|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ 2008
Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ
Ἐφημερίου Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Γλυκῶν Νερῶν
4 Μαΐου 2008, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
Ἡ τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ σωτήριος ὁμολογία ( Ἰωάν. 20, 19-31 )
«Σινέτισον ἡμᾶς Κύριε ὡς τὸν Θωμᾶν βοᾶν σοι· Ὁ Κύριός μου & ὁ Θεός μου,
δόξα σοι».
(Δοξαστ. Ἀποστίχων Μ. Ἑσπερινοῦ Σαββάτου, Κυριακὴ Ἀντίπασχα, τοῦ Θωμᾶ).
Ἀδελφοί, Χριστὸς Ἀνέστη! Ὁ νικητὴς τοῦ Ἅδη & τοῦ θανάτου, κρατῶντας τὰ
κλειδιὰ ἀπὸ τὶς πύλες του, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μεταβάλλει τὸν Ἅδη σὲ
παράδεισο καὶ τὴν γῆ σὲ οὐρανὸ καὶ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ἔρχεται νὰ
ἐμφανισθῆ πρὸς τοὺς μαθητές Του.
«Οὔσης, λοιπόν, ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων & τῶν θυρῶν
κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων,
ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς & ἔστη εἰς τὸ μέσον & λέγει αὐτοῖς, εἰρήνη ὑμῖν».
Ἐμφανίζεται τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του στοὺς φοβισμένους μαθητές
Του «χαροποιῶν αὐτούς», χαρίζοντάς Τους «ἀφοβία & εἰρήνη».
Κεντρικὸ πρόσωπο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶναι ὁ
Θωμᾶς, γι᾿ αὐτὸ & ἡ σημερινὴ Κυριακὴ μᾶς εἶναι γνωστὴ ὡς Κυριακὴ τοῦ
Θωμᾶ. Ὁ Θωμᾶς εἶναι ὁ μαθητὴς ὁ ὁποῖος «οἰκονομικῶς» δὲν ἦταν μεταξὺ τῶν
μαθητῶν, «ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς». Ὅταν ἐπέστρεψε στὴ συντροφιὰ τῶν
Ἀποστόλων, οἱ λοιποὶ τοῦ ἀνήγγειλαν περιχαρεῖς τὸ γεγονὸς τῆς ἐμφανίσεως
τοῦ Ἀναστημένου Διδασκάλου. Αὐτὸς ὅμως ἀρνεῖται νὰ πιστέψη· «Ἐὰν μὴ ἴδω
… οὐ μὴ πιστεύσω».
Δὲν πείθεται ἄπ᾿ ὅσες λεπτομέρειες διηγοῦνται οἱ ἄλλοι μαθητές. Ἐπιμένει
στὴν ἄρνησή του, ζητεῖ ἀποδείξεις. Ζητεῖ νὰ δῆ ὅ,τι εἶδαν & οἱ ἄλλοι.
Ζητεῖ ἀκόμα & νὰ ψηλαφήση τὸν Κύριο. Καλοπροαίρετη εἶναι ἡ ἀπιστία του.
Δὲν εἶναι ὁ Θωμᾶς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Εἶναι ἄπιστος,
γιατί ὁ νοῦς του δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ παραδεχθῆ τὸ θαῦμα. Προσδοκᾶ μία
νέα ἐπανεμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς ἱκανοποιεῖ τὴν προσδοκία του.
Ἐπανεμφανίζεται σήμερα & μπροστὰ στοὺς λοιποὺς μαθητὲς καλεῖ τὸν Θωμᾶ νὰ
Τὸν ψηλαφήση. Ὅμως αὐτὸς δὲν τολμᾶ. Πιστεύει, βεβαιώνεται & ἀναφωνεῖ «ὁ
Κύριός μου & ὁ Θεός μου». Μιὰ πρωτότυπη ἀπιστία ποὺ ὁδήγησε «στὴν
σωτήριο ὁμολογία».
«Ὁ Θωμᾶς, ἀδελφοί μου, δὲν ἀπορρίφθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἑπομένως, τὸ νὰ
ζητάη κάποιος ἀποδείξεις τὸ ἐγκρίνει ὁ Θεός. Καὶ ἐπειδὴ ἀμέσως τὸν
ὁμολόγησε Κύριο & Θεό του, ὁ Ἰησοῦς τὸν δέχεται & τὸν εὐλογεῖ. Προσθέτει
ὅμως ὅτι θἆναι ἀκόμα πιὸ μακάριοι ὅσοι πίστεψαν πράγματα ποὺ δὲν εἶδαν»
(Ἀρχιμ. Τιμόθεος Κιλίφης, Τὰ 4 Εὐαγγέλια Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, σ.
690). «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες & πιστεύσαντες», ἀφοῦ «πίστις ἐστὶ
ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11-1).
Ἀδελφοί μου, ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, γιὰ νὰ πιστέψη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ
ζητοῦσε νὰ δῆ, νὰ ψηλαφήση & νὰ ἀποκτήση αἰσθητὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἡ
γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων ἀλλὰ ἐσωτερικὴ
πληροφορία, ἐσωτερικὴ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ποὺ διοχετεύεται & στὸ
σῶμα. Ἡ καλὴ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ εἶναι μία ἀπόδειξη ἀλλὰ & ὑπόδειξη, γιὰ νὰ
βγοῦμε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς δυσπιστίας & ἀμφιβολίας μας. Ἡ τοῦ Θωμᾶ
ἀπιστία «τὴν κοσμοσώτειρα τοῦ Θεανθρώπου Ἔγερσιν πιστοῦται»· καὶ ὁ Θωμᾶς
τῇ ὁράσει τῶν χειρῶν & τῆς πλευρᾶς «Θεὸν ὡμολόγησε τὸν Κυρίον» (ἀπὸ τὴν
Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς).
Ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος «οὐ κατέλιπεν βυθιζόμενον
βυθῷ ἀπιστίας τὸν Θωμᾶν παλάμας προτείνας εἰς ἔρευναν» (ἀπὸ τὴν
Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς).
Αὐτὸν ἂς παρακαλέσουμε νὰ μᾶς φωτίση, ἀφοῦ μὲ τὴν Ἀνάσταση Του «πάντα
πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε & γῆ & τὰ καταχθόνια» & ἂς μᾶς συνετίση,
ὥστε ὡς ὁ Θωμᾶς νὰ ὁμολογοῦμε· «ὁ Κύριος μου & ὁ Θεός μου»· δόξα σοι.
Χριστὸς Ἀνέστη !
11 Μαΐου 2008, ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Τῶν Ἁγίων Μυροφόρων Γυναικῶν κ.λπ., (Μάρκ. 15,43- 16,8)
«Τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια·
Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος·
Ἀλλὰ κραυγάσατε· Ἀνέστη ὁ Κύριος»
(Ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς)
Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου, γίνεται λόγος γιὰ τὴν
ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων γυναικῶν «λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς Σαββάτων» στὸ
μνημεῖο, ὅπου συναντήθηκαν μὲ τὸν Ἄγγελο & ἄκουσαν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα
«ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε». Δικαιολογημένα ὁ ὑμνωδὸς σχολιάζει· «φύσις
ἀσθενὴς τὴν ἀνδρείαν ἐνίκησεν ὅτι γνώμη συμπαθὴς τῷ Θεῷ εὐηρέστησε». Οἱ
Μυροφόρες γυναῖκες ὄχι μόνον ἀξιώθηκαν τῆς ἀγγελικῆς ὀπτασίας &
πληροφορήθηκαν πρῶτες τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν πρῶτες νὰ
δοῦν τὸν Ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, τιμᾶται ἡ
γυναικεία φύση & γενικὰ ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλὰ συγχρόνως τιμᾶται & ἡ
ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Οἱ μυροφόρες γυναῖκες οὔτε τὰ ὅπλα τῶν στρατιωτῶν «τῆς
κουστωδίας» φοβήθηκαν οὔτε τὴν ἔχθρα τῶν Ἰουδαίων ὑπολόγισαν οὔτε ἡ
νύχτα τὶς ἀποθάρρυνε. Ἦλθαν στὸ μνημεῖο, γιὰ νὰ προσφέρουν ἀρώματα στὸ
Χριστὸ & μύρα γιὰ τὴν ταφή Του. Ἡ ἀνδρεία τους ὑπῆρξε ἀξιοπρόσεχτη καὶ
εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γίνη ἀξιομίμητη. Οἱ Πατέρες μᾶς πληροφοροῦν ὅτι, γιὰ
νὰ συναντηθοῦμε μὲ τὸν Ἀναστάντα Κύριο, πρέπει νὰ καλλιεργήσουμε τὶς πιὸ
μεγάλες ἀρετές· φρόνηση, σωφροσύνη, ἀνδρεία & δικαιοσύνη. Ἡ Μαρία ἡ
Μαγδαληνή, ἡ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου & ἡ Σαλώμη τὸν Τάφον τοῦ Κυρίου «κατέλαβον»
& ἔλαβαν τὸν μισθὸ τῆς φιλοθεΐας τους & τὴν ἀμοιβὴ τῆς ἀνδρείας τους,
ὅταν ἄκουσαν ἀπὸ τὸν Ἄγγελο «ὁ Σωτὴρ ἐξανέστη τοῦ Μνήματος».
«Ἔρραναν μύρα μετὰ δακρύων τὸ μνῆμα τοῦ Σωτῆρος καὶ ἐπλήσθη χαρᾶς τὸ
στόμα αὐτῶν ἐν τῷ λέγειν Ἀνέστη ὁ Κύριος» (ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς).
Ὁ φόβος μεταβλήθηκε σὲ ἐλπίδα. Ἡ λύπη σὲ χαρά, ὁ λίθος ἀποκυλίσθηκε, ὁ
τάφος κενώθηκε, ὁ θνητὸς ἄνθρωπος ἔγινε ἀθάνατος. Ὁ ᾅδης θρηνεῖ, ὁ
θάνατος νεκρώθηκε. Οἱ μυροφόρες γυναῖκες, οἱ ἅγιες αὐτὲς ὑπάρξεις,
γίνονται οἱ πρῶτες εὐαγγελίστριες· οἱ πρωτοαπόστολοι & πρωτοκήρυκες τῆς
χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ· ὁ Ἰησοῦς ἀπέθανεν & Ἀνέστη χαρισάμενος
τὴν Ἀνάστασιν.
Ἀδελφοί μου, ὁ ἄγγελος εἶπε στὶς Μυροφόρες. Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· μὴ φοβᾶστε·
μὴ τρέμετε· ξέρω πολὺ καλὰ ὅτι ἐσεῖς δὲν ἔχετε τὴν καρδιὰ τοῦ Πιλάτου ἢ
τοῦ Ἄννα & Καϊάφα· ξέρω πὼς δὲν ἔχετε τὴν καρδιὰ τοῦ Ἰούδα· ξέρω ὅτι μὲ
θάρρος & αὐταπάρνηση ἀνεβήκατε ἐδῶ. Ξέρω ὅτι ἀναζητεῖτε ὄχι ἐπίγεια
πράγματα ἀλλὰ Ἰησοῦν Χριστὸν & τοῦτον Ἐσταυρωμένον. Λοιπὸν σᾶς πληροφορῶ
ὅτι «ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν Αὐτόν».
Ἀδελφοί, ἡ γενναιότητα δὲν κάνει διάκριση φύλων. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἐμπνέη,
ἄντρες & γυναῖκες μεταδίδουν θριαμβικὰ σαλπίσματα νίκης & δόξας. Οἱ
ἄνδρες ἂς ἀτενίσουν τὸν εὐσχήμονα βουλευτὴ Ἰωσήφ. Οἱ γυναῖκες ἂς
ἀτενίσουν τὶς ὑπέροχες ἡρωίδες & Μυροφόρες τοῦ Χριστοῦ. Ἄνδρες &
γυναῖκες, νέοι & νέες ἂς ἐμπνευσθοῦν ἀπὸ τὸ ἀπαράμιλλο παράδειγμα & τὴν
γενναιοψυχία τῶν ἀγγελόμορφων τούτων ψυχῶν. Ἀτενίζοντας τὸν Ἀναστημένο
Κύριό μας προχωροῦμε μπροστὰ ἀτρόμητοι & γενναῖοι & πανηγυρίζουμε
διακηρύσσοντας· «Χριστὸς Ἀνέστη, Ἀληθῶς Ἀνέστη» !
18 Μαΐου 2008, Δ΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Μνεία τῆς τοῦ παραλύτου θεραπείας, (Ἰωάν. 5, 1-15)
Ἀδελφοί μου, «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» βροντοφωνάζει ὁ ἄνθρωπος ὁ παραλυτικός,
ὁ πρωταγωνιστὴς στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε. Καὶ
τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πικρὸ παράπονο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν συνάνθρωπό του.
Ἀποτελεῖ τὴν κραυγὴ τῆς ἀπογνώσεως τοῦ πάσχοντος, τοῦ θλιβομένου, τοῦ
περιφρονημένου, τοῦ ἀδυνάτου, τοῦ ξένου, τοῦ ἀρρώστου συνανθρώπου μας &
στὴν ἐποχή μας.
Ὁ παράλυτος ζητεῖ συναντιλήπτορα τῆς ἀνάγκης του, τῆς ἀσθενείας του
βοηθό, σύντροφο & συνοδοιπόρο στὴν πορεία του γιὰ τὴν ἴαση. Τὰ τριάντα
ὀχτὼ χρόνια τῆς ἀσθενείας του εἶναι μία μακρὰ περίοδος τραγικῆς θλίψεως
& ὀδύνης. Βέβαια στὴν Κολυμβήθρα «κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων»,
ποὺ καὶ αὐτοὶ περίμεναν τὴν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ
τὴν ἀρρώστια τους. Ἀλλὰ αὐτὸς βίωνε τὴν δική του πικρὴ ἐμπειρία. Ὅμως «Ἀνέβη
ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ… & ἰδὼν ὁ Κύριος
χρονιοῦντα ἄνθρωπον λέγει πρὸς αὐτόν· διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα , διὰ σὲ
σάρκα περιβέβλημαι & λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω; ἆρόν σου τὸν κράββατον &
περιπάτει» (ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς).
Ὁ «Μεγάλης Βουλῆς ἄγγελος», θεράπευσε τὸν κατάκοιτο ποὺ ὑπέφερε τριάντα
ὀχτὼ χρόνια. Τότε ποὺ δὲν εἶχε ἄνθρωπο, ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος. Τότε ποὺ δὲν
μποροῦσε νὰ μπῆ στὴν κολυμβήθρα μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου & τὴν «ταραχὴ
τοῦ ὕδατος» συναντήθηκε μὲ τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων. Καὶ ὁ Κύριος τὸν
ἄμειψε γιὰ τὴν ὑπομονὴ & τὴν ἐλπίδα του. Ἀλήθεια πόση πίστη & δύναμη
ψυχῆς χρειάζεται, γιὰ νὰ μείνη ἐκεῖ τόσα πολλὰ χρόνια! Τὸ κρεβάτι του
εἶχε γίνει τύμβος & τάφος· εἶχεν «ἰατροῖς καταναλώσει τὸν ἅπαντα βίον
του & ἐλέους τυχεῖν οὐκ ἠξιώθη»· καὶ τώρα ἀκούει «ἆρόν σου τὸν κράββατον
& περιπάτει». Ὅταν, ἀγαπητοί μου, οἱ συνάνθρωποί μας δὲν πλησιάζουν νὰ
μᾶς βοηθήσουν, ὅταν τὰ πάντα γύρω μας εἶναι ἔρημα, ἄφιλα, ἄδικα, σκληρά,
ἀπάνθρωπα τότε καταφθάνει ὁ Θεάνθρωπος, γιὰ νὰ παρηγορήση, γιατρεύση &
συντροφεύση· καὶ τότε ἂς θυμηθοῦμε τὸν ποιητή: «Ὅταν εἶσαι σὺ κοντά μου,
πές μου τί νὰ φοβηθῶ;».
«Ἆρόν σου τὸ κράββατον & περιπάτει» εἶπε ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν παράλυτο &
ἀμέσως τὰ παράλυτα νεῦρα & τὰ ἀχρηστευμένα γόνατα ἴσχυσαν, ἐνδυναμώθηκαν
& τὸ σῶμα ἠγέρθη, ὁ ἴδιος δὲ εὐθυτενής, εὐκίνητος, πλήρης ζωῆς &
χάριτος, κουβαλῶντας τὸ κρεβάτι του περπατάει.
Περπατάει & κατευθύνει τὰ πόδια του μὲ σταθερὸ βῆμα, ὄχι πλέον στοὺς
δρόμους ποὺ ἤξερε & συνήθως περπατοῦσε. Ὄχι· γιατί αὐτοὶ οἱ δρόμοι τὸν
ἔκαμαν παράλυτο & τὸν κράτησαν τριάντα ὀχτὼ ὁλόκληρα χρόνια νεκρὸ &
ἄταφο.
Τώρα, ἀδελφοί, χαράσσει νέους δρόμους & ἀνοίγεται σὲ δρόμους χάριτος &
ζωῆς & ὑγείας, γιατί ὑπακούει στὸν Χριστὸ ποὺ τοῦ εἶπε· «ἴδε ὑγιειὴς
γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τί σοι γένηται» καὶ ἀφήνει νὰ
ἐννοηθῆ ὅτι ἡ προσωπικὴ ἁμαρτία ἔχει συνέπεια τὴν παραλυσία.
«Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα» ψάλλουμε. Βαθύτατη εἶναι ἡ
σχέση ἁμαρτίας & σωματικῆς & ψυχικῆς ἀσθενείας. Γι᾿ αὐτὸ & ὁ Θεὸς πρὶν
θεραπεύση ἕνα ἁμαρτωλὸ μὲ τὴν μετάνοια, ταράσσει τὴν συνείδησή του μὲ
τὶς τύψεις & ὕστερα προσφέρει τὴν ἴαση & τὴν λύτρωση. Ὁ ἱερὸς
Αὐγουστῖνος σχολιάζει· «ἔγειρε, στρέψον τὴν καρδίαν σου πρὸς τὰ ἄνω,
πρὸς τὸν Θεόν, ἀγάπησε τὸν συνάνθρωπόν σου, περίπτυξον τὸν πλησίον σου &
ἀγωνίζου κατὰ τῆς ἁμαρτίας & τῶν παθῶν σου».
Ἀδελφοί, Βηθεσδᾶ σημαίνει «σπίτι ἐλέους»· καὶ σπίτι ἐλέους, Βηθεσδᾶ
σήμερα εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας· οἶκος χάριτος, ἐλέους, ψυχικῆς ὑγείας &
σωτηρίας. Ἐδῶ μᾶς περιμένει ὁ Χριστός, ὅπου μὲ τὰ νάματα τῆς Χάριτος Του
& διὰ τῶν μυστηρίων Του θὰ μᾶς ἀπολούση, θὰ μᾶς καθαρίση, θὰ μᾶς
χαριτώση, θὰ μᾶς δικαιώση & θὰ μᾶς καταστήση ὑγιεῖς & καθαρούς. Ἂς
προσέλθουμε πρὸς Αὐτόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπόσχεται τὴν πλήρη κάθαρση & τὴν
ψυχικὴ & σωματικὴ ὑγεία ὁμολογοῦντες ὅτι ·
Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
Ἀληθῶς ἀνέστη.
25 Μαΐου 2008, Ε΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
«Ἡ τῆς Σαμαρείτιδος ἑορτή, (Ἰωάν. 4, 5-42)
Κατὰ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῆς περιόδου ποὺ διανύουμε, δηλ. τοῦ Πεντηκοσταρίου,
ἀδελφοί μου, στὴν Ἐκκλησία μας διαβάζεται ἡ περικοπὴ τῆς Σαμαρείτιδος,
ποὺ εἶναι & αὐτὴ ἀπὸ τὶς πλέον περίφημες περικοπὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης,
γιατί ὡς ἀπόφθεγμα διακηρύσσονται ὕψιστες ἀλήθειες τῆς Χριστιανικῆς
πίστεως.
«Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι & ἀληθείᾳ δεῖ
προσκυνεῖν». Ὁ Θεὸς & ὅλη ἡ ἀλήθεια περὶ Θεοῦ δὲν εἶναι μία ἀνακάλυψη
τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου του Θεοῦ σὲ ὅσους εἶναι ἄξιοι
αὐτῆς τῆς ἀποκαλύψεως. Ὁ Θεὸς ἀποκαλυπτόμενος στὸν ἄνθρωπο τοῦ χαρίζει
τὴν γνώση & αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σωτηρία. Στὴ
Σαμαρείτισσα ὁ Κύριος ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό Του & αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια τὴ
σωτηρία της. Ὁ Χριστὸς ἀποκαλυπτόμενος στὸ «φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ» ὁμολογεῖται
πρῶτον «Ἰουδαῖος», ἔπειτα «Κύριος», μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀξιοσέβαστου
προσώπου, κατόπιν «μείζων του Πατριάρχου Ἰακώβ», ἔπειτα «Προφήτης»,
ὕστερα «Μεσσίας Χριστὸς» καὶ τέλος «ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου». Στὴν συζήτηση
ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Σαμαρείτισσα γυναῖκα τῆς ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο
τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα & ἐκεῖνοι ποὺ Τὸν
προσκυνοῦν πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦν «ἐν πνεύματι & ἀληθείᾳ». Ὁ Θεὸς
γνωρίζεται & προσκυνεῖται ἐν Χριστῷ ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια & ἐν ἁγίῳ
Πνεύματι, ποὺ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας & πέμπεται ὑπὸ τοῦ Υἱοῦ.
Ἀδελφοί μου, ὁ λόγος τοῦ Κυρίου στὴν Σαμαρείτιδα εἶναι ἡ πλέον
πνευματικὴ διακήρυξη & ὁ πιὸ ὑπέροχος ὁρισμὸς τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ· «Ἔρχεται
ὥρα & νῦν ἐστι, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν
πνεύματι & ἀληθείᾳ. Καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας
αὐτόν». Ἡ λατρεία πρὸς Αὐτόν, τότε μόνον εἶναι δεκτὴ & εὐάρεστη, ὅταν
εἶναι εἰλικρινὴς ἐκδήλωση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, ὅταν ἐκφράζη πνεῦμα
ἀληθινῆς θεογνωσίας & μιὰ ἅγια, φλογερὴ τῆς ψυχῆς ἀφοσίωση· ὅταν μιλᾶ τὸ
πνεῦμα μας στὸ Πνεῦμα, ὅταν συνομιλῆ ὁ μικρὸς μὲ τὸν Μεγάλο, ὅταν μιλᾶ ὁ
ἔσω ἄνθρωπος, καὶ ἂς μὴ κινεῖται ἡ γλώσσα, «καὶ σιωπώντων ἀκούει ὁ
Θεός».
Ἡ ἀληθινὴ λατρεία δὲν κολλάει στοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, στὶς μορφὲς τοῦ
τόπου ἢ τοῦ χρόνου. Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ δὲν ξέρει ἀπὸ Μητροπολιτικοὺς
ναοὺς ἢ παρεκκλήσια, δὲν περιορίζεται σὲ εἰδικὲς ἡμέρες ἢ ὧρες. Δὲν θὰ
μᾶς ρωτήση ὁ Θεὸς πότε προσευχηθήκαμε, ἀλλὰ πῶς προσευχηθήκαμε. Δὲν θὰ
μᾶς ρωτήση ποῦ προσευχηθήκαμε, ἀλλὰ ἂν τὸν ἀγαπήσαμε & χωρὶς ὑποκρισίες,
προλήψεις, δεισιδαιμονίες «ἐν πνεύματι & ἀληθείᾳ» Τὸν προσκυνήσαμε.
Ἀληθινὴ λατρεία & θυσία γιὰ τὸν Θεό; Εἶναι «πνεῦμα συντετριμμένον».
Ἔχουν διαπιστωθῆ οἱ ἀποκλίσεις & οἱ ἐκτροπές μας ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ & σωστὴ
προσκύνηση τοῦ Θεοῦ & εἶναι ἐπίκαιρος ὁ Προφήτης Ἠσαΐας (Κέφ. 29,13),
λέγοντας «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς
χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ».
Καὶ προσθέτει ὁ ὑμνωδός: «Τὴν ὑμνωδίαν ἐνεργῶν συνελήφθην τὴν ἁμαρτίαν
ἐκτελῶν. Διὰ μὲν τῆς γλώσσης ἄσματα φθεγγόμενος, διὰ δὲ τῶν λογισμῶν
ἄτοπα λογιζόμενος» καὶ ἀκόμα: Ἐνῶ «κέκτημαι πάντα ὅσα μισεῖ ὁ Θεὸς σάρκα
& πνεῦμα & νοῦν μολύνας ἀθεμίτοις & αἰσχροῖς λόγοις & ἔργοις & γλώσσῃ
κατακρίνω τοὺς ἁμαρτάνοντας, αὐτὸς τὰ χείρω ἐργάζομαι (Δοξ. Ἑσπερινοῦ
29ης Νοεμ.).
Ἀγαπητοὶ ἀκροατές, «Καὶ νῦν ἐστίν». «Ἱδρύεται ἡ πνευματικὴ Βασιλεία τοῦ
Θεοῦ & πολῖτες της θὰ εἶναι ὅσοι σὲ ὅλο τὸν κόσμο λατρεύουν τὸν Θεὸ ἐν
πνεύματι & ἀληθείᾳ· ὄχι ὑλικὰ ἀλλὰ πνευματικά, ὑμνολογοῦν πανταχοῦ
παρόντα Θεό. Πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη. Πνευματικοὶ πρέπει νὰ
γίνουμε καὶ «ἀσώματοι, σὰν τοὺς ἀγγέλους, καὶ νὰ προσφέρουμε λατρεία διὰ
τοῦ ἀσωμάτου μέρους τοῦ ἐαυτοῦ μας τουτέστιν διὰ τῆς ψυχῆς & τῆς τοῦ νοῦ
καθαρότητος». Ὁ Θεὸς εἶναι ἀσύλληπτος & ἀνάλογη πρέπει νὰ εἶναι & ἡ
λατρεία Του. Ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας ὅλων & σώζει ὅλους διὰ τοῦ Μεσσίου. Ὁ
Μεσσίας εἶναι ὁ Χριστός. Μόνον δι᾿ Αὐτοῦ μπορεῖ κάποιος νὰ ὁδηγηθῆ σὲ
θεογνωσία & σὲ ἀπολύτως ὀρθὴ λατρεία & στὴ σωτηρία.
«Ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός» διεκήρυξε ὅτι εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν».
Αὐτὸ ἔκτοτε ὑπάρχει στὴν ἐπὶ γῆς Ἐκκλησία Του. Ἔχουμε καθῆκον νὰ τὸ
γευόμαστε· «Δεῦτε & ἀρρύσασθε», γιὰ νὰ γίνουμε ἀληθινοὶ προσκυνητές,
κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος & βλέποντάς μας οἱ πάντες νὰ «καταθέτουν
τὴν μαρτυρία»· « Ὄντως ἠγέρθη ὁ Κύριος».
|