|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 2008
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν
1 Ἰουνίου, ΣΤ’ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
«Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ» (Ἰωάν. 9-1, 38)
«Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστί,
ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι» διεκήρυξε ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς,
ἀδελφοί μου, καὶ γι᾿ αὐτὸ εὐεργετεῖ ὁ «μόνος ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων» καὶ
θεραπεύει τοὺς παντοειδεῖς τυφλούς, σωματικῶς καὶ πνευματικῶς τυφλωθέντας. Παρὰ
τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἐπεδίωκαν να λιθοβολήσουν καὶ να φονεύσουν τὸν Ἰησοῦ
ἔξω τοῦ Ναοῦ, Αὐτὸς στέκεται γαλήνιος, γεμᾶτος συμπόνια για τὸ πλάσμα Του, τὸν
τυφλό, ἀφοῦ «οὔτε ὁ ἴδιος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ» καὶ
χαρίζει σ᾿ αὐτοὺς εὐεργεσία ἠθικὴ καὶ σωματικὴ καὶ δυνατότητα «ἵνα ἀναβλέψουν»
πνευματικά. Παρὰ ταῦτα ὅμως δεν θέλουν μερικοὶ να φωτισθοῦν καὶ να διδαχθοῦν τὴν
ἀλήθεια· «τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ
σκότος ἢ τὸ φῶς».
Ἀδελφοί μου, ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος
δὲν εἶχε ἁπλῶς μία πάθηση στὰ μάτια ποὺ τοῦ στεροῦσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπη τὰ
θαυμάσια τῆς φύσεως καὶ τὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων του, ἀλλὰ ἦταν ἐκ γενετῆς
τυφλός, δηλαδὴ ὄχι μόνο δὲν εἶχε τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε καθόλου
μάτια. Καὶ ὁ Κύριός μας ποὺ «ἐργάζεται ἕως ἡμέρα ἐστὶ» δημιούργησε καὶ μάτια σ᾿
αὐτόν, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως.
Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἐθαυματούργησε σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ
θρηνοῦσε σκοντάφτοντας στὰ λιθάρια, «Οὐχ ἱκανῷ τοῦ ἐρωτᾶν πότε νὺξ πότε ἡμέρα»,
ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστὸς «ἐστὶν ἀληθῶς ὃν ἔφη Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ Χριστὸν
Μεσσίαν. Ἐστὶν ἀληθῶς Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», καὶ ὄχι μόνον. Ἐπιβεβαιώνεται ἡ
θεόπνευστη διδασκαλία - διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατὰ τὴν ὁποία «ἔπλασεν ὁ
Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν
ζωῆς καὶ ἐγένετο εἰς ψυχὴν ζῶσαν». Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερα· «ἔφτυσε χάμω καί
μὲ τὸ σάλιο Του ἔκαμε λάσπη, τὴν ὁποία ἔβαλε στις ἀδειανὲς περιοχὲς τῶν ματιῶν
τοῦ τυφλοῦ». Αὐτὸς ὁ δημιουργικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ, «τὸ ὁρᾶν
ἐχαρίσατο» «τῷ ποτὲ τυφλῷ».
Ὁ Κύριος, ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἦλθε στὸν
κόσμο μας, γιὰ νὰ ἀναδημιουργήση καὶ ἀναπλάση τὸ ἀνθρώπινο. Μὲ τὴν σάρκωσή Του
δὲν ἦλθε μόνο τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ στὸν κόσμο· ἀλλὰ καὶ «ὀφθαλμὸν κατασκεύασε», γιὰ
νὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε «τὸν νοητὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» καὶ μαζὶ μὲ τὸν τυφλὸν
τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ὁμολογοῦμε· Σὺ Κύριε εἶσαι «τῶν ἐν σκότει τὸ φῶς τὸ
ὑπέρλαμπρον».
Δὲν εἶδε ὁ τυφλὸς τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς τὸν τυφλὸ καὶ τὴν
ἀνάγκη καὶ τὸν θρῆνο του καὶ ἐπιμελεῖται τῆς θεραπείας του. Δὲν ἀναβάλλει τὴν
θεραπεία, ἐπειδὴ ὁ ἥλιος βασίλευε καὶ ὁ κίνδυνος νὰ Τὸν συλλάβουν ἢ καὶ νὸ Τὸν
λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι μεγάλωνε, ἀλλὰ ἔκαμε ἔλεος καὶ χάρισε τὸ φῶς στὸν
τυφλό. Ὑπέροχο παράδειγμα καὶ παρακαταθήκη καὶ διαθήκη μᾶς ἄφησε· νὰ κάνουμε
ἔλεος καὶ ἀγαθοεργίες, πρὶν ὁ ἥλιος βασιλέψη, «ἕως ἡμέρα ἐστίν». Διότι ἔρχεται
νύξ, «ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι». Ὅσο ἔχουμε τὴν ζωὴ μπροστά μας, πρὶν νὰ
ἔλθη ὁ θάνατος, ἂς ἐργαζόμαστε τὸ καλό, γιατί, ὅταν θὰ ἔλθη ἡ νύχτα τοῦ θανάτου,
τότε κανείς μας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθῆ τὸ καλό οὔτε νὰ μετανοιώση, γιατὶ δὲν
ἔκανε τὸ καλό.
Ὁ τυφλὸς πῆγε, ἀδελφοί, μὲ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Χριστοῦ στὴν
κολυμπήθρα τοῦ Σιλωάμ, ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος», καὶ «ἐνίψατο καὶ ἦλθε
βλέπων». Ἡ πρώτη δὲ ἐπαφή του μὲ Αὐτόν τοῦ ἀποκάλυψε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν ὁδήγησε
στὴν σωτήρια διακήρυξη· «Πιστεύω Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ». Αὐτὸ ὅμως
καθόλου δὲν ἄρεσε στοὺς Ἰουδαίους, γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ κάθε τρόπο, ὅπως προκύπτει
ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, προσπαθοῦν νὰ μειώσουν τὴ λάμψη καὶ τὴν ἀκτινοβολία
τοῦ θαύματος, γι᾿ αὐτὸ λένε γιὰ τὸν Ἰησοῦ: «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὔκ ἐστι παρὰ τοῦ
Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον οὐ τηρεῖ»,«ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν», «οὐκ οἴδαμεν
πόθεν ἔστι» κ.λπ. ἀπαξιωτικά, γιατὶ τὸ «φῶς τοῦ κόσμου» μὲ τὴν ἀκτινοβολία Του
φανέρωνε, ἀπεκάλυπτε τὴν γυμνότητα τῆς ὑποκριτικῆς διαγωγῆς τους. Κατὰ τὸν ἴδιο
τρόπο καὶ σήμερα οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως καὶ οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἀδικίας μάχονται τὴν
πίστη πρὸς Ἐκεῖνον καὶ λοιδοροῦν αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν. Ἀλλὰ ἡ πίστη μας εἶναι
αὐτάρκης καὶ αὐτοδύναμη, εἶναι ζῶσα, ἀποκαλυπτική, εἶναι μυστήριο καὶ θαῦμα,
εἶναι λύτρωση καὶ ζωή, ἐλπίδα καὶ προσδοκία, δόξα καὶ ἔπαινος καὶ τιμή.
Ὁ Ἰησοῦς εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωή. Μόνο «ὁ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν
ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν θεῷ ἐστιν εἰργασμένα».
«Δικαιοσύνης Ἥλιε νοητέ, τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν ἡμῶν αὐγάσας
υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον». Ἀμήν.
Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Πέμπτη 5 Ἰουνίου
Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 24,
36-53)
Ἀγαπητοί μου, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας
γιορτάσαμε «Θανάτου τὴν νέκρωσιν, ᾅδου τὴν καθαίρεσιν» καὶ βιώνουμε «τὴν ἀπαρχὴν
ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», σήμερα ἂς εὐφρανθοῦμε, γιατὶ ἡ φθαρτὴ καὶ χοϊκὴ καὶ
θνητὴ ἀνθρωπίνη φύση, αὐτή ποὺ γκρεμίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὰ βάραθρα τοῦ
Ἅδου, ἀναλαμβάνεται ὑπεράνω ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Τὸ λοιπὸν «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ
τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τῶν οὐρανῶν τοῦ οὐρανοῦ».
Δοξολογία καὶ εὐχαριστία ἀνήκει σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ ἦλθε στὴ γῆ
γυμνὸς ἀπὸ σάρκα καί ποὺ τώρα ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν γῆ στὸν Οὐρανό, στοὺς κόλπους
τοῦ Ἀνάρχου Πατρός, φέρων τὴν ἀνθρώπινη φύση. «Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ
ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν Πατέρα».
«Και ἐπέβη ἐπὶ χερουβεὶμ καὶ ἐπετάσθη ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων»
καὶ «ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης». «Ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ
ἐκάθισεν». Τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων βλέποντας τὸν Χριστό, τὸν μεσίτη Θεοῦ
καὶ ἀνθρώπου, φέροντα στοὺς οὐρανοὺς ἀνθρώπινη σάρκα, ἐθαύμασαν καὶ ἔψαλλαν
νικητήριο παιᾶνα σ᾿ Αὐτόν, γιατὶ συνέτριψε τὸν διάβολο καὶ τὴν ἁμαρτία, τὸν
θάνατο καὶ τὸν ᾅδη καὶ ἐδοξολόγησαν τὴν σωτήρια Αὐτοῦ Ἀνάληψη. Καὶ εἶναι
σωτηριώδης ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιατί, δυνάμει αὐτῆς, ὅλοι οἱ χριστιανοὶ
ποὺ φυλάσσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἔχουν ν᾿ ἀναληφθοῦν «ἐν νεφέλαις εἰς
ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». Εἶναι ἐπίσης ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας
σωτηριώδης, γιατὶ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς ἐθέωσε τὸ πρόσλημμα, ἐλάμπρυνε τὴν
σάρκα, ὕψωσε στοὺς οὐρανοὺς τὸ γήινο, τὴν ἔκπτωτη ἀνθρώπινη φύση, ἐκάθισε ἐν
δεξιᾷ τοῦ πατρικοῦ θρόνου, τοὺς πολέμιους μετέστρεψε σὲ φίλους, ἀγγέλους καὶ
ἀνθρώπους σὲ μιὰ Ἐκκλησία ἀνέδειξε· τὸν εὐτελῆ, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, ἄνθρωπο
ἀνώτερο καὶ πολύτιμο ὅλων ἀπεκατέστησε· ὅθεν γεμᾶτοι χαρὰ ψάλλουμε «Δόξα Χριστὲ
τῇ ἀναλήψει Σου».
Ἀδελφοί· «ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν
Παράκλητον τῷ κόσμῳ. Οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν
αὐτοῦ. Ἄγγελοι θαυμάζουσιν ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν. Ὁ πατὴρ ἐκδέχεται ὃν
ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον». «Πάντα τὰ ἔθνη κρατήσατε χεῖρας». Αὐτὸς ποὺ σήμερα
διαπερνᾶ τοὺς οὐρανούς, Αὐτὸς πάλιν ἔρχεται μὲ τὴν αὐτὴ σάρκα «κρῖναι ζῶντας καὶ
νεκρούς». Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ἡμῶν, ὡς ἄνθρωπος ἀνελαμβάνετο καὶ ὡς
Κύριος ἐπορεύετο, ἀνεφέρετο ὡς βροτὸς καὶ ὡς Θεὸς ἀνήρχετο», ὡς Βασιλιὰς ἀνέβη
ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ ὡς Ἀρχιερέας εἰσῆλθε εἰς τὰ ἀχειροποίητα
ἅγια. «Μεγάλη, Δεσπότα, ἡ φιλανθρωπία Σου».
Κύριε· «Ἄρας ἐπὶ τῶν ὤμων τὴν πλανηθεῖσαν τῶν ἀνθρώπων
φύσιν, ἀναληφθεὶς προσήγαγες τῷ Θεῷ καὶ Πατρί». Τὶ μεγάλη ἀλήθεια δωρεά! Τὶ
σπουδαία τιμή! Ἐμεῖς, «οἱ τὰ χερουβεὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες», «θεωροῦντές Σου
τὰ ὑψώσεις Χριστέ, ἀνυμνοῦμέν Σου τὴν φωτοειδῆ τοῦ προσώπου μορφή, προσκυνοῦμέν
Σου τὰ παθήματα, τιμῶμεν τὴν Ἀνάστασιν, δοξάζομεν τὴν ἐνδόξον Σου Ἀναλήψιν» καὶ
μαζί με τὸν ἱερὸ ὑμνωδὸ ψάλλουμε· «Δεσπότα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, ἀλλ᾿
ἀπόστειλον τὸ Πανάγιόν Σου Πνεῦμα φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Μεγαλύνατε τὸν
Κύριον σὺν ἐμοί, ἀδελφοί μου. Ἐκεῖνον ποὺ ἐγεννήθη ὡς Αὐτὸς ἠθέλησεν, Ἐκεῖνον
ποὺ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν πατήσας τὸν θάνατον. Αὐτόν ποὺ σήμερα ἀνελήφθη ἐν δόξῃ, τὸν
δυνάστην καὶ κραταιὸν καὶ ἐν πολέμῳ δυνατόν. «Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος
ἐν φωνῇ σάλπιγγος, ἵνα ἀνυψώσῃ τὴν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἵνα ἀποστείλῃ
Πνεῦμα Παράκλητον τοῦ ἁγιάσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Γιατὶ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ἐνδιαφέρεται
γιὰ μᾶς, ἀφοῦ «οὐ πρέσβυς οὐδὲ ἄγγελος, ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ Κύριος ἔσωσεν ἡμᾶς». Ὅθεν
«λατρεύσωμεν αὐτῷ ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ». Ἀκόμη δὲ «ἀγγελικῶς οἱ ἐν τῷ
κόσμῳ πανηγυρίσωμεν λέγοντες, ἅγιος εἶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ συναΐδιος Λόγος,
ἅγιος εἶ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Πανάγιον».
Ἐμπρὸς λοιπὸν κεκαθαρμέναις διανοίαις «καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς
ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»,
ἵνα λάβωμεν ἔλεος καὶ πᾶσαν δόσιν ἀγαθὴν καὶ πᾶν δώρημα τέλειον.
8 Ἰουνίου, Ζ’ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα
Τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμ. Συνόδου. (Ἰωάν. 17,
1-13)
Ἀδελφοί μου, οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν
«ἀποστολικῶν παραδόσεων ἀκριβεῖς φύλακες καὶ γὰρ τῆς ἁγίας Τριάδος τὸ ὁμοούσιον
ὀρθοδόξως δογματίσαντες» τὴν βλασφημία τοῦ Ἀρείου κατέβαλον. Ἡ δὲ Σύνοδος στὴ
Νίκαια ὅπου συγκεντρώθηκαν «ἀνεκήρυξε τὸν Χριστὸν Υἱὸν Θεοῦ, πατρὶ καὶ πνεύματι
σύνθρονον». Μὲ τὴν διδασκαλία του ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος κατέσχισε τὸν χιτῶνα τοῦ
Σωτῆρος, διδάσκοντας μὲ ἕνα ἔργο του ποιητικό, τὴν Θάλεια, ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε
περίοδος ποὺ δὲν ὑπῆρχε καὶ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ μὲ αὐτή του τὴν
θέση «τεμὼν τὴν ὁμότιμον ἀρχὴν εἰς διαιρέσεις» ἀστόχησεν θεολογικὰ καὶ
δογματικά. Ἐμεῖς λοιπὸν σήμερα «Τὰς μυστικὰς τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τοὺς
θεοφόρους πατέρας, τοὺς μελωδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας μέλος ἐναρμόνιον
θεολογίας μίαν Τριάδα ἀπαράλλακτον οὐσίαν τε καὶ θεότητα, ἂς ἀνευφημήσωμε»,
γιατὶ αὐτοὶ ὑπῆρξαν κατ᾿ ἐξοχὴν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Οἱ μεγάλες αὐτὲς
ἐκκλησιαστικὲς μορφές, οἱ 318 θεοφόροι Πατέρες ποὺ συγκεντρώθηκαν στὴ Νίκαια τῆς
Βιθυνίας, ἀγωνίσθηκαν μὲ πολλὴ δύναμη γιὰ τὴν διατήρηση ἀνόθευτης καὶ ἀκέραιας
τῆς πίστης στὸν Τριαδικὸ Θεό. Πατέρες μὲ ἔνθεο ζῆλο, μὲ ἱεραποστολικὴ δράση καί
μὲ βέβαιη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνιότητας, ἐδογμάτισαν: «καὶ εἰς ἕνα
Κύριον, Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς
γεννηθέντα, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων».
Ἐκτιμῶντας καὶ ἀξιολογῶντας σωστὰ τὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχή
Του, λίγο πρὶν τὴν θυσία Του στὸ Γολγοθᾶ, κατὰ τὴν ὁποία καὶ εἶχε παρακαλέσει
τὸν Πατέρα νὰ χαρίζη σὲ ὅλους τὴν αἰώνια ζωή· «Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή· ἵνα
γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»· αὐτὸ
σημαίνει ὅτι, ὅταν ὀρθοδόξως προσεγγίζουμε τὸ μυστήριο τῆς Θεότητας, τότε στὴν
οὐράνια πατρίδα θὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον». Θὰ βλέπουμε «Αὐτὸν
καθὼς ἐστίν» . Μὲ τὴν δογματικὴ τους ὑποδείξη οἱ ἑορταζόμενοι Πατέρες μᾶς
ὑπενθυμίζουν τὸν λόγο τῆς ἀποκαλύψεως, ὅτι ἐκεῖ «καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι,
οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι» καὶ ὅτι ἐκεῖ «οἱ δίκαιοι
ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος». Μὲ τὸν ἀγῶνα τους οἱ ἑορταζόμενοι Πατέρες βοήθησαν
ὅλους ἐμᾶς «εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»· καὶ ὅσοι γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια
ἐλευθερώνονται.
Ἀδελφοί μου, πολὺς λόγος γίνεται σήμερα γιὰ τὴν μοναξιὰ τοῦ
σύγχρονου ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν ἐρημιὰ τῶν πόλεων. Δὲν ὑπάρχει ἐπικοινωνία. Ὅμως ἡ
κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἐξασφαλίζει τὴν γνησιότητα τῆς ἀνθρωπίνης ἑνότητας.
Καὶ ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀληθινή, ὅταν συνδέεται μὲ τὴν εὐαγγελικὴ
ἔκφραση «καθὼς ἡμεῖς», δηλαδὴ «καθὼς σὺ Πάτερ ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί». Καὶ ὅπως ὁ
Πατέρας ζεῖ μέσα στὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ὁ Υἱὸς μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸ
ἄγιο Πνεῦμα, καὶ τοῦτο μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ
βροῦμε κανάλια καὶ διαύλους ἐπικοινωνίας «ἵνα πάντες ἓν ἐσμέν».
Ἀδελφοί μου, ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ φυσικὰ οἱ 318 τῆς
Α΄Οἰκ. Συνόδου, ποὺ σήμερα ἑορτάζουν καὶ ἐμεῖς τοὺς τιμοῦμε, ἀφοῦ καθαρίστηκαν
ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες τους, ἔφθασαν στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἑνώθηκαν
μεταξύ τους. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ τοὺς περιέλαμψε, τοὺς μεταμόρφωσε καὶ τότε δὲν
ἐνεργοῦσαν ὡς ἄτομα ἀλλὰ ὡς πρόσωπα πνευματοφόρα, χαριτωμένοι φορεῖς τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καὶ ὅ,τι παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους αὐτὰ καὶ θωράκισαν καὶ
μᾶς παρέδωσαν. Ἡ διδασκαλία τους δεν ἀποτελεῖ φιλοσοφικὸ στοχασμό, ἀλλὰ
ἀποκαλύψεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν
αἱρετικῶν καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων· οἱ μὲν φιλοσοφοῦν εὐτελῶς, οἱ δὲ θεολογοῦν
αὐθεντικῶς.
Ἀδελφοί, ὁ Χριστὸς ζητάει τὴν πίστη μας. Θέλει να πιστέψουμε
στὴν λυτρωτικὴ θυσία Του. Στὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Νικόδημο τοῦ λέγει ὅτι
«ἀπέστειλε ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ
ἀπόληται ἀλλ᾿ ἔχει ζωὴν αἰώνιον» καὶ ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα
γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Αὐτὸν
προσκυνήσωμεν, αὐτὸν δοξολογήσωμεν, αὐτὸν αἰνέσωμεν καὶ τοὺς Ἁγίους
ἑορταζομένους Πατέρες ὑμνήσωμεν.
15 Ἰουνίου, Η’ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα,
«Ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς» Ἰωάν. 7, 37-52 καὶ 8,12)
Πεντηκοστὴν ἑορτάζοντες, ἀδελφοί, «Πνεύματος Ἁγίου
ἐπιδημίαν» ἀπολαμβάνουμε, γι᾿ αὐτὸ καὶ εὐχαρίστως καὶ δυναμικὰ ψάλλουμε «εἴδομεν
τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον».
Εἶναι δὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα « Πρόσωπον» πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τὸ
πρόσωπο ἄνθρωπος ἢ τὸ πρόσωπο «ἄγγελος». Εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Θεότητος,
εἶναι ὁ ἕνας τῆς Τριάδος, ὁμοούσιος, ὁμόθρονος καὶ ἰσότιμος πρὸς τὸν Πατέρα καὶ
πρὸς τὸν Υἱό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ὁ Υἱὸς ἐπίσης Θεὸς
ἀληθινὸς γεννώμενος ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ἔτσι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Θεὸς
ἀληθινός, ἐκπορευόμενος ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ. Τέλειος Θεὸς ὁ Πατέρας, τέλειος Θεὸς ὁ
Υἱός, τέλειος Θεὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα· πλὴν δὲν ὑπάρχουν τρεῖς θεοὶ ἀλλὰ ἕνας·
μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος «ἕνα τὰ τρία τῇ θεότητι καὶ τὸ ἕνα
τρία ταῖς ἰδιότησι». Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριον τῶν μυστηρίων, τὸ Μυστήριον τῆς
Ἁγίας Τριάδος, γνώση καὶ ἀπόλαυση τοῦ ὁποίου εἶναι προνόμιο ὅσων πιστεύουν καὶ
«πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». (Ἑβρ.
11,1).
Ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ὁ Πατὴρ δι᾿ Υἱοῦ ἐν
Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τὰ πάντα. Σὲ ὅλα συνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἂν ὁ Πατὴρ
ὑπόσχεται καὶ προετοιμάζη τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἂν ὁ Υἱὸς διὰ
τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του καὶ τῆς Σταυρικῆς Του θυσίας τὸ ὑλοποιῆ ἀντικειμενικά, τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα κάνει τὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐξασφαλεισθεῖσα σωτηρία προσωπικὸ κτῆμα
κάθε πιστοῦ.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο παραμένει
στὴν Ἐκκλησία, φωτίζοντας, διδάσκοντας καὶ προφυλάσσοντάς την ἀπὸ τὴν πλάνη,
ὁδηγῶντας την «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθεια» «Θεὸς καὶ θεοποιοῦν».
Ἀδελφοί μου, ἡ πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ ἀνήκει κατ᾿ ἐξοχὴν στὸν
Πατέρα. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀνήκει ἰδιαιτέρως στὸν Υἱό,
τὸν Χριστό. Ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ μετὰ ταῦτα εἶναι περίοδος ποὺ ἀνήκει
κατ᾿ ἐξοχὴν στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ εἶναι πολλοὶ σήμερα ποὺ ἀγνοοῦν τὴν
προσωπικότητα καὶ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν τιμοῦν ὅσο πρέπει τὸ τρίτο
πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εἶναι βέβαια καλὸ καὶ ἅγιο καὶ εὐλογημένο να
κηρύττουμε τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀσφαλῶς καλὸ νὰ παραλείπουμε
τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἅγιο καὶ εὐλογημένο συχνὰ νὰ στρέφουμε τὸ νοῦ
πρὸς τὸν Πατέρα, «τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέμενοι», ὅμως εἶναι ἔλλειμμα, εἶναι
κακὸ να μὴ σκεφτόμαστερτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο τοῦτο Θεῖο πρόσωπο, τὸ
«ὁμοούσιον καὶ ὁμόθρονον καὶ ἰσότιμον» πρὸς τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα. Ἂν λησμονοῦμε ἢ
ἀμελοῦμε ἰσάξια να λατρευοῦμε καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε ἡ λατρεία μας εἶναι
ἀτελὴς καὶ θαρρῶ πὼς αἰτία τῆς φτώχειας μας σὲ πνευματικὰ χαρίσματα εἶναι
ἀκριβῶς τὸ ὅτι δεν τιμοῦμε ὅσο πρέπει τὴν πηγὴ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, τὸ
Πανάγιον Πνεῦμα.
Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ
θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, ὁ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καθάρισον ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον ἀγαθὲ τὰ ψυχὰς ἡμῶν. Ἀμήν.
22 Ἰουνίου, Κυριακὴ Α’ Ματθ. «Τῶν Ἁγίων Πάντων» (Ματθ. 10, 32-33 καὶ 37-38, Ματθ. 19, 27-30)
«Μνήμη δικαίων μετ᾿ ἐγκωμίων» καὶ ἔτσι μνήμη καὶ τιμὴ ἁγίων
γίνεται μίμηση ἁγίων. Μὲ πολὺ δισταγμό, ἀδελφοί μου, ἀποφασίζει κανεὶς νὰ μιλήση
στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας γιὰ τὴν ἁγιότητα. Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα
μποροῦν ν’ ἀκοῦν γιὰ τὸ Θεό, γιὰ τὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν χριστιανικὴ χαρά, για τὰ
ἔργα τῆς φιλανθρωπίας.
Ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας γιὰ πολλοὺς ὁ χριστιανισμὸς ἔγινε
μοναχὰ μιὰ κοινωνικὴ δύναμη ἐγκόσμια καὶ τίποτα περισσότερο, ἀλλὰ νὰ ἀκούσουν
γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιὰ τὸ καθῆκον τῆς ἁγιότητος, γιὰ τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουν οἱ
καιροί μας νὰ ἀποκτήσουν ἁγίους, δὲν τὸ ἀντέχουν. Θὰ τὸ τολμήσουμε ὅμως σήμερα
μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς «πάντων τῶν Ἁγίων» οἱ ὁποῖοι ἀνεδείχθησαν «κανόνας
πίστεως» καί, ἀφοῦ ἔζησαν εὐαγγελικῶς στὸν κόσμο, πέτυχαν τὴν θέωση καὶ
μακαριότητα.
Ἀδελφοί, καὶ μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν γιορτὴ ἡ Ἐκκλησία «τιμᾷ τοὺς
προλαβόντας καὶ προτρέπει τοὺς παρόντας» γιὰ μίμηση τῶν ἁγίων, γιατὶ οἱ ἅγιοι
παρουσιάζονται ὡς ἐνδιάμεσοι τύποι για τὴν μίμηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι
αὐτοὶ ποὺ διατηροῦν σὲ ἐνέργεια, ἀνοιχτό, τὸν δρόμο τῆς θεώσεως καὶ μαρτυροῦν
γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μιμητὲς
τοῦ Χριστοῦ, ὑπάρχουν ὡς πρότυπα καὶ δεῖκτες ποὺ δὲν προβάλλουν τὸ δικό τους
ἐγώ, ἀλλὰ τὸ ἀφανίζουν, γιὰ νὰ φανερωθῆ μέσα τους ὁ Χριστός. Οἱ ἅγιοι ζοῦν στὸν
κόσμο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ διαμορφώνουν τὴν προσωπικότητα τους σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά
Του· «ἅγιοι, γίνεσθε ὅτι Ἐγὼ ἅγιός εἰμι». Ἀδελφοί, ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ
ἰδιαίτερα τοῦ Χριστιανοῦ, δεν εἶναι στατικὴ ἀλλὰ δυναμική. Δὲν εἶναι δουλικὴ
ἀντιγραφὴ ἀλλὰ προσωπικὴ δημιουργία. Κάθε προσωπική, θετικὴ δημιουργία ὅμως
προϋποθέτει τὴν ἀντιγραφή. Ἀντιγράφοντας λοιπὸν τοὺς ἁγίους μας βρίσκουμε «τὸ
ἴδιον μέγεθος», ἐπανερχόμαστε στὴν κατὰ φύση ζωὴ καὶ μὲ τὴν θρησκευτικὴ γιορτή,
ποὺ ἀποτελεῖ σπουδαία πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ δύναμη, διασώζουμε τὴν
ἰδιαίτερη φυσιογνωμία καὶ ταυτότητά μας, στοιχεῖα ποὺ μᾶς διαφοροποιοῦν
πνευματικὰ καὶ πολιτιστικὰ μέσα στὴν οἰκογένεια τῶν ἐθνῶν.
Κάθε γιορτὴ ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας ἐκπέμπει ἕνα μήνυμα ποὺ
εἶναι πάντα ἐπίκαιρο, γιατὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ τοῦ «χθὲς καὶ σήμερον καὶ
εἰς τοὺς αἰῶνας τοῦ Αὐτοῦ». Γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ τὴν «πάλιν καὶ πολλάκις» τέλεση τοῦ
μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς κατ᾿ ἐξοχὴν μεγάλης γιορτῆς, μυσταγωγεῖται
ἡ συντήρηση, ἡ πνευματικὴ προκοπὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀνάδειξη καὶ
προβολὴ τῶν ἁγίων της. Μέσα ἀπὸ τὴν γιορτὴ τοῦ κάθε ἁγίου ἀποδεικνύεται πόσο
θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεός, ὅταν «ἐγείρῃ ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψοῖ
πένητα» καὶ ὅτι «οὔκ ἐστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία». Κέντρο λοιπὸν τῆς ζωῆς τῶν
ἁγίων καὶ τῆς κάθε γιορτῆς τους εἶναι ὁ «φανερωθεὶς ἐν σαρκὶ Θεὸς» καὶ αὐτοὶ
μαρτυροῦν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι κάποια νεκρὴ φυσιογνωμία τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ
«ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ». Οἱ ἅγιοι ξεπηδοῦν σὰν «τοῦ
ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα» διασχίζουν τοὺς αἰῶνες, δροσίζουν, ποτίζουν καὶ ξεδιψοῦν
τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφραίνουν γῆ καὶ οὐρανό. Γιορτὴ ἁγίων καὶ μίμηση ἁγίων
σημαίνει τιμὴ ἁγίων καὶ ἀκόμα ὅτι ἡ πνευματικὴ προκοπή μας ὡς μελῶν τῆς
Ἐκκλησίας πραγματοποιεῖται στὸ μέτρο ποὺ ἐνεργοποιοῦμε τὴν ἔνταξή μας σ᾿ Αὐτόν.
Μίμηση τῶν ἁγίων μας δὲν σημαίνει ἁπλᾶ ἐπιστροφὴ στὸ ἱστορικὸ παρελθὸν τῆς
παρουσίας ἐκείνων οὔτε μεταφορά τους ὡς ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν στὸ παρὸν καὶ στὸ
μέλλον ἀλλὰ ἀποδοχὴ τῆς παρουσίας τους ὡς μελῶν τοῦ Ἑνιαίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ
καὶ ἀποποίηση, ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν πολυχρώμη καὶ πολύνυχη καὶ πολύμορφη καὶ
πολύτροπη ἁμαρτία. Οἱ χριστιανικὲς γιορτὲς καὶ «οἱ Ἅγιοι Πάντες» εἲναι τὰ
γεφύρια ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὸ χθὲς τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ ὅσοι ἀπὸ μᾶς
λησμονοῦμε καὶ δεν τὸ ἀξιοποιοῦμε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στεριώσουμε τὰ γεφύρια
ποὺ θὰ μᾶς ὁδοιπορήσουν στὸ μακάριο αὔριο.
Ἡ σημερινὴ γιορτή, γιορτὴ «πάντων τῶν Ἁγίων» ἂς γίνη
ἀφετηρία πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ, πράξεως γιὰ ἡρωϊκὲς ἅγιες ἀποφάσεις. Ἂς
προσευχηθοῦμε θερμὰ ὅπως μὲ τὶς ἱκεσίες τους ἀναδειχθοῦμε καὶ ἐμεῖς μιμητές τους
«κατὰ τὸν καλέσαντα ἡμᾶς ἅγιον» καὶ «τέλειοι ὥσπερ ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς
οὐρανοῖς», γιατὶ τότε μόνο δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ ἀπ᾿ τοὺς
ἀνθρώπους καὶ ἀποκαλύπτονται οἱ γιορτές τους φάροι ποὺ φωτίζουν καὶ δρόμοι
θεώσεως καὶ ὁδοὶ σωτηρίας καὶ λεωφόροι δόξας καὶ ὁδόσημα ποὺ δείχνουν τὸν Θεό.
29 Ἰουνίου, Κυριακὴ Β’ Ματθαίου
«Πέτρου καὶ Παύλου τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων» (Ματθ. 16, 13-19)
Σήμερα, ἀδελφοί, ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἐνδόξων Ἀποστόλων Πέτρου
καὶ Παύλου, τῶν πρώτων καὶ κορυφαίων στὴν ὁμάδα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, εἶναι ἄξιο
καὶ δίκαιο καὶ πρέπον νὰ σταθοῦμε πρῶτον μὲν στὴν διακήρυξη τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου
«Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» δείχνοντας ἔτσι τὴν ποιότητα καὶ
τὴν δύναμη τῆς πίστεώς του καὶ δεύτερον στὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου
«Μιμηταί μου γίνεσθε καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 11-1).
Ἡ συνάντηση τοῦ Πέτρου μὲ τὸν Χριστὸ στὴν λίμνη τῆς
Γεννησαρὲτ ἦταν γι᾿ αὐτὸν εὐκαιρία, γιὰ νὰ γίνη ἀπὸ ψαρᾶς «ἁλιέας ψυχῶν» καὶ νὰ
κερδίση αἰώνια δόξα καὶ αἰώνια ζωή. Ὁ Κύριος βραβεύοντας τὴν πίστη του, «Σὺ εἶ ὁ
Υἱὸς τοῦ Θεοῦ», πάνω στὴν ὁποία θὰ στήριζε καὶ θὰ θεμελίωνε τὴν Ἐκκλησία Του,
ἔδωσε σ᾿ αὐτὸν πρῶτα ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους τὸ χάρισμα νὰ συγχωρῆ τὶς
ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Τὶ καὶ ἂν ὑπῆρξαν στιγμὲς πτώσεως, ὅταν βυθίστηκε στῆς
ἀρνήσεως τὰ σκοτάδια καὶ τρεῖς φορές, μπροστὰ στοὺς ὑπηρέτες, μὲ ὅρκο ἀρνήθηκε
τὸν Διδάσκαλο; Βρῆκε τὸν δρόμο του, «ἔκλαυσε πικρῶς», μετενόησε καὶ μετὰ τὴν
Ἀναστάση τοῦ Διδασκάλου ἀνέλαβε τὴν διαποίμανση τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν
ἄκουσε νὰ τοῦ λέγη «βόσκε τὰ ἀρνία μου», «ποίμαινε τὰ πρόβατά μου», «βόσκε τὰ
πρόβατά μου» (Ἰωάν. 21, 15-17). Γι᾿ αὐτὸ ὁ Πέτρος μὲ τὶς ὁδοιπορίες του καὶ τὸ
ἀκατάπαυστο ἀποστολικὸ κήρυγμά του ἐβόσκησε τὰ ἀρνία τῆς πίστεως. Καὶ μὲ τὸ ὅτι
ὄργωσε μὲ τὰ πόδια του ὄχι μόνο τὴν Ἰουδαία γῆ καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ τὴν Ῥώμη
«ἐβόσκησε τὰ ἀρνία τοῦ Θεοῦ». Καὶ ἔγινε «ὁ ἐκλεκτός, ὁ ἐξαίρετος, ὁ πρῶτος τῶν
μαθητῶν», ποὺ μὲ τὸ φρικτὸ μαρτύριό του ἐπισφράγισε τὴν πίστη του. Σταυρώθηκε
ἀναπόδα καὶ παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὰ χέρια τοῦ ἀγαπημένου Διδασκάλου.
Ἀλλὰ τί νὰ ποῦμε, ἀδελφοί, γιὰ τὸν ἄλλο κορυφαῖο Ἀπόστολο,
«τὸν πρῶτον μετὰ τὸν ἕνα», τὸν Παῦλο, ποὺ ἀπὸ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὸ
θαῦμα τῆς Δαμασκοῦ ἔγινε ὁ πιὸ ἐνθουσιώδης κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου. Πόσο δεν
ὑπέφερε τὸ ἀσθενικό του σῶμα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ! Ἔκανε τέσερεις μεγάλες
περιοδεῖες· διέσχισε μὲ τὰ πόδια του ἢ καὶ μὲ μικρὰ καὶ ἀνασφαλῆ πλοῖα ξηρὲς καὶ
θάλασσες καὶ περιόδευσε ὅλες σχεδὸν τὶς χῶρες τῆς Μεσογείου.
Ἂς τὸν ἀκούσουμε διηγούμενον ὅσα ὑπέστη γιὰ τὸν Ἰησοῦ.
«Κόπους πολλούς, μαστιγώσεις σὲ μεγάλο βαθμό. Φυλακίσεις, κινδύνους θάνατον,
ῥαβδισμούς, λιθοβολισμό, ναυάγια στὴ θάλασσα, ὁδοιπορίες, κινδύνους ἀπὸ
ποταμούς, ἀπὸ ληστές, ἀπὸ ἀλλοεθνεῖς καὶ ἀπὸ ὁμοεθνεῖς συνανθρώπους κ.λπ.» (Β΄
Κορινθ. 11,24-26). Πολλὰ ὑπέφερε τὸ ἀσθενικό του σῶμα στὶς τέσσερεις μεγάλες
περιοδεῖες ποὺ ἔκανε καὶ διέδωσε τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ πέρα ἀπὸ τὸ ἀκατάπαυστο
κήρυγμα ἔβρισκε τὸν χρόνο νὰ γράφη καὶ ἐπιστολὲς γιὰ νὰ στηρίζη τοὺς
χριστιανούς. Τοῦ «ἡγιασμένου, τοῦ μεμαρτυρημένου, τοῦ ἀξιομακαρίστου», Ἀποστόλου
Παύλου ἡ καταπληκτικὴ δράση διακόπηκε ἀπὸ τὸν αἱμοχαρῆ αὐτοκράτορα Νέρωνα στὴ
Ῥώμη, ὅταν συνελήφθη ὑπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
Ἀλλὰ τὸ ἔργο του συνεχίστηκε καὶ συνεχίζεται. Μὲ πολλὴ
ἀγάπη μᾶς προτρέπει· «Μιμηταί μου γίνεσθε». Ἂν τὸ ἀποφασίσουμε, θὰ μοιάσουμε μὲ
τοὺς «τῆς οἰκουμένης φωστῆρας, τῆς πίστεως τοὺς κήρυκας, τῆς Ἐκκλησίας τοὺς
στύλους, τοὺς καθαιρέτας τῆς πλάνης», ὅπως οἱ ἑορταζόμενοι ἅγιοι Ἀπόστολοι
Πέτρος καὶ Παῦλος. Καὶ θὰ διακηρύττουμε σὰν τὸν Πέτρο ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς
τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, καὶ θὰ γίνουμε σὰν τὸν Παῦλο μιμητὲς τοῦ
Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔπαθε ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα
ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α’ Πέτρ. 2-21).
|