|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2008
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν
7 Σεπτεμβρίου, Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως
Ἀπόστολος: Γαλάτ. 6, 11-18
«Τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω».
Ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος, ἀγαπητοί μου, σήμερα μᾶς ἀναφέρει τὶς κακώσεις, τὶς πληγὲς καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἔχει ὑποστῆ καὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παράσημά του. Ματωμένες πληγὲς ποὺ δέχθηκε γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀνεξίτηλα στίγματα ποὺ τὰ περιφέρει παντοῦ σὰν ἔνδοξος στρατηλάτης. Στίγματα ὀδυνηρὰ ποὺ τοῦ προκάλεσαν οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Πληγὲς καὶ τραύματα ποὺ δέχθηκε κατὰ τὸν ἀγῶνα του γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Κόποι καὶ μόχθοι πολυχρόνιοι. Πεῖνα καὶ δίψα καὶ παγωνιὰ καὶ κακουχίες καὶ ραβδισμοὶ καὶ μαστιγώσεις, ναυάγια καὶ ὁδοιπορίες, ἀγρυπνίες καὶ πόνοι καὶ θλίψεις καὶ κίνδυνοι καὶ διωγμοί. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ καὶ «ὁ σκόλοψ τῆς σαρκός». Ὅλα αὐτὰ ἄφησαν μιὰ ἱερὴ σφραγῖδα στὸ πονεμένο σῶμα του. Ὁ ἴδιος διηγεῖται καὶ μὲ θεία καύχηση περιγράφει τὰ «στίγματά του» στὴ δεύτερη ἐπιστολή του πρὸς Κορινθίους· «Ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις».
Ποιὸς ἀλήθεια δὲν ὑποκλίνεται μπροστὰ στοῦ Παύλου τ᾿ ἀνεκτίμητα «στίγματα»; Ποιὸς δὲ θαυμάζει τὰ σημεῖα τῆς χριστιανικῆς του προσφορᾶς; Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου «ὑπήνεγκε ποικίλους διωγμοὺς καὶ παθήματα». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δέχθηκε τὴν οὐράνια πρόσκληση στὸ δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἰησοῦ. «Ὁ ἐμπνέων ἀπειλὴν καὶ φόβον» στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου μεταβάλλεται σὲ μάρτυρα παθημάτων. Ὑποβάλλεται σὲ διωγμοὺς ἐκεῖνος ποὺ πολεμοῦσε τοὺς Χριστιανούς. Δέχεται πολυχρόνιες φυλακίσεις ἐκεῖνος ποὺ ζητοῦσε νὰ συλλάβη τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοὺς ρίξη στὴ φυλακή. «Καθ᾿ ἡμέραν ἀποθνήσκει» ἐκεῖνος ποὺ ποθοῦσε τὸν θάνατο τῶν ὁπαδῶν τοῦ Χριστοῦ. Τὶ θαυμαστὴ μεταβολή· ὁ χριστιανομάχος γίνεται ὁ κυνηγημένος ἔνοχος καὶ Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν. Γίνεται «μωρὸς διὰ Χριστόν» καὶ «θέατρον» καὶ «πάντων περίψημα καὶ περικάθαρμα τοῦ κόσμου». Τὶ θαυμάσιο πρᾶγμα νὰ στηρίζεται κανείς στὸν Ἰησοῦ, γιατὶ ὅποιος ὑποφέρει «στίγματα» γι᾿ Αὐτὸν δὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν!
Ὁ Παῦλος ὅμως, ἀδελφοί μου, δὲν καυχιέται μόνο γιὰ τὰ «στίγματα» ποὺ φέρει καὶ βαστάζει στὸ σῶμα του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας· «Ἐμοὶ δὲ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν». Καὶ δικαιολογημένα· γιατὶ ἦταν δέσμιος τοῦ διαβόλου καὶ ἐλευθερώθηκε χάρις στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν τυφλὸς ψυχικὰ καὶ ἀντίκρυσε τὸ θεῖο φῶς χάρις στὸν Σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ· ἦταν νεκρὸς πνευματικὰ καὶ ζωογονήθηκε μὲ τὴ χάρι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρα μας. Ἦταν ἀδύναμη ὕπαρξη καὶ ἔγινε πανίσχυρη προσωπικότητα μὲ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ Σταυροῦ. Ἦταν ἐπίγειος ἄνθρωπος καὶ ἀνυψώθηκε σὲ οὐράνιο μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ἦταν ἕνας ἁπλὸς Φαρισαῖος καὶ ἀναδείχθηκε παγκόσμια φυσιογνωμία «δυνάμει τοῦ Σταυροῦ».
Γι᾿ αὐτὸ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ καυχηθῆ καὶ νὰ πανηγυρίση· καὶ μᾶς προτρέπει νὰ βαστάζουμε καὶ ἐμεῖς τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου μας καὶ νὰ καυχώμεθα γιὰ τὸ πιὸ ἀγαπημένο σύμβολο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὸν προσκυνήσωμεν.
14 Σεπτεμβρίου, Ἡ παγκόσμιος ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ
Ἀπόστολος: Α´ Κορινθ. 1, 18-24
Ἡ σημερινὴ γιορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἀδελφοί, εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον ἐπιφανεῖς γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ συγκινεῖ βαθύτατα ὅλους τοὺς πιστούς. Καὶ ἡ μὲν Ἐκκλησία ὑψώνοντας τὸν Σταυρό, πάνω στὸν ὁποῖον ὁ Ἀρχηγὸς καὶ Κυβερνήτης ἡμῶν ἔχυσε τὸ Πανάγιο Αἷμα Του, τὸν προβάλλει πρὸς προσκύνηση, γιὰ νὰ ἐνισχύση ὅλους ἐμᾶς στὴν πίστη καὶ στὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ βοηθεῖ νὰ ἀναλογισθοῦμε τί ἔγινε ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ γιὰ τὴ δική μας ψυχικὴ σωτηρία καὶ προσκυνῶντας τὸ πανσέβαστο ξύλο νὰ δοξάσουμε τὴν ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἡ σημερινὴ μέρα φέρει «τὰ ἴσα μὲ τὴν Μεγάλη Παρασκευή», εἶναι ἡμέρα πένθους καὶ νηστείας. Μὲ τὴ σημερινὴ γιορτὴ διατρανώνεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ὑπάρχει ὡς σύμβολο τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄργανο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ ἐνῶ γιὰ ὅλους σταυρώθηκε ὁ Κύριος, ἐνῶ ὅλοι καλοῦνται διὰ τοῦ Σταυροῦ σὲ σωτηρία καὶ ἀπολύτρωση, ἐν τούτοις δὲν δέχονται ὅλοι τὴν διὰ τοῦ ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ σωτηρία. Προτιμοῦν τὴν ἀπώλεια· μένουν ἀδιάφοροι στὸ κήρυγμα μὲ περιεχόμενο «τὸν λόγον περὶ τοῦ Σταυροῦ». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος μὲ βαθειὰ λύπη διαπιστώνει: «Ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις, δύναμις Θεοῦ»· καὶ ἀρνοῦνται τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, γιατὶ στηρίζονται στὴ σοφία τους, στὴν ἐπιστήμη τους, στὴν ἐξειδίκευσή τους. Μὴ ἀκούοντας τὸν λόγο τοῦ Σταυροῦ οὔτε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη λέγει «ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω», μποροῦν νὰ ἀκούσουν.
Μωρία καὶ ἀνοησία ἀπέδειξε ὁ Θεὸς τὴν σοφία τοῦ κόσμου χωρὶς Θεό, ἀφοῦ κανένας σοφὸς δὲν μπόρεσε οὔτε ἕνα ἁμαρτωλὸ νὰ σωφρονήση καὶ νὰ σώση. Καὶ εὐδόκησε ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος νὰ σώση τοὺς πιστεύοντες, ἀφοῦ «οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεὸν» ἀλλὰ διὰ τοῦ Σταυροῦ. Καὶ τὸ κήρυγμα τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». Καὶ πράγματι εἶναι ὁ Κύριός μας Σοφία θεία, γι᾿ αὐτὸ καὶ φωτίζει καὶ σοφίζει κάθε καλοπροαίρετο ἄνθρωπο, γιὰ νὰ γνωρίση τὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἐλευθερωθῆ. Ὁ ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς εἶναι δύναμη Θεοῦ, ἀφοῦ δυναμώνει τὸν κάθε ἁμαρτωλό, γιὰ νὰ νικᾶ τὰ πάθη του καὶ νὰ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ κακοῦ.
Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, ἀδελφοί μου, σίγουρα θἄχη ἀπὸ τὴν προσωπική του πεῖρα ἀποδείξεις πὼς ὁ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ἀποθανὼν εἶναι «Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία».
Ἀδελφοί, τὸ Ζωοποιὸ ξύλο, ποὺ ἔγινε αἰτία τῆς σωτηρίας μας, ἂς τιμήσωμε λέγοντες: «Τὸν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν.
21 Σεπτεμβρίου, Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν
Ἀπόστολος: Γαλάτ. 2, 16-20
«Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ».
Κραυγὴ χαρᾶς καὶ ἡρωϊκὴ ἰαχὴ ἀκούσαμε σήμερα, ἀδελφοί, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο: «Πιστέψαμε στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σωθήκαμε· πιστέψαμε στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ δικαιωθήκαμε». Ἐπειδὴ δὲν γίνεται δίκαιος ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν τυπικὴ τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου ἀλλὰ μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀφοῦ διὰ τῶν ἔργων τοῦ νόμου δὲν θὰ δικαιωθῆ κανένας ἄνθρωπος. Λοιπόν· πιστέψαμε καὶ δικαιωθήκαμε. Ἡ πίστη εἶναι ὁ δρόμος· ἡ δικαίωση εἶναι τὸ τέρμα. Ἡ πίστη εἶναι ἡ αἰτία· ἡ δικαίωση τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλληλένδετες ἔννοιες. Ἀχώριστες. Οὔτε πίστη χωρὶς δικαίωση ἀλλ᾿ οὔτε δικαίωση δίχως πίστη.
Γράφει ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του: «λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον» (Ρωμ. 3-28). Ἡ πίστη δὲν εἶναι ἁπλῆ συγκατάθεση τοῦ νοῦ καὶ ἄκαρπη γνώση τοῦ λογικοῦ ἀλλὰ ὑπέρβαση τῶν παρόντων, «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἐβρ. 11-1) συνδυασμένη μὲ μετάνοια καὶ καλὰ ἔργα. Οἱ πρῶτες παραγγελίες καὶ ὑποδείξεις τοῦ Κυρίου μας, ὅταν ἄρχισε τὸ θεῖο Του κήρυγμα ἦταν: «μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. α´ 15). Ἡ πίστη θεωρεῖται καὶ εἶναι ἑστία θερμότητος καὶ πηγὴ φωτός, ποὺ ἐπηρεάζει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ψυχικὲς δυνάμεις· εἶναι ἀκτινοβολία καὶ ζωή. Εἶναι κατάσταση τοῦ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου. Εἶναι κλίμακα, σκάλα, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Ἡ πίστη ἔχει σχέση μὲ τὴν ἠθικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιὸ καθαρὸς καὶ ἁγνὸς εἶναι ὁ νοῦς τόσο πιὸ πολὺ αὐξάνει τὸ φῶς τῆς πίστης καὶ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς μας καὶ εἶναι «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ». Ἡ συμμόρφωση στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυροποιεῖ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀποστροφὴ στὴν ἁμαρτία καὶ καλλιεργεῖ τὴν μετάνοια.
Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, «οὓς ἐκάλεσε τούτους καὶ ἐδικαίωσε», ἀλλὰ συγχρόνως «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Μετὰ τὴν κλήση καὶ τὴν ἐπιστροφή, ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ - χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀκολουθεῖ ἡ δικαίωση. Ἀναγεννιέται τότε ὁ ἄνθρωπος· ἀνακαινίζεται· σώζεται · δέχεται τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁγιάζεται. Ἔτσι δικαίωση καὶ ἁγιασμὸς εἶναι δύο ἀχώριστες ἔννοιες. Μὲ τὸν ἀνακαινισμὸ καὶ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς προτρέπεται νὰ αὐξάνη «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Ὁ Θεὸς πρῶτος κινεῖται πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸν προσκαλεῖ στὴ σωτηρία· «Ἱδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐὰν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν» (Ἀποκ. 3-20). Ὅσοι ἀπαντήσουν θετικὰ δέχονται τὶς ἀκτῖνες τοῦ θείου φωτισμοῦ καὶ γίνονται «θείας φύσεως κοινωνοί», καὶ τότε μπορεῖ νὰ διακηρύσσουν ὡς ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Τὶ ὡραία περιπέτεια πνευματικὴ τὸ γεγονὸς ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον Αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». Τὶ ὡραία περιπέτεια πνευματικὴ στ᾿ ἀλήθεια «δικαιωθέντες ἐκ πίστεως» «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ».
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγη περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του «Χριστῷ συνεσταύρωμαι», ἐννοεῖ ὅτι ὁ παλιὸς ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ἀποβλήθηκε καί, ἀφοῦ ἀναγεννήθηκε καὶ σώθηκε διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, συμμορφώθηκε πλήρως μὲ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ ἐνοχὴ ἀκολουθεῖ πιστῶς τὸν Κύριο: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγῶ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Ἀδελφοί· μήπως εἶναι καιρὸς νὰ δοκιμάσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ ὑπερβοῦμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ νὰ ἀφήσουμε νὰ ζήση σὲ μᾶς καὶ μὲ μᾶς στὸν κόσμο ὁ Χριστός;
28 Σεπτεμβρίου, Κυριακὴ Α´ Λουκᾶ
Ἀπόστολος: ΙΕ´ Ἐπιστολῶν (Β´ Κορινθ.4, 6-15)
«Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι,
ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης Αὐτοῦ».
Κάποτε, ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, «ἡ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου». Σὰν ἦλθε ὅμως ἡ στιγμὴ τοῦ δημιουργικοῦ σχεδίου, τοῦ πρωαιωνίου σχεδίου τοῦ Θεοῦ, τότε: «εἶπεν ὁ Θεὸς γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Ἦταν ὑπέροχο τὸ φῶς ἐκεῖνο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως ἀσύγκριτα πιὸ ὡραῖο εἶναι τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, γιατὶ τὸ πρῶτο φῶς ἦταν ὑλικό, ἐνῶ τὸ φῶς ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πνευματικό· καὶ ἔχουμε καθῆκον καὶ ὑποχρέωση νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες, ποὺ μᾶς τὸ χάρισε ὁ Θεός, γιὰ νὰ φωτίζη τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές μας. Ὅμως δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀναγνώριση τῆς δωρεᾶς Του· ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ τὸ μεταδώσουμε στοὺς «ἐν σκότει καθημένους» «πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».
Ἀδελφοί μου· ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει ὅτι κάθε Χριστιανὸς πρέπει «πρῶτον φωτισθῆναι καὶ εἶτα φωτίσαι». Πρῶτα δηλαδὴ ὁ ἴδιος νὰ φωτισθῆ καὶ ὕστερα νὰ φωτίση ἄλλους. Πρῶτα νὰ πάρη φῶς καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταδώση στοὺς ἄλλους. Τὰ χείλη μας δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πρὶν Ἐκεῖνος μιλήση μέσα μας. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ἡ πηγὴ τοῦ φωτός, ποὺ εἶναι ἄπειρη καὶ ἀνεξάντλητη. Ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε φωτολῆπτες. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ φῶς ποὺ «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Εἶναι τὸ φῶς ποὺ προφήτεψε ὁ δίκαιος Συμεὼν κρατῶντας τὸ θεῖο βρέφος καὶ λέγοντας ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ γινόταν «Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι «φῶς ἐκ φωτός», διότι «ὁ Θεὸς φῶς ἐστὶ καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς ἂν ποῦμε «ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπατῶμεν ... κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων» (Α´ Ἰωαν. 1, 6-7). «Πρῶτον φωτισθῆναι» πρέπει· καὶ ὁ φωτισμός μας θὰ πραγματοποιηθῆ ὅταν ὄχι μόνο μελετοῦμε, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὅσα μελετοῦμε στὸ ἱερὸ βιβλίο, τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ τηροῦμε μὲ ἀκρίβεια, γιατὶ τότε «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ Νόμος Σου Κύριε καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου», ὅπως ἀναφωνεῖ ὁ ψαλμωδός.
Ἀδελφοί μου, ὅποιος μάθει νὰ προσεύχεται δὲν ἀφήνει τὸν ἥλιο νὰ βασιλεύση. Κάθε στιγμὴ καὶ κάθε τόπος προσευχῆς εἶναι ἕνα Θαβὼρ δόξας καὶ θείας φωτοχυσίας. Τὸ πνευματικὸ φῶς ἀρέσει στὸν Θεό· «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ὅτι καλὸν καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους» (Γεν. 1-4).
Ἀδελφοί· ὁ Κύριος μᾶς ὑπέδειξε «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Κανένας δὲν κρύβει τὸ λυχνάρι, τὸ φῶς. Πρέπει νὰ τρέξουμε καὶ νὰ σταθοῦμε μπροστὰ σὲ κάποιες ψυχὲς ποὺ κινδυνεύουν νὰ σκοντάψουν μέσα στὸ σκοτάδι καὶ νὰ πέσουν· «ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει». Μὴ τοὺς ἀφήσουμε νὰ πέσουν. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἐκτελοῦμε ἐμεῖς καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα, ὥστε καὶ αὐτοὶ παρακινούμενοι νὰ δοξάζουν τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
|