ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2008

Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

5 Ὀκτωβρίου, Κυριακὴ 16η Ἐπιστολῶν
Ἀπόστολος: Β´ Κορινθ 6, 1-10
«Ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν».

Σήμερα, ἀδελφοί μου, ποὺ ὅπως καὶ τότε, τὰ πρῶτα ἀποστολικὰ χρόνια, ψευδαπόστολοι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι κυκλοφοροῦν, «καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ» καὶ σπέρνουν στοὺς πιστοὺς διχόνοιες καὶ σχίσματα καὶ διδάσκουν ἐντάλματα καὶ διδασκαλίες ἀνθρώπων καὶ ἀνακατεύουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα καὶ τὶς δεισιδαιμονίες, εἶναι ἀνάγκη νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν λόγο «τῆς ἀληθείας» ὅπως αὐτὸς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ διδάσκεται καθαρὰ καὶ ἄδολα ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ νὰ διδαχθοῦμε πὼς πρέπει νὰ πολεμᾶμε μὲ τὰ ὅπλα τὴς δικαιοσύνης «τὰ δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερά»· τί εἶναι ἆραγε τὰ ὅπλα αὐτά;

«Δεξιὰ ὅπλα» εἶναι τῆς ζωῆς τὰ χαρούμενα γεγονότα καὶ «ἀριστερὰ» τὰ θλιβερὰ καὶ κακά· τὴν ἀρετή, δηλαδή, μπορεῖ νὰ τὴν ἐπιτύχη ὁ ἄνθρωπος καὶ μὲ τὶς χαρὲς καὶ μὲ τὶς λύπες· καὶ ὅπως ὁ στρατιώτης πολεμᾶ κρατῶντας ὅπλα καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὰ χέρια του, ἔτσι καὶ κάθε χριστιανὸς πρέπει νὰ πολεμᾶ μὲ γενναιότητα καὶ μ᾿ ὅλα τὰ μέσα. Καὶ ὅπως ὁ ἔμπειρος στρατιώτης ξέρει νὰ χειρίζεται ὅλα τὰ εἴδη τῶν ὅπλων, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανὸς μὲ τὰ πνευματικὰ ὅπλα πρέπει νὰ δίνη τὴ μάχη πρὸς κάθε κατεύθυνση. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, λέει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος «δι᾿ ἀμφοτέρων ἀμώμητος ἐδείκνυτο, οὔτε τοῖς λυπηροῖς συστελλόμενος, οὔτε τοῖς εὐθυμοτέροις ὀγκούμενος».

Ὁ Κύριος ἐπιτρέπει νἄχουμε καὶ χαρὲς καὶ λύπες· καὶ εὐχάριστα καὶ δυσάρεστα· καὶ καλὰ καὶ κακά· καὶ εὐτυχίες καὶ δυστυχίες· καὶ τιμὲς καὶ συκοφαντίες. Κυβερνᾶ καὶ ἐποπτεύει τὰ πάντα. Αὐτὸς εὐλογεῖ τὴν ζωὴ καὶ ἐπιτρέπει τὸν θάνατο, τὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀσθένεια. «Κύριος θανατοῖ καὶ ζωογονεῖ, κατάγει εἰς ἅδου καὶ ἀνάγει. Κύριος πτωχίζει καὶ πλουτίζει, ταπεινοῖ καὶ ἀνυψοῖ»(Α´ Βασιλ. 2, 6-8). «Δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς Αὐτοῦ καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Αὐτοῦ».

Ἀδελφοί μου, ὡς ὅπλα δεξιὰ ἂς θεωρήσουμε τὴν χαρούμενη ὅψη τῆς ζωῆς· τὴν εὐτυχία, τὴν εὐημερία, τὴν ἄνεση, τὴ χαρά. Πῶς πολέμησε ὁ Ἀβραάμ ποὺ ἦταν πλούσιος σφόδρα, κτήνεσι καὶ ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ»; Πολέμησε μὲ τὸν πλοῦτο τὴ φυλαργυρία καὶ ἔκαμε τὸ σπίτι του ξενοδοχεῖο καὶ ἀξιώθηκε τρέχοντας νὰ συναντήση τοὺς ξένους, νὰ προσκυνήση τὴν Ἁγία Τριάδα (Γεν.18,4-5). Μὲ τὸ ἴδιο ὅπλο τοῦ πλούτου πολέμησε καὶ ὁ Ἰὼβ καὶ νίκησε. Ὄχι ὅμως καὶ ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸς μὲ τὸν πλούτο του πολεμοῦσε τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴ σωφροσύνη καὶ ἦταν ἐχθρὸς τῆς ἀγάπης. «Ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον, εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». Πρὸς τὸν Λάζαρο καμμία βοήθεια, καμμία συμπόνια. Δὲν ἀρκεῖ νἄχη κανεὶς ὅπλα, ἀλλὰ ἀλλὰ νὰ ξέρη νὰ τὰ χειρίζεται καὶ τὰ «δεξιὰ» καὶ τὰ «ἀριστερά». Ὅλα τὰ ὅπλα ἔχουν ἕνα σκοπό· τὴ νίκη. Ὅπως καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς, εὐχάριστα καὶ δυσάρεστα στοχεύουν στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα.

Παράδειγμα ὁ Ἰώβ, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ τὸν πλοῦτο καὶ μὲ τὴ φτώχεια, καὶ μὲ τὴ δόξα καὶ μὲ τὴν ἀθλιότητα, καὶ μὲ τὴν πολυτεκνία καὶ μὲ τὴν ἀτεκνία, καὶ μὲ τὴν ὑγεία καὶ μὲ τὴν ἀρρώστια, πέτυχε ἔργα ἀρετῆς. Πολέμησε καὶ νίκησε μὲ τὰ ὅπλα τὰ δεξιὰ καὶ τ᾿ ἀριστερά. Ἦταν ἄνθρωπος «εὐγενὴς τῶν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν». Ἀπεδείχθη «ἄνθρωπος ἄμεμπτος, ἀληθινός, θεοσεβής, ἀπεχόμενος παντὸς πονηροῦ πράγματος». Ὁ Θεὸς δοκίμασε τὸν Ἰὼβ μὲ τὰ δεξιὰ ὅπλα καὶ εὐδόκησε νὰ δοκιμασθῆ καὶ μὲ τὰ ἀριστερά, ὥστε ν᾿ ἀριστεύση καὶ μ᾿ αὐτά. Τί καὶ ἂν ὁ πολύτεκνος γίνεται ἄτεκνος, ὁ πλούσιος πτωχός, τί καὶ ἂν ὁ ἄρχοντας κάθεται «ἐπὶ κοπρίας ἔξω τῆς πόλεως»; Τί καὶ ἂν σαπίζουν καὶ λειώνουν οἱ σάρκες του καὶ οἱ φίλοι του ἀντὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν μεγαλώνουν τὴ θλίψη του; Αὐτὸς ὁ δίκαιος καὶ πολυθαύμαστος Ἰὼβ «ἐν τούτοις πᾶσι τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ οὐδὲν ἥμαρτεν ἐναντίον Κυρίου»· καὶ ἀπαντοῦσε ἡρωϊκά· «Γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι», «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο», «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».

Ὁ Ἰὼβ λοιπόν, ἀδελφοί, ἀφαιρεῖ κάθε πρόφαση καὶ δικαιολογία, οὔτε ὁ πλούσιος μπορεῖ νὰ δικαιολογεῖται πὼς ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα τοῦ πλούτου του, τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μετάνοια. Οὔτε ὁ πτωχὸς ἔχει δικαίωμα νὰ πῆ ἡ φτώχεια μὲ ἀναγκάζει νὰ πῶ ψέματα ἢ νὰ κλέψω· ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ μεγάλη χαρὰ τὸν μέθυσε γι᾿ αὐτὸ ἔπεσε σὲ λάθη καὶ ἁμαρτίες ἢ ἡ λύπη καὶ ἡ θλίψη τὸν ἔκανε νὰ θυμώση καὶ νὰ παραφερθῆ πρέπει νὰ διασκορπισθῆ «δεξιὰ καὶ ἀριστερά». Ἀδελφοί μου· ἂς στοχεύσουμε ὅλοι τὴν ἀρετὴ καὶ πολεμῶντας γιὰ νὰ τὴν κατακτήσουμε, ἂς χρησιμοποιήσουμε καὶ τὰ δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερὰ ὅπλα, δηλ. καὶ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες· Ἀμήν.









12 Ὀκτωβρίου, Κυριακὴ 17η,
Τῶν ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ´ Οἰκουμ. Συνόδου
Ἀπόστολος: Τίτον 3, 8-15
«Μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι».

«Ν᾿ ἀποφεύγεις τὶς ἀνόητες συζητήσεις καὶ τὶς μυθολογίες καὶ ὅλες ἐκεῖνες τὶς φιλονικίες καὶ διαμάχες (γύρω ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸ νόμο). Εἶναι συζητήσεις ἄχρηστες καὶ μάταιες, δίχως καμμία ὠφέλεια». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καταρτίζει καὶ ἐκπαιδεύει ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος τὸν μαθητή του Τίτο· κατέχει πολὺ καλὰ τοὺς κανόνες τῆς πολεμικῆς τέχνης καὶ ὡς στρατηγὸς, ὡς πνευματικὸς ἀγωνιστής, γνωρίζει τὰ μυστικὰ τῆς νίκης καὶ ἐνημερώνει τὸν Τίτο καὶ ὅλους ἐμᾶς· γιατὶ σήμερα, ἀδελφοί μου, μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Τίτο, μαθαίνουμε ὅλοι πὼς συζητήσεις καὶ ἔρευνες ποὺ ἀποβλέπουν μόνο στὴν ἀλαζονικὴ ἐπίδειξη πρέπει ν᾿ ἀποφεύγωνται, γιατὶ μὲ τέτοιες συζητήσεις οὔτε ὅσοι τὶς ἀκοῦνε οὔτε ὅσοι τὶς λένε ὠφελοῦνται· εἶναι μεγάλη σοφία νὰ γνωρίζη ὁ ἄνθρωπος καὶ μάλιστα ὁ χριστιανὸς πότε νὰ μιλᾶ καὶ τί νὰ λέει.

Πολλὰ λάθη καὶ ζημιὲς ἔχουν προέλευση τὴν γλῶσσα. Μόνον «ὅστις ἐν λόγῳ οὐ πταίει εἶναι τέλειος ἀνήρ», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος. Ὅμως ἐκ τῆς γλώσσης πόσα λάθη, πόσες πτώσεις, πόσα σφάλματα, πόσες μωρὲς κουβέντες, πόσες πληγές; «Βολὶς τιτρώσκουσα ἡ γλῶσσα» ἡ προπέτης (Ἱερ. 9-8). Ἔτσι παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο, ἀδελφοί μου, ἄνθρωποι νὰ θέλουν νὰ μιλοῦν συνεχῶς· γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα· χωρὶς νὰ περνοῦν τὰ λόγια τους ἀπὸ τὸ κόσκινο τοῦ μυαλοῦ· περιεργάζονται ξένες ὑποθέσεις, κρίνουν, κατακρίνουν, δικάζουν γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Μιλοῦν αὐθεντικὰ γιὰ ζητήματα ποὺ δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός τους· ἄλλοι «κνηθόμενοι τὴν ἀκοὴν» ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέφουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται» (Β´ Τιμοθ. 4-4).

Στὴν Σοφία Σειρὰχ ἔχει γραφῆ: «Ὁ πλεονάζων λόγος, βδελυχθήσεται» (Σοφ. Σειρὰχ 20-8). Ἀκόμα δὲ μᾶς πληροφορεῖ ἡ Γραφὴ ὅτι «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν» (Παρ.10-19). Ἀδελφοί· νὰ προτιμοῦμε ν᾿ ἀκοῦμε, παρὰ νὰ μιλοῦμε· νὰ συγκρατοῦμε τὴ γλῶσσα μας, ὅταν ἡ καρδιά μας εἶναι ταραγμένη· ν᾿ ἀποφεύγουμε τὰ περιττὰ λόγια καὶ «μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις...· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι». Ἀνώφελες καὶ μωρὲς κουβέντες οὔτε ἐμᾶς ὠφελοῦν οὔτε τοὺς ἄλλους, πολὺ δὲ περισσότερο δὲν συντελοῦν στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς προτρέπει: «κἂν μὴ τὶ εἰς δόξαν Θεοῦ γίνηται, μηδὲ γινέσθω, μηδὲ λεγέσθω παρ᾿ ἡμῶν».

Ἐπικίνδυνες εἶναι ἐπίσης οἱ φλυαρίες μὲ τοὺς αἱρετικοὺς· ἄσκοπες· συνήθως χωρὶς ἀποτέλεσμα, γιατὶ τοὺς τυφλώνει ὁ φανατισμὸς καὶ παραμένουν μὲ πεῖσμα στὴν πλάνη καὶ τὴν κακοδοξία. Καὶ εἶναι ἐπίκαιρη καὶ ἐδῶ ἡ προτροπὴ τοῦ θείου Παύλου· «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Στὴν ἐπιμονή τους ἂς ἀντιτάξουμε τὴν εὐγενικὴ σιωπή, ποὺ κάποτε εἶναι ὁ πιὸ καλὸς καὶ δυναμικὸς δάσκαλος.

Ἀδελφοί· μπορεῖ νἄμαστε σοφοὶ γι᾿ αὐτὸ καὶ μιλοῦμε· ὅμως εἴμαστε ἀντικειμενικὰ πιὸ σοφοί, ὅταν σιωποῦμε. Τὸ μάθημα τῆς σιωπῆς εἶναι δύσκολο, ἀλλὰ γεμᾶτο μεγαλεῖο. Ἡ μάχη τῆς σιωπῆς εἶναι μιὰ ἡρωϊκὴ μυστικὴ μάχη τῆς ψυχῆς. Εἶπε κάποιος στοχαστὴς σύγχρονος: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν σιωπή, γιατὶ ἀπειλεῖται». Ἡ σιωπὴ εἶναι τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ λουλούδι στὸ ἀπέραντο χωράφι τῶν ἀγκαθιῶν τῆς πολυλογίας· «εἰ ἔστι σοι σύνεσις, ἀποκρίθητι τῷ πλησίον· εἰ δὲ μή, ἡ χείρ σου ἔστω ἐπὶ στόματί σου» (Σοφ. Σειρ.5-12). Ὁ σοφὸς Ἐκκλησιαστὴς συμπληρώνει: «Καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν» «Μὴ σπεῦδε ἐπὶ στόματί σου καὶ ... ἔστωσαν οἱ λόγοι σου ὀλίγοι» (Ἐκκλησ. 5-1).

Κοντολογῆς: οἱ μεγάλοι διδάσκουν πιότερο μὲ τὴ σιωπή τους παρὰ μὲ τὰ λόγια τους· μπορεῖ νἆναι δύσκολο τὸ μάθημα τῆς σιωπῆς, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν πνευματική μας πρόοδο. Ἡ σιωπὴ εἶναι ἀδελφὴ τῆς αὐτοσυγκέντρωσης καὶ θερμοκήπιο τῆς προσευχῆς· πότε ὅμως: ὅταν υἱοθετήσουμε τὴν τοῦ σοφοῦ Σειρὰχ ὑπόδειξη: «καὶ τοῖς λόγοις σου ποίησον ζυγὸν καὶ σταθμόν, καὶ τῷ στόματί σου ποίησον θύραν καὶ μοχλόν». Πᾶρε δηλαδὴ ζυγαριὰ καὶ ζύγισε τὰ λόγια σου καὶ στὸ στόμα σου βάλε πόρτα καὶ σύρτη. Ὅπως οἱ κλειδαριὲς καὶ οἱ σῦρτες εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ σπιτιοῦ, ἔτσι καὶ ἡ σύνεση καὶ ἡ σιωπὴ ἡ ἀσφάλεια τοῦ στόματος.

Ἀδελφοί μου,
       Μακρυὰ ἀπὸ «μωρὰς ζητήσεις καὶ ἔρεις καὶ μάχας», «εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι». Ἂς μάθουμε πότε νὰ μιλοῦμε καὶ πότε νὰ σιωποῦμε· μὲ σοφία νὰ μιλοῦμε καὶ μὲ σοφία νὰ σιωποῦμε· σοφοὶ στὰ λόγια · σοφοὶ στὴν σιωπή·
       Ἀμήν.









19 Ὀκτωβρίου, Κυριακὴ 18η Ἐπιστολῶν
Ἀπόστολος: Β´ Κορινθ. 9, 6-11
«Πάντοτε... περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν», γιατὶ «ἱλαρὸν δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός».

Καὶ πάλι, ἀγαπητοί μου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ θεάρεστο καθῆκον τῆς προσφορᾶς καὶ τῶν καλῶν ἔργων ποὺ πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦν ποτὲ οἱ Χριστιανοί. Ὅσον θὰ ὑπάρχουν στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες ἄνθρωποι φτωχοὶ καὶ δυστυχισμένοι, μάτια δακρυσμένα, πόνος καὶ θλίψη, οἱ λόγοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου θἄχουν ἐπικαιρότητα καὶ σημασία θεμελιώδη. Γι᾿ αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ πρωτοστατοῦν σὲ κάθε κάθε καλὸ ἔργο καὶ βοηθοῦν μὲ περισσὴ ἀγάπη. Καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὴν πίστη τους καὶ καθοδηγοῦν μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης τους καὶ τοὺς ἄλλους. Φωτίζουν καὶ θερμαίνουν μεταδίδοντας ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς τους. Εἶναι φορεῖς τῆς ἀγάπης καὶ φάροι καλῶν ἔργων. Μιμοῦνται τὸν Κύριο ποὺ πλούσια «ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι» καὶ ἐπὶ πλέον «ἱλαρὸν δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός».

Ἀλήθεια, ἀδελφοί μου, ποιὸς εἶναι μεγάλος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ποιὸς ἄλλος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει νὰ ἐπιδείξη στὴν ἐδῶ ζωή του ἔργα ἀληθινῆς καὶ ἔμπρακτης ἀρετῆς, δηλ. ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας· «ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ». Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Πάνω ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ λόγια, εἶναι τὰ ἔργα, ἡ πράξη. Λέει κάπου ὁ Μ. Βασίλειος: «τὸν Χριστιανὸ δὲν τὸν ὠφελοῦν τὰ ὀρθὰ δόγματα, ἂν δὲν συνοδεύωνται μὲ ἔργα». Κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας καὶ τῆς κρίσεως δὲν θὰ ἐρωτηθοῦμε τί ἔχουμε διαβάσει, ἀλλὰ τί ἔχουμε πράξει. Εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ διαβάζη καὶ ν᾿ ἀκούη κανεὶς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πιὸ δύσκολο νὰ τὸν ἐφαρμόση· «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».

Ἀληθινὴ ἐπανάσταση θὰ γίνη, ἂν ὅλοι οἱ χριστιανοί μόνο γιὰ μιὰ μέρα ζοῦσαν τὸν χριστιανισμό τους καὶ ἂν τὰ λόγια ἀκολουθοῦν τὰ ἔργα. Καλὴ βέβαια ἡ διδασκαλία, ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἄνευ τοῦ ποιεῖν, οὐ μόνον κέρδος οὐδέν, ἀλλὰ καὶ ζημίαν πολλὴν φέρει». Δίχως τὰ ἔργα, ὁ Χριστιανισμὸς θὰ ἦταν μιὰ σκιά, ἕνα ὄνειρο, μιὰ ἀράχνη, μιὰ οὐτοπία. Ὁ Χριστιανισμὸς ὀφείλει τὸ μεγαλεῖο του στὴ διδασκαλία τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων. Ἡ ἀγάπη ἔγραψε τὶς πιὸ ὡραῖες σελίδες τῆς ἱστορίας καὶ δημιούργησε τὸν πιὸ ὡραῖο πολιτισμό. Ἡ καλλίτερη καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἱεραποστολὴ εἶναι τὰ καλὰ ἔργα.

Οἱ «ἡμέτεροι», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πρέπει νὰ πρωτοστατοῦν στὰ καλὰ ἔργα· πάντοτε καὶ πρὸς ὅλους. Τὰ καλὰ ἔργα δὲν γνωρίζουν καιροὺς καὶ χρόνους· δὲν γίνονται μονάχα τὰ Χριστούγεννα καὶ τὴν Λαμπρὴ οὔτε ξεχωρίζουν γιορτὲς καὶ καθημερινές. Πάντοτε πρέπει νὰ γίνωνται μὲ τὴν ἴδια διάθεση. Μὲ ζῆλο καὶ ἐνθουσιασμό· μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἀνιδιοτέλεια, «προΐστανται καλῶν ἔργων». «Οἱ ἡμέτεροι» κλείνουν σωματικὰ καὶ ψυχικὰ τραύματα, σκύβουν σὰν καλοὶ σαμαρεῖτες στὸν πόνο τοῦ πλησίον, χύνουν λάδι συμπόνιας καὶ ἀγάπης σὲ κάθε πονεμένο, σκουπίζουν τὰ δάκρυα τῶν θλιμμένων, σκορποῦν παρηγοριὰ καὶ ἀνακούφιση σὲ ἀσθενεῖς· διαλύουν παρεξηγήσεις, μεταγγίζουν ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία· γίνονται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα». Ἔτσι βλέπουν οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι «τὰ καλὰ ἡμῶν ἔργα καὶ δοξάζουσι τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Τὰ καλὰ ἔργα πιστοποιοῦν τὴν γνησιότητα τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀκαρπία καλῶν ἔργων μᾶς ἀποκλείει ἀπὸ τὴν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὰ στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς μας ταυτότητος πρέπει νἆναι «περίσσευμα εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν», γιατὶ αὐτὸ τὸ περίσσευμα ἀποτελεῖ τὸ εἰσιτήριό μας γιὰ τὴν αἰώνια χαρὰ τ᾿ Οὐρανοῦ.









26 Ὀκτωβρίου, Κυριακὴ 19η Ἐπιστολῶν
Ἀπόστολος: Β´ Τιμοθ. 2, 1-10
Ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου
«Σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης· Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ».

Ὁ δρόμος γιὰ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θέωση, ἀδελφοί μου, περνᾶ μέσα ἀπ᾿ τὸ στρατόπεδο· ἐκεῖ οἱ στρατευμένοι ἐκπαιδεύονται, ἀθλοῦνται καὶ κακοπαθοῦν γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ ν᾿ ἁγιάζεται τ᾿ ὄνομά Του, γιὰ νὰ γίνεται ἐπὶ γῆς τὸ θέλημά Του. Καὶ γιὰ ν᾿ ἀναδειχθοῦν νικητὲς καὶ τροπαιοῦχοι ἄξιοι τοῦ ἀρχηγοῦ των, ὑπομένουν στερήσεις καὶ ἀγρυπνίες καὶ πεῖνα καὶ δίψα καὶ κάθε ταλαιπωρία. Ἄλλωστε «οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ». Εἶναι λοιπὸν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰ βιοτικὰ καὶ ἀγωνίζονται νομίμως μὲ πίστη, μὲ σταθερότητα, μὲ ταπείνωση καὶ ὑπομονή.

Ἔτσι, μὲ τὶς παραγγελίες καὶ τὶς ὑποδείξεις τοῦ θείου Παύλου ἐργάσθηκε καὶ ἀγωνίσθηκε καὶ ἄθλησε καὶ ὁ ἅγιος ποὺ σήμερα γιρτάζουμε, ὁ Μεγαλομάρτυς καὶ Μυροβλήτης ἅγιος Δημήτριος. Ὁ ἱεραπόστολος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὅλης τῆς Μακεδονίας, ὁ διαπρύσιος δάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὑπόδειγμα τῶν νέων, ποὺ δὲν περιόρισε τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας μόνο στὸ περιβάλλον του, ἀλλὰ προσευχόμενος συνεχῶς ἔδινε καλὴ μαρτυρία μεταξὺ τῶν νέων τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Μακεδονίας. Σὰν μαγνήτης εἵλκυε ὅλους ὅσους ἤθελαν νὰ γνωρίσουν τὴν μόνη Ἀλήθεια, τὸν Χριστό, καὶ ἐνῶ οἱ ναοὶ τῶν ἐθνικῶν ἄδειαζαν, οἱ κατακόμβες τῶν χριστιανῶν γέμιζαν. Μὲ τὶς θαυματουργικὲς του παρεμβάσεις ποὺ ἦταν καρπὸς προσευχῆς, πίστεως καὶ χάριτος, εἶδε τὴν πατρίδα του Θεσσαλονίκη γεμάτη Χριστιανούς· εἶδε, ἐθαύμασε, καμάρωσε ἐκεῖνον ποὺ αὐτὸς ἐχαρίτωσε εὐλογῶντας τον, τὸν Νέστορα, νὰ νικάη καὶ νὰ ταπεινώνη τὴν ἔπαρση, τὴν ἀλαζονεία καὶ τὸν ὄγκο τοῦ Λυαίου. Εἶδε καὶ χάρηκε καὶ δόξασε τὸ Θεό , Ἐκεῖνον ποὺ διεκήρυξε: «τοὺς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω».

Γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ περισσότερο ζῆλο καὶ αὐτοθυσία συνεχίζει τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο. Τί καὶ ἂν τὸ θηρίο τῆς εἰδωλολατρείας ὀρθώνεται ἐμπρός του; Τί καὶ ἂν στρατοὶ καὶ στρατηγοὶ τὸν πολεμοῦν καὶ τὸν φυλακίζουν; Τί καὶ ἂν λογχοφόροι ἐκτελεστὲς τρυποῦν τὸ στῆθος του καὶ τὸν θανατώνουν; Αὐτὸς γεμᾶτος χαρὰ καὶ Χριστὸ βροντοφωνάζει: «Ἕνεκά Σου θανατούμεθα, ...ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς». Αὐτὸς ἀξιώθηκε «ὁ πιστὸς τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης» τῆς τιμῆς νὰ εἶναι ὁ ἀκαταμάχητος ὑπερασπιστὴς καὶ προστάτης καὶ τῶν Θεσσαλονικέων προϊστάμενος. Καὶ ξέρετε γιατί; Γιατὶ εἶχε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν προσευχὴ ἀποκτήσει «σύνεσιν ἐν πᾶσι». Ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ γιατὶ «μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν, ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν». Καὶ ὅπως ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος κακοπαθοῦσε «μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος», ἔτσι καὶ ὁ Μυροβλήτης ἀδέσμευτος, ἐλεύθερος, δυναμικὰ κήρυττε παντοῦ τὸν Κύριό μας καὶ ἕνεκα τούτου ὑπέμεινε καὶ μαρτύριο «ἵνα τύχῃ σωτηρίας τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου». Ἀδελφοί:

Καὶ σήμερα ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπομονῆς καὶ ἀντοχῆς. Ὁμολογίας καὶ καλῆς διαθέσεως. Ἂς ὁπλιθοῦμε μὲ πίστη «πρόσθες ἡμῖν πίστιν, Κύριε», ὥστε ἄτρομοι, ἀδίστακτοι, ἄκαμπτοι, γενναῖοι καὶ πρόθυμοι νὰ δίνουμε τὴν καλὴ μαρτυρία καὶ ὁμολογία, ὥστε νὰ βλέπουν οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ πίστεως πόσο ὡραία περιπέτεια εἶναι ἡ ἄθληση καὶ ἡ ἁγιότητα καὶ ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸν ἑορταζόμενο Ἅγιο νὰ δοξολογοῦν τὸν Τριαδικὸ Θεό, «τὸν ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενον».