. «Ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός». Ἐμπρὸς, ἀδελφοί. «Στήκετε καὶ κρατεῖτε».









9 Νοεμβρίου, Κυριακὴ 21η Ἐπιστολῶν (Γαλάτ. 2, 16-20)


«Ὁ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντος μέ…».

Ἀδελφοί μου· ὅσο καὶ ἂν ὁ μέγας Παῦλος στὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις ζοῦσε ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅμως μέσα του κυριαρχοῦσε μιὰ ἀνώτερη ἀρχὴ ποὺ χαλιναγωγοῦσε τὴ σάρκα καὶ τὸν μεταμόρφωνε σὲ «καινὴν κτίσιν».

Ἡ μυστικὴ αὐτὴ δύναμη ἦταν ἡ πίστη σ’ Ἐκεῖνον ποὺ τόσο ἀγάπησε τοὺς ἀνθρώπους, ἡ πίστη στὸν Χριστό. Ἡ μυστικὴ ἕνωσή του μὲ τὸν Ἰησοῦ, τοῦ ’δινε φτερὰ νὰ πετάη ἕως ἕβδομου οὐρανοῦ. Τὸν ἔκανε νὰ ξεχνάη τὴ σάρκα καὶ νὰ ζῆ μιὰ μεγαλόχαρη καὶ μυριανθισμένη πνευματικὴ ζωή, ποὺ μεταποιοῦσε τὸ χωματόπλαστο σῶμα του σὲ λύρα τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ ἐξαγίαζε τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες. Πάταγε στὴ γῆ, ἀλλὰ ζοῦσε σὰν νὰ βρισκόταν στὸν οὐρανό. Στὴν ταυτότητα ἦταν ρωμαῖος πολίτης, στὴν οὐσία ὅμως ἦταν οὐρανοπολίτης.

Ἀγαπητοὶ μου· πρώτιστο καὶ κύριο μέλημά μας πρέπει νά ’ναι ἡ συμμόρφωσή μας μὲ τὸ Θέλημά Του. Νὰ τὸν ἀντιγράψουμε στὴν ψυχή μας. Νὰ ἐπιδιώξουμε τὸν ἁγιασμό μας «οὗ χωρίς, οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον». Ν’ ἀνεβοῦμε τὰ δύσκολα ἀλλὰ καὶ πανέμορφα σκαλοπάτια τῆς ἠθικῆς τελειότητος. Μὲ σύνθημα τὸ «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι» νὰ ἐπιτύχουμε τὸν ὕψιστο καὶ ἅγιο προορισμό μας. Νὰ ὑποτάξουμε τὸ θέλημά μας στὸν Χριστό. Νὰ γίνουμε χριστοειδεῖς. Τὸ ἐγώ μας νὰ γίνη ἕνα μὲ τὸν Ἰησοῦ, ν’ ἀπορροφηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Τὸ «ζεῖ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» νά ’ναι τῆς ζωῆς μας τὸ πιὸ ὑπέροχο καὶ μοναδικὸ ἰδανικό.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ἀρχίζει στὸν κόσμο μας ἐδῶ, ἐξελίσσεται δὲ καὶ ὡριμάζει στὴν μέλλουσα ζωή. Τὴν ἁγιότητα ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τῆς ἀξιομισθίας μας δὲν τὴν βρίσκει κανεὶς μόνο στὸν οὐρανό, στοὺς ἀγγέλους, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ στὴ γῆ στοὺς ἀνθρώπους σ’ ὅσους «περιπατοῦν ἐν καινότητι ζωῆς» καὶ νεκρώνουν «τὰ μέλη των τὰ ἐπὶ τῆς γῆς». Δὲν ξεχνᾶμε βέβαια πὼς νίκη τῆς ψυχῆς σημαίνει παράδεισος καὶ θέωση, ἐνῶ νίκη τῆς σάρκας κόλαση. Γι’ αὐτὸ ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ σ’ ὅσους ἐπιθυμοῦν τὸ βραβεῖο τῆς «ἄνω κλήσεως» «Τὰ ἄνω ζητεῖτε· τὰ ἄνω φρονεῖτε μὴ τὰ ἐπὶ γῆς».

Τὸ βραβεῖα «τῆς ἄνω κλήσεως» ἀνεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε καὶ πέτυχε καὶ ὁ σήμερα ἑορταζόμενος θαυματουργὸς ἅγιος Νεκτάριος. Ὁ σύγχρονος, δικός μας ἅγιος, ὁ ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας. Μὲ τὴν θερμή του πίστη, μὲ τὸ ὅτι «κακοπάθησε ὡς καλὸς στρατιώτης» τοῦ βασιλέως Χριστοῦ ἀνεδείχθη σὲ ὅσιο, ποιμένα, ἱεράρχη οἰκουμενικῆς ἀποδοχῆς καὶ ἀκτινοβολίας καὶ «μὴ ζητῶν τὰ ἐπὶ γῆς» δοξάσθηκε ἀπὸ τὸ Θεό.

Ποιὸς ὅμως ὑπῆρξε σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ δικός μας ἅγιος, ὁ Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως Νεκτάριος; Ποιὸς ἄλλος παρὰ ὁ Χριστιανός, ὁ ὁποῖος παρέδωσεν «ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ» στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἁγία Ἐκκλησία Του, ἔτσι ὥστε ὁλοκληρωτικὰ καὶ τέλεια νὰ Τὸν εὐαρεστήση· ποιὸς στ’ ἀλήθεια ἦταν ὁ τῆς Αἰγίνης ἔφορος καὶ προστάτης ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός; Ποιὸς ἄλλος παρὰ ὁ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παραγγελία τοῦ Προφήτου Δαυίδ «ἐμελέτα ἡμέρα καὶ νύκτα» τὸ νόμο Κυρίου καὶ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸν θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του ἐδίδασκε καὶ ἔτρεφε τὶς χριστιανικὲς ψυχές, ἔτσι ὥστε νὰ φωτισθοῦν, νὰ μετακινηθοῦν πρὸς τὴν ἔνθεο πίστη, τὴν μετάνοια, τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὴν ἀγαθοεργία «καταρτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ».

Ἦταν ὁ ἀληθινὸς ἐπίσκοπος καὶ ἱεράρχης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἐκλεκτὸς καὶ ἅγιος καὶ μόνο στὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία ἀφωσιωμένος, τροφοδότης τῶν πενομέμων, προστάτης τῶν ὀρφανῶν, ὑπερασπιστὴς τῶν ἁμαρτωλῶν, ὁ χειραγωγὸς τῶν μετανοούντων. Ὑπῆρξε ὁ Ἀρχιερεύς ἐκεῖνος, ποὺ ἤθελε ὁ Θεὸς καὶ ἀνέδειξε ὁ Θεὸς καὶ κρατεῖ ὁ Θεὸς στῦλο καὶ φωστῆρα στὴν Ἐκκλησία Του. Ἀρχιερέας καὶ ποιμένας κατὰ τὸν τύπον τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως καὶ μόνου ἀληθινοῦ Ποιμένος, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: ὅσιος, ἄκακος ἀμίαντος, χωρὶς ἀνθρώπινες κακίες καὶ μικρότητες. Μακρόθυμος καὶ ἀνεξίκανος, εὐσεβής, στολισμένος μὲ κάθε ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα.

Ἀδελφοί· μαζὶ μὲ τὸ κεράκι τῆς εὐλαβείας καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἅγιό μας, τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἂς τὸν παρακαλέσουμε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».









16 Νοεμβρίου, Κυριακὴ 22α Ἐπιστολῶν
Τοῦ ἁγίου Ἐνδόξου Ἀποστόλου Ματθαίου
(Ἀποστ. Ρωμ. 10, 11-21 καὶ 11,1-2)


«Πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ (τῷ Ἰησοῦ) οὐ καταισχυνθήσεται», ἀδελφοί μου, καὶ τοῦτο, γιατὶ ὅποιος ἐπικαλεσθῆ τὸ ὄνομα Κυρίου θὰ σωθῆ. Ἰησοῦς: τὸ πιὸ γλυκὸ ὄνομα στὸ στόμα τῶν ἀνθρώπων, ἡ πιὸ χαρούμενη προσδοκία, ἡ πιὸ γλυκειὰ ἐλπίδα, ἡ χαρὰ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων· Ἰησοῦς: ὄνομα ποὺ συγκλονίζει τοὺς ἀπίστους καὶ ταράζει τὰ θεμέλια τοῦ ἅδη. Τὸ πανάγιο τοῦτο ὄνομα τὸ «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» ποὺ πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ βάλουν στὴν καρδιὰ τους, ἔτσι ὥστε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας «μὲ βρῆκαν αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔψαχναν νὰ μὲ βροῦν, φανερώθηκα σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ρωτοῦσαν καθόλου γιὰ μένα» νὰ γίνη μιὰ συγκλονιστικὴ πραγματικότητα. Γιατὶ δυστυχῶς ὑπάρχουν καὶ κάποιοι πού, ἐνῶ φέρουν τὸ τιμημένο ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, δὲν τὸ τιμοῦν οὔτε τὸ ἐκπροσωποῦν ἐπάξια καὶ δὲν τὸ ὁμολογοῦν μὲ τὴν ζωή τους. Ἄλλοι τὸ περιφρονοῦν καὶ ἄλλοι πολὺ χειρότερα, τὸ βρίζουν· καὶ ξέρετε γιατί; Γιατὶ δὲν Τὸν πιστεύουν. Δὲν ἀνταποκρίθηκαν στὴν πρόσκλησή Του. Δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν γιὰ Σωτῆρα τους.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμολογήση ὁ ἄνθρωπος κάτι ποὺ δὲν τὸ πιστεύει· πῶς νὰ κηρύξη τὸν Χριστό, ἀφοῦ Τὸν ἀρνεῖται; Πῶς νὰ Τὸν δοξάση, ἀφοῦ περιφρονεῖ τὶς εὐεργεσίες Του; Πῶς νὰ Τὸν πιστέψη, ἀφοῦ δὲν Τὸν ἀγαπᾶ καὶ πῶς νὰ Τὸν ἀγαπήση, ἀφοῦ οὔτε Τὸν πιστεύει, οὔτε νὰ Τὸν γνωρίση θέλει; Ἀδελφοί· ἰσχυρὸ το σημερινὸ σάλπισμα τοῦ Παύλου: «Πᾶς ὁ πιστεύων ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν οὐ καταισχυνθήσεται» καὶ «ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν σωθήσῃ». Ἀνήκουμε στὴ λεγεῶνα τοῦ Ὡραίου, τοῦ Μεγάλου, τοῦ ἀληθινοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνου ποὺ κάλεσε ἀπὸ τὸ «τελώνιον» τὸν σήμερα ἑορταζόμενο ἅγιο εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο, ὁ ὁποῖος χωρὶς ἀναβολή, χωρὶς ἀναστολές, χωρὶς ἐπιφυλάξεις «ἠκολούθησεν αὐτῷ».

Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ κάλεσε ὁ Κύριος στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Καὶ ἀνατέθηκε σ’ ἕνα πρώην ἁμαρτωλὸ τὸ καθῆκον τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μὲ πολὺ ζῆλο καὶ μεγαλύτερο θάρρος κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο τῆς χάριτος στοὺς Πάρθους καὶ τοὺς Μήδους καὶ συγγράφει τὸ ὁμώνυμο Εὐαγγέλιο, μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς πληροφορεῖ αὐθεντικὰ τὰ περὶ τὴν Γέννηση καὶ Βάπτιση, τὴν σωτήρια δράση, τὸ κήρυγμα, τὰ θαύματα, τὰ Πάθη, τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ Τὸν ἀγαπήσουμε. Ἑπομένως καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καλεῖ ὁ Κύριος, καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἐξαγνίζει ἀλλὰ καὶ ἁγίους εὐαγγελιστὲς τοὺς ἀναδυκνύει.

Ἔτσι ὁ ἄδικος τελώνης ποὺ ἀπολάμβανε πλουσιοπάροχα τὴ ζωὴ εἰς βάρος τῶν ἄλλων, τώρα ὡς ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, δὲν τρώει ποτὲ κρέας ἀλλὰ μόνον καρποὺς καὶ βλαστάρια· «Ματθαῖος μὲν οὖν ὁ ἀπόστολος σπερμάτων καὶ ἀκροδρύων καὶ λαχάνων, ἄνευ κρεῶν, μεταλάμβανεν»· καὶ ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ διδάσκει ἐμπράτως ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ μετανοοῦν ἀποτελοῦν τοὺς φίλους καὶ τοὺς οἰκείους τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, ἀφοῦ «οὐκ ἦλθε καλέσε δικαίους ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν».

Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ἀδελφοί, ἀπὸ κήρυκας τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης γίνεται ἐν Χριστῷ κήρυκας τῆς ἀληθείας καὶ τῆς χάριτος, ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ νοιαζόταν μόνο γιὰ τὴ ζωή του, τώρα μὲ τέλεια αὐταπάρνηση ἐπωμίζεται τὶς εὐθύνες γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ θαύματα ποὺ μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου ἐπετέλεσε δέχεται τὸ μαρτύριο καὶ θυσιάζει τὴ ζωή του μέσα στὴ φωτιὰ ποὺ ἡ μανία τῶν βαρβάρων τοῦ ἑτοίμασε. Ἀδελφοί· ὁ Κύριος «ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνεναστράφη». Ὅποιος ἐπεδίωξε συναναστροφὴ μαζί Του, σώθηκε. Ἐμεῖς ἆραγε θὰ διστάσουμε; Κύριε, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου «σῶσον ἡμᾶς». Ἀμήν.









23 Νοεμβρίου, Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου
Ἀποστολ. 23ης Κυριακῆς Ἐπιστ. (Ἐφεσ. 2, 4-10)


«Αὐτοῦ ἔσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς».

Τὸ πιὸ ὑπέροχο καὶ ἁρμονικὸ καὶ τέλειο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τὸ πιὸ θαυμαστό· ἀπαράμιλλο ἔργο τέχνης μ’ ἐξαιρετικὴ συμμετρία. Εἶναι τὸ μοναδικὸ ἔργο τῆς δημιουργίας, ποὺ φέρει ζωντανὴ τὴν σφραγῖδα τοῦ Πάνσοφου τεχνίτη. Ὁ θεόπνευστος ψαλμωδὸς τὸ βεβαιώνει: «Αἱ χεῖρες Σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με». Εἶναι πράγματι δημιούργημα μὲ θεῖο καὶ ἅγιο προορισμό. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὁδηγεῖ τὸν Δαυίδ γεμᾶτο θαυμασμὸ νὰ ρωτᾶ: «Τί ἔστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτόν; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους» (ψαλμ. 8ος).

Ἔτσι λοιπὸν ἔχει μεγάλη καὶ μοναδικὴ ἀποστολή, γιατὶ ἔχει μεγάλα καὶ μοναδικὰ προσόντα, χαρίσματα ποὺ τὸν κάνουν «βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον». Σὲ σύγκριση βέβαια μὲ τὸν Δημιουργὸ εἶναι ἀδιόρατος καὶ μικροσκοπικὸς μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ σύμπαντος. Ὡστόσο ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε κυρίαρχο τῆς δημιουργίας Του. Τὸν στόλισε μὲ τὸ λογικό, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ ἐρευνᾶ τὰ μυστικὰ τῆς δημιουργίας καὶ συνεχῶς νὰ κάνη καταπληκτικὲς ἀνακαλύψεις καὶ ἐφευρέσεις. Εἶναι ἀπίστευτα τὰ ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα. Τηλέφωνο, ἀσύρματος, ραδιόφωνα, τηλεόραση, ραντάρ, ἠχογραφικὰ μηχανήματα, δορυφόροι, διαστημόπλοια, διάσπαση τοῦ ἀτόμου, ἐξερεύνηση τοῦ διαστήματος, μεταμοσχεύσεις ἀνθρωπίνων ὀργάνων καὶ τόσα ἄλλα. Ἀναρίθμητες οἱ ἐφευρέσεις τοῦ μηχανικοῦ καὶ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ.

Τὴν δύναμη τοῦ λογικοῦ ἐγκωμιάζει ὁ Προφήτης, ὅταν λέγη «Πάντα ὑπέταξας τῶν ποδῶν αὐτοῦ, πρόβατα καὶ βόας ἁπάσας, τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης, τὰ διαπορευόμενα τρίβους θαλασσῶν» (ψαλμ. 8ος).

Ὅμως δὲν εἶναι μόνο τὸ λογικὸ μὲ τὸ ὁποῖο προίκισε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο. Τὸν προίκισε μὲ τὴν συνείδηση, μὲ τὴν ὁποία κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία Του ὁ Θεός. Καὶ ἐπὶ πλέον μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἐπιταγὴ τῆς συνειδήσεως συγκρατεῖται στὸ δρόμο τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ χρέους, λατρεύει τὸν Θεό, ἐφαρμόζει δικαιοσύνη, κάνει ἐγκράτεια, ὑποβάλλεται σὲ θυσίες, κυριαρχεῖ στὰ πάθη. Ποιὸ ἄλλο κτίσμα τοῦ Δημιουργοῦ ξέρει ν’ ἀγαπᾶ, νὰ βοηθῆ, νὰ συμπαθῆ, νὰ ὑπακούη, νὰ συμβουλεύη, νὰ αὐτοσυγκεντρώνεται καὶ ἔτσι ν’ ἀποδεικνύη πὼς «Αὐτοῦ ἔσμεν ποίημα», καὶ ἀναγνωρίζει τοῦ Κυρίου τὴ φωνή: «Ἐγὼ εἶπα, Θεοί ἐστε».

Ἀδελφοί μου· πολλὰ καὶ θαυμαστὰ τοῦ ἀνθρώπου τὰ προσόντα καὶ τὰ χαρίσματα ἀλλὰ καὶ μοναδικὴ καὶ ξέχωρη ἡ ἀποστολή του. Ὅπως σὲ κάθε κτίσμα Του ὁ Θεὸς ἔθεσε εἰδικὸ προορισμὸ καὶ σκοπό: Τὴν ξηρὰ γιὰ νὰ βλαστάνη «βοτάνην χόρτου καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν», τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, καὶ τ’ ἀστέρια γιὰ νὰ φωτίζουν τὸ στερέωμα καὶ νὰ στέλλουν τὸ φῶς τους στὴ γῆ, τὰ ζῶα γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπο· τὸν ἀέρα γιὰ νὰ διατηρῆ τὸ ζωικὸ καὶ φυτικὸ βασίλειο μὲ τ’ ὀξυγόνο του, τὸ νερὸ γιὰ νὰ ποτίζη «πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς», τὰ δένδρα γιὰ νὰ τρέφουν μὲ τοὺς καρπούς τους ὅλους ἐμᾶς· καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ὁμοιάζη Θεῷ. Αὐτὸ ἐκφράζει καὶ ὁ θεῖος Παῦλος, ὅταν γράφη: «αὐτοῦ ἔσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς». Πλαστήκαμε γιὰ τὴν ἀγάπη· γιὰ τὴν ἠθικὴ πρόοδο· γιὰ τὴν τελειότητα, τὴν ἄσκηση, τὸν ἁγιασμό, τὴν θέωση. Γιὰ νὰ γίνουμε σὰν «τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον, παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ» (ψαλμ. 1ος). Δίχως καρποὺς δὲν ὑπάρχει ἀρετή, δίχως ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει παράδεισος· χωρὶς παράδεισο «ματαία ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν». Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ θ’ ἀνοίξει τὶς πύλες τ’ Οὐρανοῦ.

Ἀλλοίμονο σ’ ὅσους δὲν κρατοῦν τὸ κλειδί. «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλόν, ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» Ἀδελφοί· ἐπειδὴ σήμερα (φοβᾶμαι πὼς) ἡ θέλησή μας γιὰ τὰ «μεταφυσικά», γιὰ τὰ πνευματικά, ἔγινε ἀνίσχυρη καὶ κλίνει πρὸς τὸ κακό, τὸ πονηρό, ἂς θυμηθοῦμε ὅτι τὸ δένδρο τότε μόνο καρποφορεῖ, ὅταν τὸ τροφοδοτοῦν ρίζες. Καί: «Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη» καὶ ὅτι πρέπει νὰ μείνουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ, γιατὶ μόνον τότε θἄμαστε «καρποφοροῦντες πάντα καὶ αὐξανόμενοι».