ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ


ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2008

Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν

3 Αὐγούστου, Κυριακὴ Ζ’ Ματθαίου, (Ἀπόστολoς: Ρωμ. 15, 1-7)

«Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ ἵνα ἀρέσωμεν τῷ πλησίον ἡμῶν εἰς τὸ ἀγαθόν, πρὸς οἰκοδομήν».

Ἀδελφοί μου, τὰ πιὸ θαυμάσια πράγματα καὶ κτίσματα, ἄψυχα καί μή, γίνονται μὲ τὴν τέχνη τῆς ἀγάπης, ποὺ μόνο χτίζει καὶ ποτὲ δὲν γκρεμίζει. Τὴν ἀγάπη ποὺ ἐμπνέει καὶ καθοδηγεῖ, φωτίζει καὶ ἀνυψώνει, ποὺ «μακροθυμεῖ καὶ χρηστεύεται», ποὺ «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Μὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ δικαιώνεται ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς πρέπει νὰ εἶναι ἀρεστὸς στὸν ἄλλο καὶ νὰ συντελῆ στὸ καλό του καὶ νά τὸν οἰκοδομῆ στὴν ἀρετή.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἕνα κρᾶμα ἀπὸ ἱκανότητες καὶ ἀδυναμίες, ἀπὸ πλεονεκτήματα καί μειονεκτήματα. Ἄλλοτε νοιώθει δυνατὸς καὶ γενναῖος, ἄλλοτε πάλι ὄχι· ἄλλοτε εἶναι δύναμη, ἄλλοτε πάλι ἀδυναμία, ἅγιος καὶ ἁμαρτωλός, στρατιώτης καὶ λιποτάκτης, μεγάλος καί μικρός. Ὅσο εἶναι ἰσχυρὸς καὶ δυνατὸς πρέπει νὰ οἰκοδομῆ καὶ νὰ ἐνισχύη τοὺς ἀδύνατους στὴν πίστη. Ὡς ἁμαρτωλὸς ποὺ συναισθάνεται τίς ἀτέλειές του ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἠθικὴ ἐνίσχυση τῶν ἄλλων. Στὴν πρώτη περίπτωση «ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν». Στὴν δεύτερη περίπτωση «ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος, ὡς πόλις ὀχυρὰ καὶ ὑψηλὴ» (Παρ. 18-19).

Ἡ χριστιανικὴ οἰκοδομὴ εἶναι ὑποχρέωση ὅλων μας, ὑποχρέωση τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Νὰ οἰκοδομῆ καὶ νὰ οἰκοδομῆται, νὰ προσφέρη καὶ νὰ παίρνη· νὰ διδάσκη καὶ νὰ διδάσκεται, νὰ συμβουλεύη καὶ νὰ συμβουλεύεται. «Πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω» (Α’ Κορινθ.- 14-26). Ὅποιος ἀγαπᾶ ξέρει νὰ προσφέρεται, δὲν εἶναι φίλαυτος, γιατὶ ἡ φιλαυτία σκοτώνει τὴν ἀγάπη. Τέλειο παράδειγμα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος «οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν, ἀλλὰ καθώς γέγραπται, οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε, ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμὲ» (Ρωμ. 15-3).

Ὅμως γιά τὸ ἔργο τῆς οἰκοδομῆς χρειάζονται ὑλικά, χρειάζεται τέχνη καὶ ἐπιστήμη, γνώση καὶ ἐπιμονή. Δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὅσα ἀρέσουν μόνο σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλ᾿ ὅσα ἀρέσουν στοὺς ἀδελφούς μας· «Ἕκαστος ὑμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν». Ὅμως ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, ποὺ πρέπει ἀνοχὴ καί μακροθυμία νὰ ἐπιδείξουμε. Καὶ τότε· ἂς μὴ διστάσουμε «μετά, πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πραότητος καί μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφεσ. 4, 2-3) νὰ βαστάζουμε τὰ ἀσθενήματα αὐτῶν. Ἐπίκαιρος καὶ ἐδῶ ἡ Παύλεια ὑπόδειξη καὶ προτροπὴ «νουθετεῖτε τοὺς ἀτάκτους, παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους, ἀντέχεσθε τῶν ἀσθενῶν, μακροθυμεῖτε πρὸς πάντας» (Α΄ Θεσ. 5, 14 - 15), μιμούμενοι τὸν Οὐράνιο Πατέρα ποὺ «ἀνατέλλει τὸν ἥλιον Αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5 - 45).

Ἡ ἀνοχή, ἡ μακροθυμία καὶ ἡ ἀνεξικακία πρὸς τοὺς ἀδυνάτους στὴν πίστη, πρὸς ἀδιαφόρους γιά τὴν ἀρετή, πρὸς τοὺς ἀπαθεῖς γιὰ ὅσα συμβαίνουν γύρω τους προβάλλεται ὡς καθῆκον χριστιανικό. Καθῆκον καθημερινὸ καὶ διαρκὲς «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 13) «ἀλλὰ καὶ συμπολῖται τῶν ἁγίων... ἐπικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν» (Ἐφεσ. 2-20). Ἀδελφοί, προσοχή· «ἕκαστος ἐξ ἡμῶν βλεπέτω πῶς ἐπικοδομεῖ».





6 Αὐγούστου, Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ σημερινὴ Δεσποτικὴ γιορτή, ἀδελφοί, μᾶς προκαλεῖ καί μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος Κυρίου καὶ νὰ δοῦμε τὴν δόξα τοῦ Ἰησοῦ, νὰ δοῦμε τὴν λαμπρότητα τοῦ προσώπου Αὐτοῦ καὶ «νὰ εὑρεθῶμεν φωτοφανεῖς», «ἀλλοιωθέντες τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν ἐκ τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεταμορφώσεως».

Δὲν ὑπάρχει τροπάριο τῆς γιορτῆς ποὺ νὰ μὴν ἀντανακλᾶ τὸ Θεῖο φῶς μὲ τὸ ὁποῖο ἔλουσε ὁ Κύριος τοὺς τρεῖς ἐκ τῶν προκρίτων μαθητῶν· «Φῶς ἀναλλοίωτον Λόγε, Φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου, ἐν τῷ φανέντι φωτί σου σήμερον ἐν Θαβωρίῳ. Φῶς εἴδομεν τὸν Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πᾶσαν κτίσιν».

Γιατί μεταμορφώθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀδελφοί; Τὸ Συναξάριο τῆς ἡμέρας μᾶς πληροφορεῖ σχετικά. Ὁ Κύριός μας πρὶν τὸ πάθος Του ἔλεγε στοὺς μαθητές Του γιά τὴν σύλληψή Του, τὰ πάθη καὶ τὴν Σταύρωσή Του, ἀκόμη δὲ καὶ γιὰ τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν μαθητῶν Του καὶ τὸ μῖσος ποὺ θὰ εἰσέπρατταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ μὴν ἀπογοητευθοῦν λοιπόν, βλέποντας ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπαληθεύωνται, καὶ ἐγκαταλείψουν τὸ ἔργο τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κρατήσουν βέβαιη καὶ σταθερὴ τὴν ἐλπίδα σ᾿ ὅσα οὐράνια τοὺς ὑποσχέθηκε, μεταμορφώθηκε καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν δόξα Του, ὅση βέβαια μποροῦσαν νὰ δοῦν, καὶ ἐπείσθηκαν. Βεβαιώθηκαν ὅτι ἡ δόξα Του δὲν θὰ Τὸν ἐγκαταλείψη, ἀλλὰ μὲ αὐτὴν καὶ πάλι θὰ ἔλθη «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς».

Παρέλαβε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς τοὺς τρεῖς ἐκ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ «μετεμορφώθη ἐμπρόσθεν αὐτῶν καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια Αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ φῶς». Δεξιὰ δὲ καὶ ἀριστερὰ Αὐτοῦ φάνηκαν ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ὁ Θεόπτης Μωυσῆς, ποὺ συνομιλοῦσαν μαζί Του γιὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ γίνουν. Γιατὶ ὅμως ὁ Κύριος ἐκ τῶν δώδεκα διάλεξε τρεῖς; Καὶ ἄλλες φορὲς τὸ ἔπραξε· κατά τὴν ἀνάσταση τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου, κατά τὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ· γιατὶ ὁ Πέτρος ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπὸ ὅλους τὸν Κύριο· ὁ Ἰωάννης, ὁ πιὸ ἁγνός, ἠγαπᾶτο περισσότερο ἀπὸ τὸν Κύριο· ὁ Ἰάκωβος πρῶτος θὰ γευόταν τὸ πικρὸ τοῦ μαρτυρίου ποτήριο σὰν τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ.

Καὶ γιατὶ ἀπὸ τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διάλεξε δύο μόνο, τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία; Ἕνα μέν, γιὰ νὰ ἀποδειχθῆ ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ Ἠλίας καὶ ἄλλος εἶναι ὁ Χριστός· γιὰ νὰ διαλύση τῶν Φαρισαίων τὶς διαδόσεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς προφῆτες. Ἔδειξε μὲ τὴν Μεταμόρφωσή Του ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του καὶ τὸν κόσμο ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Δεσπότης καὶ Κύριος καὶ οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ταπεινοὶ ὑπηρέτες καὶ δοῦλοι. Καὶ δεύτερο, γιὰ νὰ διδάξη μὲ τὴν παρουσία τῶν δύο μεγάλων προφητῶν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἀφοῦ ἐκ τῶν νεκρῶν ἐπέλεξε τὸν Μωυσῆ καὶ ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς τὸν Ἠλία «ὡς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἔτι ζῶν ἀνελήφθη».

Ἀδελφοί, ὁ Χριστός μεταμορφώθηκε σαράντα ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Σταύρωσή Του, ἀλλὰ γιορτάζεται στίς 6 Αὐγούστου, δηλ. σαράντα ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς μεταμορφώθηκε σαράντα ἡμέρες πρὶν τὴν Σταύρωση, ἔτσι καὶ γιορτάζεται σαράντα ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν γιορτὴ τοῦ Σταυροῦ, ποὺ «ἐπέχει τὰ δίκαια τῆς σταυρώσεως καὶ τοῦ πάθους». Τοῦτο δὲ γίνεται, γιατὶ δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς νὰ γίνεται ἑορτασμός, λόγῳ τῆς περιόδου ποὺ θεωρεῖται πένθιμη.

Ἐμπρὸς λοιπόν, στὸ Θαβώρ νὰ ἀνεβοῦμε καὶ ἂς μεταμορφωθοῦμε ἐκεῖ καθαρίζοντας ἀπὸ τὰ ψυχοφθόρα πάθη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά μας καὶ ἂς «μεθύσουμε» ἀπὸ τὸ πνευματικὸ κρασὶ τῆς Ἀμπέλου, ποὺ εἶναι ὁ Μεταμορφωμένος Κυριός μας. Ἀμήν.





10 Αὐγούστου, Κυριακὴ Η’ Ματθαίου, (Ἀπόστολος: Α’ Κορινθ. 1, 10-17)
Μετά τὴν ἑορτὴν τῆς Θείας Μεταμορφώσεως.

Ἀδελφοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε λέγει πρὸς τοὺς Κορινθίους «παρακαλῶ... ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καί μὴ ᾗ ἐν ὑμῖν σχίσματα». Παρακαλεῖ δηλαδὴ καὶ συνιστᾶ καὶ προτρέπει στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ νὰ δίδουν ὅλοι τὴν ἴδια ὁμολογία πίστεως καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀνάμεσά τους σχίσματα καὶ διαιρέσεις. Συνιστᾶ ἑνότητα καὶ ὁμοφροσύνη, γιατὶ ἔχει πληροφορηθῆ «ὅτι ἔριδες» ὑπάρχουν στοὺς Κορινθίους χριστιανούς. Τοὺς προτρέπει λοιπὸν καὶ τοὺς συμβουλεύει νὰ εἶναι «κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ ὑοὶ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ». Νὰ ἔχουν ὅλοι τα ἴδια φρονήματα, τὴν ἴδια γνώμη, νὰ εἶναι ὅλοι σύμφωνοι καὶ «ἐν πᾶσιν πράγμασιν ὁμονοοῦντες», γιατὶ εἶναι εὐλογημένη κατάσταση καὶ ἀρετή· ἡ ὁμόνοια εἶναι θεῖο δῶρο ποὺ μεταγγίζει χαρά, εὐτυχία καὶ εἰρήνη στοὺς ἀνθρώπους.

Ἡ ὁμόνοια εἶναι ἀδελφὴ τῆς ὁμοφροσύνης. Τέκνα δέ; τὰ κοινὰ φρονήματα, ἡ κοινὴ πίστη, οἱ κοινὲς ἰδέες, ἡ ὁμοφωνία στίς σκέψεις καὶ τὶς ἀποφάσεις, στὰ σχέδια καὶ τὶς ἐπιδιώξεις, στὰ σοβαρὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἀκόμα ὁμοφωνία στὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ τὶς εὐαγγελικὲς ἀλήθειες. Τὴν ὁμοφροσύνη ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς καὶ ὁ νόμος Του τὴν διδάσκει· «Τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρακαλεῖ καὶ εὔχεται ἵνα «ὁ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως» δώσει «τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν» (Ρωμ. 15-5), δηλ. νὰ διατηροῦνται οἱ χριστιανοὶ στὴν ὁμόνοια σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα στὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχή Του·

«Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου... ἵνα πάντες ἓν ὦσιν».

Πόθος θεϊκὸς εἶναι νὰ ὑπάρχουν ὅλοι οἱ εἰς Αὐτὸν πιστοὶ ὄντες κάτω ἀπὸ τὴν σημαία τῆς ἑνότητος. Νὰ εἶναι πάντες ὁμόθυμοι καὶ ὁμόγνωμοι, ὁμόφρονες καὶ ὁμοϊδεάτες. Ὁμόφρονες στὰ δόγματα τῆς πίστεως ἀλλὰ καὶ σὲ θέματα καθημερινῆς ζωῆς. Ὁμοφροσύνη νὰ κυριαρχῆ ἀνάμεσα στὰ ἀδέλφια, τοὺς συζύγους, τοὺς συνεργάτες, στὸ σπίτι καὶ στὴ δουλειά· παντοῦ. Δύσκολο βέβαια τοῦτο, γιατὶ ἡ ὁμοφροσύνη δηλητηριάζεται ἀπὸ ἀνθρώπινα πάθη καὶ κακίες.

Δυστυχῶς στὴν ζωή μας κυριαρχοῦν καχυποψίες, φθόνοι, φιλαυτίες, ἐγωϊσμοί, φατριασμοὶ καὶ ἄλλα τέτοια ζιζάνια καὶ δημιουργοῦνται ἔριδες, διχόνοιες καὶ σχίσματα, ποὺ ξερριζώνουν τὰ ὡραιότερα λουλούδια τῶν καλῶν σχέσεων. Καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ὑποψία ὅτι τὸ ὡραῖο καὶ τὸ μεγάλο τὸ κυνηγοῦν πολλοὶ ἐχθροί. Ὁ διάβολος, ἀδελφοί μου, μὲ μανία πολεμᾶ τὴν ἑνότητα στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια, στὴν δουλειά, στὴν κοινότητα, στὸν σύλλογο· θέλει νὰ διασπάση τὴν συνεργασία, νὰ χωρίση, νὰ γκρεμίση, νὰ πληγώση, νὰ δημιουργήση χάσματα, ἐρείπια καὶ διαιρέσεις.

Ἐμεῖς θὰ τὸν ἀφήσουμε; θὰ τοῦ προσφέρουμε «γῆ καὶ ὕδωρ;» Ὄχι! Ἐμεῖς βαθιὰ ἑνωμένοι καὶ πιστοὶ θὰ προχωρήσουμε ἀδελφωμένοι στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ «ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος». Θὰ ἀνέβουμε στὶς πανώριες κορφὲς τοῦ φωτός. Σὰν στρατιῶτες, μὲ ἕνα στόχο καὶ ἕνα σκοπό, θὰ βαδίσουμε ὁμόγνωμοι καὶ ὁμόφρονες, μὲ πειθαρχία καὶ ὁμόνοια, στοῦ Θαβώρ τὶς κορφὲς ν᾿ ἀνεβοῦμε καί, ἐκεῖ ἀφοῦ μεταμορφωθοῦμε μὲ τὴν χάρι τοῦ Μεταμορφωθέντος, θὰ μεταμορφώσουμε τὸν κόσμο μας· γένοιτο!





17 Αὐγούστου, Κυριακὴ Θ’ Ματθαίου, (Ἀπόστολος Α’ Κορ. 3, 9-17)

«Θεμέλιον ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι, παρά τὸν κείμενον, ὅς ἔστιν Ἰησοῦς Χριστός».

Ἄλλο θεμέλιο κανείς δὲν μπορεῖ νὰ βάλη, παρὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τεθῆ, τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ὁ Χριστός, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ ἀσάλευτη καὶ σίγουρη βάση τοῦ πνευματικοῦ οἰκοδομήματος τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ὁ αἰώνιος καὶ ἀμετακίνητος θεμέλιος λίθος. Ἡ πηγὴ τῆς σωτηρίας, τῆς ἀλήθειας, τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὁ Βασιλιάς τῶν ψυχῶν, ἡ ἐλπίδα τῆς ἐπιτυχίας. Ἡ προϋπόθεση τῆς νίκης. Τὸ μυστικό τῆς εὐτυχίας· εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Ὅσα κτίζονται στὸν Ἰησοῦ δὲν κινδυνεύουν νὰ πέσουν.

Ἡ δική μας ζωὴ ἆραγε εἶναι θεμελιωμένη στὸν ἀσάλευτο τοῦτον πνευματικὸ λίθο τοῦ Ἰησοῦ ἤ μήπως Τὸν ἔχουμε ἀγνοήσει καὶ παραθεωρήσει;

Ἀδελφοί, ἕνας εἶναι ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτής, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ οἰκοδομήματος· «εἷς Θεός, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»· ὁ Ἰησοῦς ποὺ συνθέτει τὸ θεμέλιο τῆς πίστεως καὶ τῆς σωτηρίας. Αὐτὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τῆς χάριτος καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Αὐτὸς ποὺ εἶναι «σοφία ἀπὸ Θεοῦ δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις»· εἶναι ὁ σαρκωμένος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος «χωρίς ἁμαρτίες». Σ᾿ Αὐτόν, σὰν ἄλλοι λίθοι, καὶ ἐμεῖς οἰκοδομούμαστε· στὸν Ἕνα, τὸν μοναδικό, τὸν ἀσάλευτο «προσερχόμενοι... ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε». (Α’ Πέτρ. 2, 5). Ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων ἔχει καταγράψει πὼς ὅσοι χτίζουν δίχως τὸν Χριστό, τὰ ἔργα τους γκρεμίζονται καὶ πέφτουν. Ἔχει ἐπίσης διαπιστωθῆ πὼς ὅσοι δὲν «θεμελίωσαν ἐπὶ τὴν πέτραν» τὴν προσωπική τους οἰκοδομή, «κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκαψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ καὶ ἔπεσεν καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτὴ μεγάλη» (Ματθ. 7 - 27).

Ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ· πολλὲς ὑποσχέσεις ἀπὸ πολλούς ἀκούσαμε στὸν αἰῶνα μας γιὰ εὐτυχία καὶ εὐημερία, εἰρήνη καὶ κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Μᾶς εἶπαν πὼς θὰ στέρευαν τὰ δάκρυα, θὰ σταματοῦσαν οἱ πόλεμοι, θὰ βασίλευε μιὰ καινούργια ἐποχή. Καὶ τοὺς πιστέψαμε. Καὶ δυστυχῶς ἦλθε ἡ τραγικὴ διάψευση, ποὺ εἶναι:

Ὑπάρχει πουθενὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη; Σὲ ποιὰ χώρα ὑπάρχουν ἀδάκρυτα μάτια; Σὲ ποιὸ τόπο ἔσβησε ἡ φτώχεια, ἡ δυστυχία, ἡ ἀδικία; Ἑκατομμύρια εἶναι ἀκόμα οἱ πεινασμένοι. Οἱ πόλεμοι θερίζουν. Ἐλπίδες καὶ ὑποσχέσεις χωρὶς Χριστὸ μοιάζουν μὲ σαπουνόφουσκες. Περιφρόνησαν οἱ ἄνθρωποι τὸν Χριστὸ καὶ θέρισαν φρίκη καὶ θάνατο. Ἐπίκαιρος ὁ Εὐαγγελικὸς λόγος «Ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ οὗ δ᾿ ἂν πέσῃ λικμήσει αὐτὸν» (Ματθ. 21 - 44)· ὅποιος μὲ ἐχθρικὲς διαθέσεις πέση πάνω στὸν Ἰησοῦ, θὰ συντριβῆ· σ᾿ ὅποιον δὲ πέση ὁ πελώριος λίθος, θὰ τὸν κάνη κυριολεκτικὰ σκόνη.

Σήμερα ποὺ ὁ κόσμος ξεχείλισε ἀπὸ σωτῆρες καὶ πολλὰ ὑποσχόμενους ἡγέτες, εἶναι ἀνάγκη ὁ πολιτισμός μας νὰ ἀποκτήση τὴν σφραγῖδα «τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καὶ τ’ ἀληθινοῦ» ἄλλα καὶ τοῦ αἰώνιου, καὶ νὰ προσεγγίση τὴν μεγάλη ἀλήθεια «ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία», δηλ. μόνον ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ, γιατὶ «οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενωθεὶς ὑφ᾿ ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας» (Πράξ. 4-11).





24 Αὐγούστου, Κυριακὴ Ι’ Ματθαίου, (Ἀπόστολος Α’ Κορινθ. 4, 9-16)

Εἰς τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου, ὁ ἀγωνιστὴς τῆς ἀληθείας, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μᾶς προτρέπει: «Παρακαλῶ ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε». Αὐτὸ βέβαια ἀκούγεται σὰν παράδοξο, ὅταν μάλιστα ὁ ἄλλος πρῶτος καὶ κορυφαῖος, ὁ ἀπόστολος Πέτρος, μᾶς προβάλλει τὸ αἰώνιο πρότυπο πρὸς μίμηση, τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔπαθε ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α’ Πέτρ. 2-11). Δὲν ὑπάρχει ὅμως καμμιὰ διαφωνία ἀνάμεσα στοὺς Ἀποστόλους, ἀδελφοί μου· οὔτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρασιωπᾶ τὸν Ἰησοῦ. Καὶ αὐτὸ γίνεται κατανοητό, ὅταν ἀκούσουμε καί μελετήσουμε τὴν συνέχεια τῆς προτροπῆς καὶ ὑποδείξεώς του· «καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ». Καὶ μὲ μεγάλη εἰλικρίνεια καὶ ἁπλότητα ἀναφέρει τοὺς ἐξευτελισμούς, τὶς περιπέτειες, τὶς ἀντιδράσεις ποὺ ὑπέστησαν οἱ Ἀπόστολοι, ἰδιαιτέρως ὁ ἴδιος, ἀπὸ τοὺς ἀρνητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζητεῖ, μὲ ὅλο το δικαίωμα ποὺ ἔχει ὡς πνευματικὸς πατέρας τῶν Κορινθίων, νὰ τὸν μιμηθοῦν ὅσοι φωτίσθηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ ἀντιγράψουν τὸ παράδειγμά του.

Ὅμως ἡ προτροπὴ καὶ ἐντολή του ἀφορᾶ καὶ μᾶς. Ἂς ἐρευνήσουμε σὲ τί μᾶς καλεῖ νὰ τὸν μιμηθοῦμε: καὶ πρῶτα-πρῶτα: στὶς θυσίες χάριν τῶν ἄλλων, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ ἀπὸ τότε ποὺ ἐβγῆκαν στὸ κήρυγμα καὶ περιέρχονταν πόλεις καὶ χωριά, γιὰ νὰ διαδώσουν τὴν νέα πίστη, ὑπέφεραν ἀπὸ ἀφάνταστες ταλαιπωρίες καὶ περιπέτειες· «ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί». Καὶ ὅμως χάριν τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων, ὅλα τὰ ὑπομένουν καὶ τὰ ὑφίστανται ἀδιαμαρτύρητα, γιὰ νὰ ἁπλωθῆ τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Θεοῦ παντοῦ! Νὰ σημεῖο ἄξιο προσοχῆς καί μιμήσεως. Ἐμεῖς πόσες θυσίες κάνουμε γιὰ τὴν εὐτυχία ἢ τὴν προκοπὴ τῶν γύρω μας; Θυσιάζουμε κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακουφίσουμε;

Δεύτερον μᾶς καλεῖ νὰ τὸν μιμηθοῦμε στὴν ἀνοχή: Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι δὲν ὑπέμειναν ἁπλᾶ τὶς ὅποιες περιπέτειες καὶ δυσκολίες· κυρίως τὶς ἀντιμετώπισαν μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀνοχή: «Λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν». Μᾶς βρίζουν, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, καὶ ἐμεῖς εὐχόμαστε ἀγαθὰ ὑπὲρ αὐτῶν· μᾶς καταδιώκουν, καὶ ἐμεῖς δείχνουμε ἀνοχὴ καὶ ὑπομονή· μᾶς συκοφαντοῦν καὶ ἐμεῖς ἀπευθύνουμε λόγια καλωσύνης. Αὐτὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀνώτερου ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ὑπομονὴ ἀποδεικνύεται ὡς ὁ καλλίτερος τρόπος συμπεριφορᾶς, γιατὶ ἔτσι καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται καὶ τὴν ψυχική μας γαλήνη ἐξασφαλίζουμε.

Τρίτον, ἀδελφοί, μᾶς προτρέπει ὁ θεῖος Παῦλος νὰ περιφρονοῦμε τὶς εἰρωνεῖες. Ὑπάρχουν γύρω μας ἄνθρωποι πρόθυμοι νὰ εἰρωνευθοῦν Ἐκκλησία, κλῆρο καὶ πιστούς. Ὅπως τότε, τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων, ποὺ ἐθεωροῦντο περίγελως καὶ καθάρματα καὶ περίψημα. Ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἐγκατέλειψαν τὸν ἀγῶνα. Περιφρόνησαν τὶς εἰρωνεῖες. Ἐκράτησαν γερὰ τὸν θησαυρό τους «μὲ καύχησιν ἐν Κυρίῳ».

Ἀδελφοί μου, ἐπειδὴ ἕνα εἶδος παραφροσύνης βασιλεύει παντοῦ σήμερα «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου». Εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ χαρακτηρισθοῦμε ὀπισθοδρομικοί, καθυστερημένοι, ἀκοινώνητοι, ἀνόητοι κ.λπ., ἐπειδὴ δὲν συμπορευόμαστε μὲ τὸ νέο πνεῦμα, ἐπειδὴ ἐκκλησιαζόμαστε, κοινωνοῦμε, ἐξομολογούμαστε, πιστεύουμε, ζητᾶμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἂς μείνουμε σταθεροὶ στὴ πίστη καὶ τὴν χριστιανικὴ ζωὴ καὶ θὰ λάβωμε τὸν «στέφανον τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ἀμήν.





31 Αὐγούστου, Κυριακὴ 14 Ματθ. (Ἀπόστ. Ἑβρ. 9, 1-7)

Ἀδελφοί μου, σήμερα ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει γιά τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία ποὺ ἀποτελεῖ ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας ζώνης τῆς Θεοτόκου στὸ Ναό της στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπευθυμίσουμε στὴν ἀγάπη σας τὴν ἀπόφαση τῆς Θεομήτορος «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», καὶ ὅτι καὶ ἡ παροῦσα ἑορτὴ τῆς Παναγίας μας θεωρεῖται κατάλληλη, γιὰ νὰ προβληθῆ ἡ μεγάλη ἀλήθεια, πὼς πρέπει δηλ. νὰ δεχόμαστε μὲ εὐχαρίστηση τὶς ἐντολὲς καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὡς «ζώνη ἀσφαλείας» καὶ νὰ νομίζουμε τὸν Θεῖο Νόμο ὡς κλοιὸ ποὺ περισφίγγει καὶ προστατεύει τὴ ζωή μας.

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀφ᾿ ἑνός μὲν ἡ «Κεχαριτωμένη», τῆς ὁποίας ἡ ὡραιότητα καὶ τὸ κάλλος ἑλκύει τὶς ψυχές μας καὶ σαγηνεύει τὶς καρδιές μας καὶ αἰχμαλωτίζει τὴν εὐλάβειά μας, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ προβάλλει ἐνώπιόν μας ὡς μιὰ δυνατὴ καὶ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα. Περιζώννυται ὡς ρομφαία τὴν Τιμία Ζώνη της, ὅπως ἁρμόζει σὲ κάθε σεμνὴ γυναικεία ἐμφάνιση· καὶ εἶναι καθῆκον κάθε χριστινὸς νὰ περιζώνεται μὲ δύναμη καὶ θέληση ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀγωνίζεται «ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πραότητας καὶ δικαιοσύνης». Καὶ περὶ ἀληθείας μέν, γιατί, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας, «ἄνθρωπος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλανήθη» (Ἠσαΐας 53, 6) καὶ ἐπὶ πλέον «πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόβουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3-13) καὶ ἔχουν λαθεμένη ἰδέα γιὰ τὴν ἀξία τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Τότε ἐπιστρατεύεται ἡ ἀνθρώπινη πονηρία, τὸ ψέμα καὶ ἡ ἀπάτη, καὶ ὁ κόσμος «παραμορφώνεται», μεταβάλλεται σὲ κοινωνία πλανώντων καὶ πλανωμένων.

Ἡ Κυρία Θεοτόκος προβάλλουσα ὡς ἔμβλημα τὴν τιμία Ζώνη της, τὸ ἱερὸ αὐτὸ κειμήλιο ποὺ ἀποτελοῦσε μικρὸ ἐξάρτημα τῆς ἐνδυμασίας της καὶ ἀνῆκε στὰ ἀτομικὰ εἴδη τῆς προσωπικῆς της χρήσεως, προτρέπει ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ περιζωσθοῦν μὲ πίστη καὶ ζῆλο καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν «ἕνεκεν ἀληθείας», γιὰ νὰ διαλυθοῦν οἱ πλάνες ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ νὰ μάθη ὁ κόσμος ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν χριστιανῶν τὴν ἀξία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ νὰ ἑλκύουν «τῇ ὡραιότητι καὶ τῷ κάλλει». Συνιστᾶ ἐπίσης ἡ Μητέρα τοῦ Φωτὸς νὰ ἀγωνιστοῦμε ἕνεκεν τῆς ἀληθείας ἀλλὰ μετὰ πραότητος, γιατὶ ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, αὐτὴ ποὺ ἐπιτυγχάνεται μετὰ «πραότητος», εἶναι χριστιανικὴ ἐπιδίωξη, εἶναι καρπὸς ἀρετῆς καὶ ἐπιδίωξη ἁγία.

Ὁ θυμός, ἡ διαμάχη καὶ ἡ φιλόνεικη διεκδίκηση πρέπει νὰ ἀποβληθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή μας, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε «εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου» (ψαλμ. 17, 32) καὶ περιζωσμένοι τὴ ρομφαία τῆς χάριτος νὰ ἀγωνιζόμαστε ἕνεκεν ἀληθείας μετὰ πραότητος. Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρξη εἰρήνη καὶ ἁρμονία στὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις, πρέπει νὰ ὑπάρχη δικαιοσύνη καὶ ἀναγνώριση τοῦ δικαίου τοῦ ἄλλου κατὰ τὸ Δαυιτικὸν «Ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν». Ἡ ἀλήθεια προϋποθέτει ἀγάπη, ἡ ἀγάπη γεννᾶ τὴν πραότητα καὶ τὴν εἰρήνη καὶ πάντα ταῦτα, ἀλήθεια, ἀγάπη, εἰρήνη, πραότης προϋποθέτουν τὴν δικαιοσύνη. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀδελφοί μου, ἀπευθύνει πρὸς τὴν Θεοτόκον τὴν δέηση· «περίζωσον δύναμιν ἡμᾶς Παρθένε, τῇ Ζώνῃ Σου, κατ᾿ ἐχθρῶν ἐνισχύουσα ἡμᾶς», γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦμε ἄξιοι καὶ πρόθυμοι γιὰ ἀγῶνες «ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πραότητος καὶ δικαιοσύνης». Ἀμήν.