en ru

ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΡΡΩΣΤΟΥ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
ΣΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Ρόδος, 14.10.2011



Θέλω νά ἐκφράσω τή χαρὰ καί τήν εὐγνωμοσύνη μου στοὺς ὀργανωτὲς αὐτοῦ τοῦ ὡραίου συμποσίου. Χαρά γιά τό γεγονός ὅτι μοῦ δίνεται μιά εὐκαιρία ἐπικοι¬νωνίας μαζί μὲ λειτουργοὺς ὑγείας ποὺ διακονοῦν στὸν ἰδιόμορφο ἀλλὰ τόσο ἀληθινὸ χῶρο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας. Καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ ὅτι μοῦ δίνετε τὴ δυνατό¬τητα νὰ αἰσθανθῶ μέλος αὐτῆς τῆς εὐλογημένης «ἀνακουφιστικῆς» οἰκογέ¬νειας, νὰ ἀκούσω καὶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἐμπειρία ἄλλων, ἀλλὰ καὶ νὰ καταθέσω μὲ τὸν δικό μου τρόπο τὸ ὅραμα τῆς ἀνακούφισης στὸν τόπο μας, κυρίως ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πλευρά, καὶ μάλιστα ὅπως αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ κατὰ τὴ διακονία ἀσθενῶν ποὺ ἐκμετροῦν τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπίγειας πορείας τους.
Σέ μένα ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας χρονο-λογεῖται ἀπὸ τὸ 1985, στὸ Νοσοκομεῖο Παίδων τῆς Βοστώνης στὴν Ἀμερική. Ἐκεῖ, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θεραπευτήρια τοῦ κόσμου, ποὺ συχνὰ ἡ ζωὴ φαινόταν πιὸ εὔκολη ἀπὸ τὸν θάνατο, γιὰ πρώτη φορὰ ὑποψιάσθηκα τὸ ἐνδεχόμενο ἡ προσφορὰ φιλάνθρωπης ἀνακούφισης καὶ στήριξης νὰ ξεπερνάει ἐνδεχομένως σὲ ἀξία ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν θεραπεία.
Στὴ σημερινή μου ὁμιλία, αὐτὸ ποὺ θὰ προσπαθήσω νὰ κάνω εἶναι νὰ ἐπι-κεντρωθῶ ὄχι στὴ φροντίδα τῶν ἀσθενῶν καί τῶν οἰκογενειῶν τους κατά τίς τελευ-ταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς τῶν ἀσθενῶν, ἀλλά στή στήριξή τους, τότε ποὺ οἱ ἐλπίδες μηδενίζονται, ποὺ ἡ ἀπειλὴ κυριαρχεῖ, ποὺ ὁ φόβος τοῦ ἀγνώστου ἐπιβάλλεται καὶ ὅλα φαί¬νε¬ται νὰ καταρρέουν. Τί ἆραγε θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσφέρει, ὅταν ὁ θάνα¬τος εἶναι ἐπὶ θύραις, ὅταν ὁ πόνος ἀποκτᾶ τὴ μεγαλύτερη τιμή του, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παλιν¬δρομεῖ ἀνάμεσα στὴ μέγιστη καὶ τὴν ἐλάχιστη ἀξία του;

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ
Θὰ ξεκινήσω παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τή λέξη ἀνακουφίζω, ἡ ὁποία γιά κάποιο λόγο μοῦ φαίνεται καλύτερη ἀπό τήν λέξη παρηγορῶ καί ἀκόμη καλύτερη ἀπό τήν ἀντίστοιχη ἀγγλική λέξη palliative care. Ἀνακουφίζω προέρχεται ἀπό τή λέξη κοῦφος, ποὺ σημαίνει ἀνάλαφρος, κενός, ἐξ οὗ καί κούφιος. Μέ ἄλλα λόγια, ἀνακουφίζω ση¬μαίνει ξελαφρώνω κάποιον, τοῦ παίρνω τό βάρος, τοῦ δίνω ἀνάσα, τὸν διευκολύνω. Σημαίνει ὅτι κάνω κάποιες συγκεκριμένες ἐνέργειες γιὰ ὅλα τὰ προηγούμενα, κυρίως ὅμως φορτώνομαι ὁ ἴδιος. Καὶ αὐτό εἶναι κάτι τὸ μοναδικό. Στό θεραπευτικό ἐπίπεδο ἡ βοήθεια καί ἡ συμπαράσταση ἐκφράζονται κυρίως μέσα ἀπὸ τὰ ρήματα δίνω καὶ προσφέρω. Στοὺς ἀσθενεῖς τελικοῦ σταδίου ἡ συμπαράσταση ὑποχρεωτικὰ περνάει ἀπὸ τὸ ρῆμα προσφέρομαι. Δὲν ἔχω νὰ δώσω τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Αὐτὸς μοῦ ἔμεινε, αὐτὸν χρειάζεται ὁ ἀδελφός μου. Καὶ μάλιστα ὁλόκληρον. Κυρίως γι’ αὐτὸ ἡ στήριξη εἶναι ὁλιστική.
Ἡ προσφορὰ γενικὰ ἔχει διάφορα ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο εἶναι δίνω ἀπό ὅ,τι ἔχω. Μοιράζομαι τὰ ὑπάρχοντά μου, κρατῶ καὶ γιὰ μένα. Τὸ δεύτερο εἶναι δίνω ὅ,τι ἔχω∙ τά δίνω ὅλα. Δὲν μοῦ μένει τίποτα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Βαθύτερο καὶ ἀνώτερο εἶναι τὸ ἑπόμενο ἐπίπεδο: δίνω ἀπό αὐτό πού εἶμαι, ἀπό τόν ἑαυτό μου, ἀπὸ τὴν ὑπόστασή μου. Ξοδεύομαι. Καὶ τὸ τελευταῖο ἐπίπεδο εἶναι, δίνω αὐτό πού εἶμαι, προσφέρω ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μου, δίχως κρατούμενα, δίχως ὑπόλοιπα. Δὲν μου μένει τίποτα, οὔτε καὶ ὁ ἑαυτός μου. Κενώνομαι.
Βέβαια, δέν μποροῦμε ὅλοι νά δώσουμε καί γιά πάντα καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μας. Πρός αὐτό ὅμως κατατείνουμε στή συγκεκριμένη διακονία. Ἀγωνιζόμαστε, ἐπι¬διώκουμε νά προσφέρουμε καί ἀπό αὐτά πού ἔχουμε καί ἀπό αὐτό πού εἴμαστε καί, ἐάν εἶναι δυνατόν, νά δώσουμε ἐντελῶς ἀφιερωμένα τήν καρδιά μας, τά κομμάτια τοῦ ἑαυτοῦ μας, στοιχεῖα τῆς ὑπο¬στάσεώς μας στούς ἀδερφούς μας πού πάσχουν, πού ὑποφέρουν, πού βρίσκονται σέ μιά ἐξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, ποὺ μὲ πολλὴ δυσκολία ἀνα¬πνέουν τὸν τελευταῖο τους ἀέρα.

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ
Στὸν χῶρο τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας, ἡ προσφορὰ ἀποκτᾶ συγκεκριμένα ἰδιώματα, ποὺ καλὸ εἶναι νὰ τὰ ἐπισημάνουμε καὶ λίγο νὰ τὰ τονίσουμε:
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι πρέπει νά φορτωθεῖ κανεὶς κάτι πού δέν εἶναι δικό του, πού δέν τοῦ ἀναλογεῖ, εἶναι κάποιου ἄλλου. Καὶ εἶναι ἴσως ὅ,τι πιὸ βαρὺ ὑπάρ¬χει. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ μοιραστεῖ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὸ παίρνει, διότι αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον δυνάμεις. Οὔτε πάλι μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρει τὴν ἀποκα¬τά-σταση, τὴν ὑγεία, ὅπως ὁ θεραπευτής. Πηγὴ τῆς ἱκανοποίησής του δὲν θὰ εἶναι ἡ ἀνταμοιβὴ κάποιας ἐπιτυχίας, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀγαθὴ συνείδηση τῆς συμπα¬ράστασής του. Αὐτό ἐνέχει μιά μοναδικὴ ἀνιδιοτέλεια ποὺ δὲν χαρακτηρίζει τὴ γενικότερη θεραπευτική.
Τό δεύτερο ἰδίωμα εἶναι ὅτι προφανῶς δὲν εἶναι κανεὶς ὑποχρεωμένος νά τό κάνει. Ὑπάρχουν πολλὲς δικαιολογίες καὶ ἀρκετοὶ λόγοι νὰ τὸ ἀποφύγει. Ἄν θέλει τό κάνει. Ἐξ ἄλλου ἡ αἴσθηση τῆς πλήρους ἀνεπάρκειας εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογη-μένη. Ἡ συγκεκριμένη προσφορά δὲν ἀποτελεῖ καθῆκον, οὔτε ὀφειλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση. Εἶναι σαφὴς ἐπιθυμία, συνειδητὴ ἐπιλογή, αὐτόβουλη κίνηση, βαθιὰ ἐσωτε¬ρική διάθεση.
Τό τρίτο ἰδίωμα εἶναι ὅτι παίρνοντας τό βάρος δέν ἔχει κανεὶς ποῦ νά τό ἐναπο¬θέσει. Πρέπει ὁπωσδήποτε νά τό φορτωθεῖ ὁ ἴδιος καὶ νὰ τὸ κρατήσει. Συνήθως, ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα βάρος, ἄν θέλουμε νά τόν ἀνακουφίσουμε, τοῦ τὸ παίρνουμε καὶ τὸ τοποθετοῦμε κάπου ἀλλοῦ. Τό ψυχικό ὅμως βάρος, τό ὑπαρξιακό, τό ἐσωτερικό, ὅλη αὐτή τή σύν¬θεση τοῦ φυσικοῦ, ψυχολογικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ ὑπαρξιακοῦ πόνου πού διαπερνάει τὴν ὅλη ὕπαρξη ἑνὸς καρκινοπαθοῦς ποὺ ζεῖ τὶς τελευταῖες του στιγμές, ποῦ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ ἐνα¬ποθέσει; Ἀνακούφιση σημαίνει νὰ σηκώσει κανεὶς τὸ βάρος τοῦ ἄλλου, νὰ τὸ κρατήσει ἐπάνω του, καὶ ταυτόχρονα νὰ τοῦ χαρίσει τὴν παρουσία του ἀνάλαφρα. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως εἴμαστε ἀδύνατοι, δέν ἔχουμε ἀπεριό¬ριστες δυνάμεις. Καί αὐτό τὸ ἔργο δέν θά τό κάνουμε μέ ἕναν. Πρέπει νά τό κάνουμε μέ πολλούς. Εἶναι καὶ βαρὺ καὶ ἐπανα¬λαμ-βανόμενο, συνοδεύεται δὲ ἀπὸ μιὰ διαρκῆ ἐναλλαγὴ ἰσχυροῦ διαπροσωπικοῦ συνδέσμου καὶ πικροῦ χωρισμοῦ.
Ἂν λοιπὸν σκεφθεῖ κανεὶς τὸ πολὺ τοῦ βάρους καὶ τὸ βαθὺ τοῦ πόνου ποὺ χαρακτηρίζει τὸ τέλος τῆς ζωῆς καὶ τὸ διαρκὲς καὶ ἐπαναλαμβανόμενο τῆς συμπαρά-στασης ποὺ κάνει τὸν χρόνο νὰ πολλαπλασιάζει τὴ δυσκολία, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ περιορισμένο τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀντιλαμβάνεται πὼς κάθε πνευματικὸς συμπαραστάτης τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου ζεῖ μονίμως στὰ ὅρια τῶν ἀντοχῶν καὶ δυνάμεών του. Αὐτὸ προσδίδει μεγάλη ἀξία στὸ ἔργο του, ἀλλὰ καὶ προϋποθέτει σημαντικὰ στοιχεῖα στὴν προσωπικότητά του, προκειμένου νὰ ἀνταποκριθεῖ ἐπαρκῶς στὴν ἀποστολή του. Καὶ δὲν εἶναι μόνο δύσκολο, εἶναι καὶ μεγαλειῶδες.

Ο ΑΣΘΕΝΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ
Ἂς στραφοῦμε λίγο πρὸς τὸν ἀσθενῆ τοῦ τελικοῦ σταδίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλάβουμε σὲ τὶ καὶ πόσο διαφέρει ἀπὸ κάθε ἄλλον ἀσθενῆ, τί χαρακτηριστικὰ μπορεῖ νὰ παρουσιάζει ὁ ψυχικός του κόσμος.
(α) Κατ’ ἀρχὰς δέν εἶναι ἕνας ἀσθενὴς πού σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς του προσ¬βάλ¬λεται ὁ ὀργανισμός του καί δίδεται ἕνας ἀγῶνας γιά νά θεραπευθεῖ καί νά ἀποκα¬τα¬σταθεῖ ἡ ὑγεία του. Ὁ ἀσθενὴς τελικοῦ σταδίου φέρει ἐπάνω του τὴ σφρα-γίδα τῆς βεβαιότητος τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἔντονης πιθανότητος ἢ τῆς λογικῆς προσδο¬κίας τοῦ θανάτου. Εἶναι ὁρατό τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἔχουν ἐξαφανισθεῖ καὶ οἱ τελευταῖες ἐλπίδες τῆς ἀπο¬θε¬ραπείας του.
Αὐτό ὑποχρεώνει καὶ τὸν ἀσθενῆ, στὸ μέτρο ποὺ τὸ ἔχει συνειδητοποιήσει, καὶ ὅσους ἀσχολοῦνται ἀνακουφιστικὰ μαζί του νά σκεφθοῦν λίγο καί νά φιλοσοφήσουν κάπως γιὰ τό τέλος τῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό. Μέσα στήν καθημερι¬νότητα ὅπως τή ζοῦμε εἶναι εὔκολο νά ἀπωθεῖ ὁ καθένας μας τήν ἰδέα τοῦ θανάτου. Ὅταν ὅμως συμμετέχει καὶ συμπαρίσταται σὲ κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση, τότε στὴν οὐσία ὠθεῖ τόν ἑαυτό του στό νά ἀντικρύσει αὐτήν τήν πραγ¬μα¬τικότητα ἐνδεχομένως καί γιά τή δική του τή ζωή.
Εἶναι πολύ φυσικό στόν ἄνθρωπο, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό ὑπ΄ ἀριθμόν ἕνα βέβαιο γεγονός καί ἡ μεγαλύτερη σταθερά αὐτῆς τῆς ζωῆς, νά τόν ἀπωθεῖ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὅλες οἱ ραδιοτηλεοπτικὲς ἐκπομπές οἱ ὁποῖες ἔχουν νά κάνουν μέ τίς ἀναπαραγωγικές τεχνικές, μέ τήν ἔρευνα ἐπί τῶν βλαστοκυττάρων καί τά συναφῆ βιοκοινωνικά καί ἠθικά προβλήματα ἔχουν πάρα πολύ ὑψηλή καί διαρκῶς αὐξανόμενη ἀκροαματικότητα ἤ θεαματικότητα. Ἀντίθετα, μιά συνέντευξη γιά τήν εὐθανασία ρίχνει τὴν ἀκροαματικότητα. Δέν ἀντέχει ὁ κόσμος νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν θάνατο. Εἶναι πολύ φυσικό ὁ κάθε ἕνας μας νά φαντάζεται ὅτι θά φθάσει σὲ βαθὺ γήρας, ὅτι θά εἶναι σέ πλήρη ὑγεία καὶ διαύγεια μέχρι τὴν τελευταία του στιγμή, ὅτι δέν θά ἐπιβαρύνει κανέναν καί ξαφνικά κάπως ἀθό¬ρυβα θά γλιστρήσει στὸν ἄλλο κόσμο. Μᾶς εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε ὅτι θὰ μᾶς ἔλθει ὁ θά-νατος μέ ἕναν τραγικό ἢ ἐξαιρετικὰ ἐπώδυνο τρόπο. Νομίζουμε ὅτι σὲ μᾶς δέν θά συμβοῦν αὐτά ἀπό τά ὁποῖα φροντίζουμε νά ἀνακουφιστοῦν ἄλλοι. Εἶναι πολύ ἀν-θρώπινο αὐτό, διότι διαφορετικὰ δέν ἀντέχεται ἡ ζωή μέ τό δεδομένο τοῦ θανάτου.
Συνεπῶς, στὴν ἀνακουφιστικὴ φροντίδα, ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων τό τέλος εἶναι ὁρατό. Τοὺς βλέπουμε νά φθίνουν, ψυχοσωματικὰ νὰ καταρ¬ρέουν καί ἀντικρύζουμε τό σημεῖο μηδέν τῆς βιολογικῆς τους ζωῆς. Γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς μας αὐτούς, ἡ ἀπειλή τοῦ βιολογικοῦ τέλους δὲν εἶναι μόνον ὁρατή, εἶναι τό κυρίαρχο γεγονός τῆς ὕπαρξής τους. Ἔχουν πόνο καὶ πλεῖστες ὅσες δυσκολίες, διακατέχονται ἀπὸ δυσφορία, αὐτὸ ὅμως ποὺ κυριαρχεῖ ἐπάνω τους εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ θανάτου καί τοῦ τέλους. Ὄχι τόσο ὁ τρόπος τῆς ἀναχώρησης ὅσο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, τοῦ τέλους. Ὁ τρόπος τῆς ἀναχώρησης μπορεῖ νά εἶναι ἐπώδυνος, ἀλλὰ ὅλη ἡ ταλαιπωρία κάποτε θὰ τελειώσει ἤ κάπως θά ἀπαλυνθεῖ, ἐπειδή ὑπάρχουν κάποιοι τρόποι ἀνακούφισης καὶ συμπαράστασης. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν ὑπερβαίνεται εὔκολα εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ τέλους, ἡ πικρία γιὰ τὰ ἀνεκπλήρωτα ὁράματα καὶ ὁ φόβος τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸ εἶναι στὸ μηδέν, στὸ τίποτα ἢ τουλά-χιστον στὸ ἄγνωστο μετά. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ βασανιστικὰ καθὼς ἀποτελεῖ κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ σκέψη δὲν εἶναι συνηθισμένη, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ τὸ ἐνδεχό¬μενό του, συχνὰ βρίσκεται ἀνέτοιμος νὰ τὸ δεχθεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀντέξει.
Ὅταν φεύγει ἕνα νέο ἄτομο, αὐτό πού συγκλονίζει εἶναι τὰ πολλὰ ἀνεκ-πλήρωτα ὁράματα, τὸ ἀσύνηθες τοῦ γεγονότος καὶ ἡ ἀσυμβατότητα τῆς νεανικῆς δυνάμεως μὲ τὴ φυσικὴ κατάρρευση. Στὴν περίπτωση πάλι ἑνὸς ἡλικιωμένου ἀτόμου, παρὰ τὸ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι σύνηθες καὶ ἡ φύση μας εἶναι πιὸ συμφιλιωμένη μαζί του, ἐκεῖνο ποὺ πληγώνει εἶναι οἱ πολλὲς ἀναμνήσεις, οἱ κοινὲς ἐμπειρίες, ἡ διακοπὴ τῶν μακροχρόνιων σχέσεων. Οὕτως ἢ ἄλλως τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου συγκλονίζει τήν ψυχή καί ξεσχίζει τό συναίσθημα.
(β) Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τῶν ἐλπίδων. Ἡ ἐλπίδα εἶναι κάτι τό ὁποῖο τρέφει τόν κάθε ἄνθρωπο, «ἐλπίς ἐστιν ἡ βόσκουσα βροτοῖς». Ὅταν ἕνας ἀσθενής ἔχει ἀπειλητική γιά τή ζωή του ἀσθένεια, ὅσο σοβαρὴ καὶ ἂν εἶναι αὐτή, πάντοτε μέσα μας διατηροῦμε τὴν ἐλπίδα ὅτι μὲ τὴν ἰατρικὴ βοήθεια θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει θετικὴ ἔκβαση. Ὅσο ψηλὸ καὶ ἂν εἶναι τὸ στατιστικὸ ποσοστὸ κακῆς πρό-γνωσης, πάντοτε ὑπάρχει καὶ τὸ μικρὸ ἐνδεχομένως ὑπόλοιπο στὸ ὁποῖο ἐλπίζει κανεὶς πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἀνήκει. Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα εἶναι ποὺ δίνει τό κουράγιο νά παλέψεις γιά τήν νίκη, γιά τήν σωτηρία, γιά τήν ὑγεία, γιά τήν ἐπιβίωση. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο στοὺς ἀσθενεῖς τελικοῦ σταδίου εἶναι πολὺ ἀπο¬δυ¬να¬μωμένο. Εἶναι τόσο ἀδύνατο πού δέν ἐπιτρέπει νά οἰκοδομήσουμε τήν σχέση καί τήν ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἀσθενῆ στό ἔδαφος τῶν ἐλπίδων. Καὶ ὅσο προχωράει ἡ ἐμπειρία μας, τόσο ἐπιβεβαιώνεται αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. Ἔτσι στὸν ἑνάμισυ χρόνο λειτουρ¬γίας τῆς Μονάδας μας «ΓΑΛΙΛΑΙΑ» ἡ ἐμπειρία μας εἶναι ὅτι ἐπὶ συνόλου περίπου ἐνενήντα (90) ἀσθενῶν ἔχουν καταλήξει οἱ ἑξήντα πέντε (65).
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἀπουσία ἐλπίδας ποὺ στηρίζεται στὴν ἰατρικὴ ἐκτίμηση, δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλπίδα ποὺ βασίζεται στὴν ἐσωτερικὴ διαίσθηση καὶ διάθεση. Τοῦτο διότι στὴν περίπτωση τῆς ἀνακουφιστικῆς φροντίδας, συνδεόμαστε μὲ τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς γνω¬ρίζουμε στὴ φάση τοῦ πολὺ μεγάλου καὶ δύσκολου ἀγῶνα τους, καὶ ἀντὶ γιὰ ὅραμα συνέχειας κάνουμε διαρκῶς ὅραμα ἀποχαιρετισμοῦ. Μαζὶ μὲ τὴ βάσανο τοῦ συναι¬σθή¬ματος ὑφιστάμεθα καὶ τὴν τυραννία τῶν ὑπαρξιακῶν ἐρωτημάτων στὴ μεγαλύτερή τους ἔνταση. Κι ἔτσι σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ ὁ ἀσθενὴς χρειάζεται ἀπὸ μᾶς κυρίως ἐλπίδα, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τέτοια ἀποθέματα νὰ προσφέρουμε.
(γ) Αὐτὰ ὅλα ἐπιτείνονται ἀπὸ τὸ ὅ,τι ἡ κατάρρευση τοῦ ἀσθενοῦς εἶναι γενικευμένη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μαζὶ μὲ τό σῶμα καταρρέει καὶ ἡ ψυχή, ποὺ εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένη μαζί του. Ἔτσι, σταδιακὰ μαζὶ μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀποδυ-νάμωση τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ διασαλεύονται οἱ ψυχικὲς ἐκδηλώσεις καὶ λειτουρ¬γίες. Ὁ ἀσθενὴς πέφτει γενικά. Ἀποδυναμώνεται τό σῶμα του ἀπομειώ¬νονται οἱ ἐλπίδες του, ξεφτίζει ψυχικά, ἐνδεχομένως καταρρέει καί πνευματικά.
Καί ὄχι μόνον αὐτό. Μαζί μέ τόν ἀσθενῆ πού βρίσκεται σέ αὐτήν τήν κατά-σταση, δοκιμάζονται καί οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποτελοῦν τό ἄμεσο περιβάλλον του πού μπροστά του μέν συγκρα¬τοῦ¬νται, στὴν οὐσία ὅμως καὶ αὐτοὶ ἀδυνατοῦν νὰ ξεπερά-σουν τὸ δικό τους πρό¬βλημα, μὲ ἀποτέλεσμα πολὺ συχνὰ νὰ ἀναπτύσσουν ἕναν ἰδιόμορφο διάλογο μὲ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ ἐμφανίζουν μία τάση νὰ ἀποσυρθοῦν. Ἡ κατάρρευση λοιπὸν εἶναι σωματική, ψυχική, πνευματικὴ καὶ συμπερι¬λαμβάνει καὶ τὸ περιβάλλον.
Ὅλα αὐτά, δηλαδὴ ἡ ἐγγύτητα καὶ ἡ βεβαιότητα τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου, ὁ γενικευμένος χαρακτήρας τῆς δοκιμασίας καὶ ἡ συνολικὴ ἀπώλεια τῶν ἐλπίδων ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταδεικνύουν τὴν δυσκολία τῆς διακονίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σαφῶς ὁδηγοῦν στὴν ἀνάγκη στροφῆς τῶν ἐλπίδων μας ἀπὸ τὴ θεραπεία σὲ ἄλλη κατεύθυνση.
(δ) Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ραγδαίας καὶ ὑπερ¬βολικῆς ἔκπτωσης τῶν δυνά-μεων, φυσικῶν καὶ ψυχικῶν, δημιουργεῖ μιά σύγκρουση αἰσθη¬μάτων ὄχι μόνον στόν ἴδιο, ἀλλὰ καί στό περιβάλλον του, περιορίζοντας¬ αἰσθη¬τά τὰ περιθώρια συμ-παράστασης. Ἔτσι ἀντιπαλεύουν ἡ ἀνάγκη νά μήν πονάει καί ἡ ἐπιθυμία νά ζήσει. Ὁ θάνατος, ἐνῶ εἶναι ἀποτρόπαιος, ἐμφανίζεται ὡς ἡ μόνη ἀνακουφιστικὴ καὶ λυτρω-τικὴ λύση. Ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ «κρεῖσσόν με ἀποθανεῖν» (Α΄ Μακ. γ΄ 59), καλύτερα νά φύγω, ἀποτελεῖ συχνὰ κραυγὴ ἀνάγκης. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ τέλους, γιατί δέν ἀντέ-χεται τό παρόν, ἀντικαθιστᾶ τὸν φυσικὸ καὶ διαχρονικὸ φόβο του.
Πολλές φορές αὐτό τὸ κυρίαρχο συγκρουσιακό δίλημμα ὑπάρχει καί στό περιβάλλον τοῦ ἀσθενοῦς ποὺ παλινδρομεῖ μεταξὺ εὐθύνης καὶ ἀγάπης. Ἀρχίζει κανεὶς νά μήν θέλει τόν ἄνθρωπό του νά ὑποφέρει τόσο καί νά ἐπιλέγει τήν ὥς τότε ἀδύ¬νατον καί νά τήν σκεφθεῖ ἤ νά τήν ὑποψιαστεῖ ἀκόμη ἰδέα τοῦ τέλους του, προ-κει¬μένου νά ἀνακουφιστεῖ. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον ἀντὶ πλέον νὰ ἐκφράζεται ὡς πόθος παράτασης τῆς ζωῆς του, ἐκφράζεται ὡς ἐπιθυμία διακοπῆς της. Αὐτὸ γεννάει πειρα¬σμούς εὐθανασιακῶν ἐπιλογῶν, βγάζει αἰσθήματα ἐνοχῶν -μήπως δέν τόν ἀγαπῶ- ἤ ἀκόμη ἀναδεικνύει διλήμματα ὡς πρός τό κατά πόσον θά πρέπει νά εἴμαστε ἐπιθετικοί στὴν ἰατρικὴ ἀγωγή, προκειμένου νὰ παρατείνουμε τὴ ζωὴ ἤ ἐνδεχομένως πιό ἐλαστικοί γιά νά περιορίσουμε τά βασανιστικά στοιχεῖα τοῦ πόνου καί τῆς δυσκο¬λίας τοῦ ἀνθρώπου πού ἀναχωρεῖ.
(ε) Δίπλα σὲ ὅλα αὐτά, ἡ ὅλη κατάσταση ἀρχίζει νὰ ἀναδίδει πολύ ἔντονα στοι¬χεῖα ἀμοιβαίας λύπης. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχουμε μπροστά μας, ὁ δικός μας ἄνθρωπος, αὐτός πού τόν ἀγκαλιάσαμε, πού τόν φιλήσαμε, πού τόν γνωρίσαμε, ποὺ μοιρασθήκαμε τὴ ζωή, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος παραμορφώνεται κατὰ τὴν εἰκόνα του, ἀλλοι¬ώνεται τὸ βλέμμα του, γίνεται μὴ ἀναγνωρίσιμος, διαφορετικὸς ἀπ’ ὅ,τι τὸν ξέραμε. Δέν τόν συνηθίσαμε ἔτσι, δέν θά θέλαμε νά εἶναι ἔτσι καί δέν μποροῦμε νά τόν ἀντικρύζουμε ἔτσι. Αὐτὸ γεννᾶ μιά τεράστια λύπη, τὴ λύπη τῆς ἀλλοιώσεως τῆς εἰκόνας του, ἡ ὁποία ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν λύπη γιὰ τὸν πόνο του καὶ ἀκόμη περισ-σότερο ἀπὸ τὴ λύπη τοῦ ἐπικείμενου χωρισμοῦ. Παρὰ ταῦτα ἡ λύπη αὐτὴ διακρίνεται καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀσθενοῦς, ἔστω καί ἐάν προοδευτικά ἡ ἀντίληψη καὶ ἡ συνεί¬δησή του γίνονται ἀβαθεῖς. Ἡ διαπίστωση τῆς λύπης τοῦ ἑνὸς ἐπιτείνει τὴ λύπη τοῦ ἄλλου.
(στ) Αὐτὴ ἡ λύπη συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἕναν καταιγισμό πρωτόγνωρων φό-βων, μὲ ἐσωτερική ἀνασφάλεια, αἰσθήματα ἀποστροφῆς, σύγχυσης κ.λπ. ποὺ προ-ξενοῦν ὅρους ἀλλοιωμένης συμπεριφορᾶς. Ἀγαποῦμε τὸν ἄνθρωπό μας, θέλουμε νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε, νὰ μείνουμε γιὰ λίγο ἀκόμα μαζί του, ταυτόχρονα ὅμως ἀντίρ-ροπες δυνάμεις μᾶς ὠθοῦν σὲ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴ δραματικὴ ἐμπειρία τῆς συνά-ντησης. Τί νὰ τοῦ ποῦμε; Δὲν ἀντέχουμε νὰ τὸν ἀντικρύσουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ τοῦ προσ¬φέ¬ρουμε κάτι. Καὶ ἡ πρόκληση τοῦ νά μήν εἴμαστε εἰλικρινεῖς μπροστά του εἶναι ἐπίσης μεγάλη. Ἀλλὰ καὶ ο ἀσθενὴς γιὰ τοὺς δικούς του λόγους μπορεῖ νά μήν μᾶς λέει τήν ἀλήθεια ἤ νά μήν εἶναι διαφανής. Ὅταν λοιπὸν ἡ σχέση μας χαρακτηριζόταν ἀπὸ μία ἀμοιβαία διαφάνεια, τώρα διαμορφώνονται ὅροι ἐπικοι-νωνίας ἀρκετὰ ἀμφι¬λεγόμενοι καὶ συνειδησιακὰ προβληματικοί.
(ζ) Θὰ ἤθελα νὰ κλείσω μὲ ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικό. Εἶναι ὁ χωρισμός. Ὅταν μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μιὰ συμπόρευση μὲ ἕναν ἄνθρωπο τόσο βίαια καὶ ἐπώδυνα διακόπτεται, ὅταν διαρρηγνύεται ἡ εὐλογία τῆς συζυγίας ἢ ὁ δεσμὸς τῆς μητρότητος ἢ ἡ σχέση τῆς πατρότητος αὐτὸ πολὺ δύσκολα ἀντέχεται. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα ποιός εἶναι ἕτοιμος νὰ ζήσει χωρὶς τὸ παιδί του ἢ νὰ φύγει μετὰ ἀπὸ αὐτό; Δὲν μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε. Καταρρέουμε.
Ἡ ἔννοια τοῦ χωρισμοῦ εἶναι μιά ἐξαιρετικά ἐπώδυνη ἐμπειρία τήν ὁποία καί καλό εἶναι μέσα μας νά τὴν ἀναλύσουμε σέ διάφορα ἐπίπεδα σχέσεων προκειμένου νὰ μπορέσουμε κάπως νά τήν πλησιάσουμε. Ἄλλος εἶναι ὁ χωρισμός, ὁ θάνατος μιᾶς κοπέλας εἴκοσι χρονῶν, ἄλλος εἶναι ἑνός βρέφους πού μόλις γεννήθηκε δύο μηνῶν, ἄλλος εἶναι ὁ θάνατος μιᾶς γερόντισσας ἐνενήντα χρονῶν, ἄλλο εἶναι ἡ διακοπὴ μιᾶς πολὺ ἁρμονικῆς συζυγίας, ἄλλος ὁ χωρισμός μιᾶς φοβερά συναισθηματικῆς συμβιώ-σεως, ἄλλος ὁ χωρισμός ἑνός ζευγαριοῦ πού διαρκῶς εἶχαν τριβές μεταξύ τους ἀλλά δέν ἀπετόλμησαν τὸ διαζύγιο κ.ο.κ. Μπορεῖ καὶ οἱ τελευταῖοι νὰ ἀγαπηθοῦν στὸ τέλος ὅσο δὲν κατάφεραν σὲ ὅλη τους τὴ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴν ἀντέχουν τὸν χωρισμό τους. Ὁ χωρισμός εἶναι μιά ἰδιώνυμη κατάσταση γιά τόν κάθε ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν ξεσχίζει ὑπαρξιακά, τοῦ κλονίζει τήν ὕπαρξη, τοῦ ἀλλοιώνει τήν ὑπόσταση.

Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
Ὅλα αὐτὰ προσδιορίζουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φύση τῆς ὑπαρκτῆς ἀνάγκης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν χαρακτήρα μιᾶς ὑποστη¬ρικτικῆς ὁμάδας, τὰ μέλη τῆς ὁποίας διακατέ-χονται ἀπὸ μία λογική ἐντελῶς ἀντί¬στροφης κατεύθυνσης. Ὄχι ἁπλῶς δέν θέλουν νά ἀποσυρθοῦν, ἀλλά βλέπουν τή ζωή τους νά καταξιώνεται μέσα ἀπό μιά τέτοια δυνα-μική οὐσιαστικῆς παρουσίας καὶ συμμετοχῆς στό πρόβλημα. Αὐτὸ βέβαια προϋποθέτει ὅτι ἀντικρύζουν τὸν θάνατο ὄχι ὡς τέλος, τὴ δοκιμασία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι χωρὶς σκοπὸ καὶ λόγο καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀσθενῆ ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ προοπτικὴ ὁμοιώσεως μὲ Αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀντλήσει κανεὶς ἐσωτερικὴ ἐλπίδα ὥστε νὰ μπορέσει νὰ τὴ μεταδώσει, νὰ ἀποκτήσει δύναμη γιὰ νὰ ἀντέξει, νὰ βρεῖ νόημα στὸν βιολογικὸ θάνατο ὥστε νὰ τὸν μεταμορ¬φώσει ἀπὸ τέλος σὲ μετάβαση καὶ συνέχεια. Ὅπως ἀντιλαμβάνεται κανείς, αὐτό εἶναι κάτι πολύ μεγάλο. Δέν πληρώνεται, δέν ἀνταμείβεται, δέν ἀπαιτεῖται, δέν προκα¬λεῖται, ἀλλά ἀπό μόνο του γεννᾶται σέ ὅσους ἔχουν τὸ ἐσωτερικὸ ἀπόθεμα πίστεως ὅπως τὴν περιγράψαμε καὶ ἀγάπης.
Ἐὰν ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ ὡς προϋποθέσεις, τότε ἡ ἐπιστηρικτικὴ ἀποστολὴ τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου ἔχει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά:
(α) Διάθεση θυσίας καί προσφορᾶς, ὑπομονῆς καὶ ἀντοχῆς, ἀνεκτικότητας καὶ συγχω¬ρητικότητας. Ὁ ἀσθενὴς εἶναι σέ δύσκολη κατάσταση. Δικαιοῦται νὰ δυσ¬τρο¬πεῖ, νὰ ἐκνευρίζεται, νὰ θυμώνει, νὰ μὴν εὐχαριστεῖ, νὰ διαμαρτύρεται, νὰ ἀντι¬μιλάει, νὰ ὀλιγοπιστεῖ, νὰ γογγύζει. Αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν ἀγκαλιάσουμε ὅπως εἶναι. Αὐτὸ δὲν γίνεται ἂν εἶσαι «ἐπαγγελματίας ὑγείας» οὔτε ἂν αἰσθά¬νεσαι ὡς μισθωτός. Αὐτὸ γιὰ νὰ γίνει πρέπει νὰ εἶσαι ἐθελοντὴς στὸ φρόνημα καὶ λειτουργὸς στὴ συμπε¬ριφορά. Αὐτὸ γίνεται μόνο μὲ διάθεση θυσίας, τὴν ὁποία ὅμως ὅταν τὴν κάνεις δὲν τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι. Γίνεται ὄχι ὡς πράξη προσφορᾶς ἀλλὰ ὡς κίνηση αὐτο¬προσ¬φορᾶς.
Ἐπίσης, ἡ διακονία αὐτὴ δέν γίνεται ἄν σκέπτεται κανείς πολύ τόν ἑαυτό του. Πρέπει νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη ἤ ἀπό τήν λύπηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπὸ τό δικαίωμά του εἴτε τὸ νομικὸ εἴτε τὸ ἠθικὸ εἴτε τὸ λογικό.
(β) Ὅσον ἀφορᾶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κανεὶς προσφέρεται καὶ διακονεῖ, αὐτὸ δὲν γίνεται ὅπως ὁ ἀσθενής ἤ οἱ συγγενεῖς κάτω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες τους ἀπαιτοῦν, ἀλλά σύμφωνα μὲ τὴν πραγματική τους ἀνάγκη, τὴν ὁποία συχνὰ οἱ ἴδιοι ἀγνοοῦν. Ὅπως μὲ τὸν φυσικὸ πόνο ὁ γιατρὸς γνωρίζει καλύτερα τὴν αἰτία του, ἔτσι καὶ μὲ τὸν πνευματικό, ὁ πνευματικὸς συμπαραστάτης καλεῖται νά αἰσθανθεῖ τήν ἀνάγκη τοῦ ἀσθενοῦς ἀκόμη καλύτερα καί ἀπό τόν ἴδιο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὶς ψυχικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀνάγκες του. Ὀφείλουμε νὰ τὶς ἀνιχνεύσουμε πρὶν ὁ ἀσθενὴς ταπεινωθεῖ καὶ ζητήσει. Εἶναι χρέος μας νά τοῦ προστατεύσουμε τήν ἀξιοπρέπεια.
Ἡ λεπτότητα καὶ εὐγένεια ἀποτελοῦν ἀπαράβατο ὅρο πνευματικῆς συμπα-ράστασης. Ὁ πνευματικὸς συμπαραστάτης δὲν κάνει τὴν καλή του πράξη, οὔτε βοη-θάει γιὰ νὰ νοιώσει καλά, ἀλλὰ ἀνακουφίζει κενωτικά. Ἀνάλαφρος ὁ ἴδιος ἀπὸ προσω¬πικὲς δεσμεύσεις καὶ μικροεγωισμούς, μὲ ὄχημα τὴν ἀγάπη καὶ μὲ γνώμονα τὸν σεβασμό, πολύ εὐγενικά καί διακριτικά εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ τῆς ψυχῆς τοῦ πάσχοντος, αἰσθάνεται τὸ μυστικό του, ἀγκαλιάζει τὴν ἀνάγκη του καὶ καταθέτει εἴτε μὲ λόγο εἴτε μὲ κινήσεις εἴτε μὲ συγκεκριμένες πράξεις τὸ ἀπόθεμα τῆς ἐλπίδας καὶ ἀγάπης του.
(γ) Ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτο χαρακτηριστικὸ στὴν ἐπιστηρικτικὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου. Εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ παντελὴς ἐλευθερία ἀπὸ κάποιο ἀνταπόδομα. Ἡ προσφορὰ αὐτὴ δὲν ἔχει συναλλαγή, δὲν μπαίνει σὲ ζυγαριά δοῦναι καί λαβεῖν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δέν περιμένω κάτι. Δέν αἰσθάνομαι ὅτι κάποιος μοῦ χρωστάει. Οὔτε λίγη εὐγνωμοσύνη οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ. Ὁ ἀσθενὴς ἢ καὶ οἱ συγγενεῖς μπορεῖ νά ἐκφράσουν τήν γκρίνια τους, τόν γογγυσμό τους, τήν ἀγανάκτησή τους, τό θυμό τους, τὴν ἀχαριστία τους. Περνοῦν τό βάσανό τους, δέν ξέρουν τί τούς φταίει καί εἶναι δυνατὸν νὰ ξεσπάσουν ἐπάνω μας. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἕνας εὔκολος ἀσθενής πού εὔχεται καὶ εὐγνωμονεῖ, καί ἄλλο ἕνας ποὺ διαμαρτύρεται καὶ ἐνῶ προσπαθεῖς νά τὸν βοη¬θήσεις, σοῦ φέρεται ἄκομψα. Ἀνιδιοτελὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν περιμένει ἀντα¬πόδομα, ἀναγνώριση, κατανόηση, εὐγνωμοσύνη, εὐγένεια κ.ο.κ.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μιά πολύ λεπτή ἐσωτερική ἐλευ-θερία, ἀρκετά ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. Ἐδῶ τὸ ἀναφέρουμε, ὄχι κατ’ ἀνάγκην γιὰ νὰ τὸ κατορθώσουμε στὴ ζωή μας, ὅσο γιὰ νά ὁρίσει τό φρόνημά μας, γιὰ νὰ φωτογρα¬φί-ζεται ἐπάνω του ἡ κάθε μας στιγμή καί ἡ κάθε ἐνέργειά μας.
Ὅταν κανεὶς προσφέρεται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος, τότε γεμίζει. Καθὼς μοιράζει τόν χρόνο του, τή γνώση του, τή διάθεσή του, τό πρόγραμμά του, τήν ἄνεσή του, πλη-ροῦται καὶ ἀναγεννᾶται ὁ ἴδιος.
(δ) Θὰ κλείσω μὲ ἕνα τέταρτο τό ὁποῖο εἶναι πιό βαθύ. Καί αὐτό ἔχει νά κάνει μέ ἕνα ἐσωτερικό σθένος, τό ὁποῖο ἔχει δύο ἄξονες ἤ μᾶλλον δύο θεμέλια πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται.
Τό ἕνα εἶναι τό θεμέλιο τῆς προσφερόμενης ἀγάπης καί τό ἄλλο εἶναι ἡ πίστη. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἀγάπη ἐννοοῦμε κενωτικοῦ καί ὄχι κτητικοῦ χαρακτῆρα. Μιὰ ἀγάπη ποὺ δὲν τὴν κάνω γιά μένα ἢ ἐπειδὴ ἀπὸ μόνη της ἀνταμείβει ἤ γιατὶ προκαλεῖ τὴν εὐμένεια τοῦ ἄλλου ἢ γιατὶ καλύπτει τό δικό μου κοινωνικό ἢ ψυχολογικὸ κενό. Ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη κενωτική, ἀνιδιοτελῆ. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ἡ ἄσκηση της συνδυάζεται μὲ ἄδεια¬σμα ἀπὸ ἑαυτό καὶ ἀπὸ ἐγωισμό. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ἀντικαθιστᾶ τὸ ἐγώ μου ἀπὸ τὸν ἄλλον, ποὺ βάζει στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μου τὸν πάσχοντα ὡς ἀδελφό μου, ὡς τὸν καλὸ ἑαυτό μου. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ὁδη¬γεῖ σὲ περιχώρηση ζωῆς, σὲ κοινωνία προσώπων.
Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι ἀρκετό. Ἂν δὲν ὑπάρχει πίστη, δὲν ὑπερβαίνεται οὔτε ὁ χωρισμὸς οὔτε τὸ ὁριστικὸ τέλος. Ἡ πίστη στὸν Θεό, στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν αἰώνιο προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου κάνει τὸν χωρισμὸ προσωρινὸ καὶ μεταμορφώνει τὸν θάνατο ἀπὸ τέλος σὲ πέρασμα, ἀπὸ ἀπόλυτο σκοτάδι σὲ μυστικὸ φῶς, ἀπὸ ἄγνωστο σὲ ποθούμενο, σὲ οἰκεία κατάσταση: «ποθει¬νὴν πατρίδα παράσχου μοι...» Παίρνει τὸν πόνο καὶ τὸν γλυκαίνει μὲ ἐλπίδα. Ἀγκαλιάζει τὸν φυσικὸ ἄνθρωπο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ δίνει προοπτική ἀφθαρσίας. Στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς ποὺ ἡ πίστη δοκιμά¬ζεται, ποὺ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πὼς βρίσκεται μέσα σέ μιά ἄβυσσο μεταφυσικῶν ἀποριῶν ἤ ἀναγκῶν ἤ θυμοῦ ἤ συγ¬χύσεως, ποὺ δέν καταλαβαίνει γιατί τοῦ συμβαί¬νουν αὐτά τά πράγματα, ποὺ δέν μπορεῖ νά τά δικαιολογήσει γιατί συμβαίνουν σ’ αὐτὸν καὶ ὄχι στόν διπλανό του ἤ γιατί συμβαίνουν σ΄αὐτόν τόν κόσμο στόν ὁποῖο τελικά βρέθηκε, καί ποῦ πηγαίνει, σὲ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ποὺ τὰ αἰσθήματα τοῦ χωρισμοῦ καὶ τοῦ τέλους πνίγουν τὴν ἀνάσα τῆς ψυχῆς, ἡ ἀγάπη -ποὺ εἶναι τόσο μεγάλη- δείχνει πιὸ ἀδύναμη ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὴ βρίσκεται σὲ σπερματικὴ μορφή. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς πίστης εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τῆς ἀγάπης μας.
Ὁ πνευματικὸς λειτουργὸς μπορεῖ αὐτὴν τὴν σπερματικὴ πίστη νὰ τὴ ζωντα-νέψει, νὰ τὴν ἐνισχύσει, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή. Καὶ μάλιστα καὶ χωρὶς λόγια. Ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νὰ τὴν φιλοξενεῖ μέσα του.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ
Τὸ ἐρώτημα ποὺ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀνακύπτει εἶναι βέβαια πῶς γίνεται ἡ δια-χείριση τοῦ ἐσωτερικοῦ περιεχομένου τοῦ ἀνθρώπου στίς πολύ δύσκολες αὐτές τελευταῖες στιγμές.
(α) Τό πρῶτο πρᾶγμα πού χρειάζεται εἶναι ἡ κατανόηση. Νά μπορέσει λίγο νά γίνει ἀναλυτικός κανείς μέσα του γιά νά μπεῖ στή θέση τοῦ ἄλλου. Νά φύγει ἀπό τή θέση αὐτοῦ ὁ ὁποῖος βοηθεῖ αὐτόν πού βρίσκεται σέ ἀνάγκη καί νά μπεῖ στή θέση αὐτοῦ ὁ ὁποῖος περιχωρεῖ στήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου. Νά καταλάβει δηλαδή πὼς εἶναι πολύ δικαιολογημένος ἕνας ἄνθρωπος μέ τέτοια δυσφορία, μέ καταρρέουσες τίς ἐσωτερικές του ἄμυνες, νά γογγίσει, νά διαμαρτυρηθεῖ, νά γίνει ἀπαιτητικός, νά εἶναι ἀγενής, νά ἔχει εἴτε ἔκπτωση τοῦ συναισθήματος εἴτε ἔκρηξη τῶν συναισθηματικῶν ἐκδηλώσεων καί εὐαισθησία, νά ἐπιζητεῖ τόν θάνατο, νά ἀμφισβητεῖ τά πάντα. Πρέπει νά μπορέσει κανείς νά μπεῖ πρῶτον στήν κατάσταση καί δεύτερον στήν ἰδιομορφία τοῦ προσώπου τοῦ ἀνθρώπου τόν ὁποῖο διακονεῖ.
Ἐπίσης, νά καταλάβει ὅτι ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος μεγαλώνει μέ ἐγωισμούς πού δέν ὑπῆρχαν σέ ἄλλες ἐποχές, μέ ὀρθολογισμούς, μὲ ἀπαιτήσεις γιά ἀπαντήσεις, ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις. Σήμερα ἔχουμε μεγάλη δύναμη ἀλλά πολύ περιορισμένες ἀντοχές. Εἴμαστε ἄνθρωποι μέ πολλά θελήματα, ἀλλά μέ πολύ ἀπο-δυναμωμένη θέληση. Ἡ πίστη καὶ ὅταν ὑπάρχει εἶναι ὑποβαθμισμένη σὲ ποιότητα, μολυσμένη ἀπὸ τὸ μικρόβιο τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Ὅταν λοιπόν πλησιάσουμε ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, τό πρῶτο πρᾶγμα πού ἔχουμε νά κάνουμε εἶναι νά τόν ἀγκαλιάσουμε μέ τόν σεβα¬σμό καί τήν κατανόησή μας γι΄αὐτό πού ὄντως εἶναι καί ὄχι αὐτό πού θά θέλαμε ἐμεῖς νά ἦταν.
(β) Ἕνα δεύτερο πρᾶγμα, εἶναι τό ἰσοζύγιο τοῦ λόγου καί τῆς σιωπῆς. Ὅταν βρεθοῦμε στό πλευρὸ ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ σβήνει, συχνὰ αἰσθανόμαστε μιά ἀνάγκη νά τόν πλησιάσουμε μέ πολλά λόγια εἴτε γιὰ νὰ ξεχασθεῖ εἴτε γιὰ νὰ παρη-γορηθεῖ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι σωστό. Ἡ πιό μικρή ἐπιστολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ ἐπιστολή πρός πενθοῦντα πατέρα, τρισήμισυ μόλις σειρές. Λέει ἐκεῖ ὁ ἅγιος ὅτι ἡ ψυχή τοῦ πονεμένου πατέρα εἶναι τόσο εὐαίσθητη σάν τό μάτι. Καί πούπουλο νά τοῦ βάλεις θά ἐρεθισθεῖ. Γι΄αὐτό καὶ δέν τοῦ λέει τίποτα καὶ ἀποφεύγει νὰ ἀπαντήσει στὸν καταιγισμό τῶν ἐρωτημάτων πού ἐκφράζουν τήν ἐσωτερική του ἀναστάτωση. Οὔτε οἱ συμβουλές, οὔτε τὰ ψευτο¬παρηγορητικὰ λόγια βοηθοῦν στὶς στιγμὲς αὐτές.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι πλευρά, ἕνας ἀληθινὸς λόγος στὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὴν σκέψη φωτίζει καὶ λειτουργεῖ σὰν βάλσαμο στὴν ψυχή. Ὅπως ἐπίσης θὰ μπο-ροῦσε νὰ βοηθήσει καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς σιωπή, ἕνα δάκρυ, ἕνα χάδι. Μπορεῖ νά μήν ἀπαντήσουμε σέ καμμιά ἐρώτηση ὑπαρξιακῆς ἐντάσεως, ὅσο πιεστικὴ καὶ ἂν εἶναι, καὶ νὰ πιάσουμε τὸ χέρι ἢ νὰ ρωτήσουμε γιὰ κάποια πρακτικὴ ἀνάγκη. Αὐτό εἶναι σεβασμός καί λέει πολύ περισσότερα. Αὐτό θέλει σοφία γιὰ νά τό κάνει κανείς.
Θυμοῦμαι μία σχετικὰ νέα κυρία, ἡ ὁποία ἦταν καθηγήτρια τῆς Ἰατρικῆς καὶ πολιτικὸ πρόσωπο. Τή γνώριζα ὄχι πολὺ καλά, ὡς ἕναν ἀθλητικό τύπο, γεμᾶτο ζωντάνια. Προσβλήθηκε ἀπό ἐπιθετικὸ καρκῖνο. Λίγο πρὶν πεθάνει δέχθηκα ἕνα τηλε-φώνημα ἀπὸ τὸν ἄνδρα της νὰ τὴν ἐπισκεφθῶ, διότι, ὅπως μοῦ εἶπε, ἔφευγε καὶ ἔπρεπε νὰ βιαστῶ. Πῆγα λοιπόν καί τήν εἶδα ἐντελῶς ἀλλοιωμένη στὴν ὄψη, μή ἀναγνωρίσιμη, στό κρεβάτι, μέ μία εἰκόνα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης στὰ χέρια. Ἦταν τελικά ἡ παραμονή τοῦ θανάτου της. Μοῦ εἶπε:
- Ἕνα πρᾶγμα ἤθελα καί συγγνώμην πού σὲ ἔβαλα σὲ κόπο. Δέν θέλω νά μοῦ πεῖς ὅτι θά γίνω καλά. Δέν θέλω νά μοῦ διαβάσεις μιά εὐχή γιά νά γίνω καλά. Ἕνα πρᾶγμα θέλω∙ νά μέ συνοδεύει ἡ εὐχή σου στήν αἰώνια πορεία καί στό αἰώνιο ταξείδι μου.
- Μά, τῆς λέω: δέν σᾶς ἤξερα ἔτσι. Μοῦ ἀπαντάει:
- Φεύγω πολύ χαρούμενη, ὄχι βλέποντας πίσω τήν ζωή μου, τό πῶς πέρα¬σα, πού ὄντως ἧταν ὄμορφη καί εὐλο¬γημένη, ἀλλά βλέποντας κυρίως τήν προοπτική μου.
- Τί θὰ θέλατε ἀπό μένα; Ρωτῶ.
- Μιά εὐχή νά μοῦ διαβάσεις καί νά πεῖς στόν ἄντρα μου ὅτι φεύγω πολύ εὐτυχισμένη. Καὶ κάτι ἄλλο∙ νὰ τοῦ πεῖς καὶ δύο λέξεις. Δυσκολεύεται νὰ πιστέψει.
Ὁ πειρασμός νά ἀρχίσω ἐγώ νά τῆς κάνω ἕνα ἐκκλησιαστικοῦ τύπου κήρυγμα γιὰ νὰ τὴν στηρίξω, ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὸν ἑαυτό μου, ἦταν ὁρατός. Τὸ ἴδιο καὶ στὸν ἄνδρα. Ἔστω καὶ ἂν μοῦ τὸ εἶχε ἡ ἴδια ζητήσει. Αὐτὸς μόνο βγῆκε ἔξω καὶ κάπνιζε.
Δίστασα νὰ πάρω τὸ ρίσκο καὶ σιώπησα. Δέν εἶπα τίποτα. Ἐξ ἄλλου αὐτή μέ κάλεσε γιά νὰ ὠφεληθῶ ἐγώ -ἔτσι αἰσθάνθηκα- δέν μέ κάλεσε γιά νὰ στηριχθεῖ ἐκεί-νη. Μοῦ ἔδωσε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα μποροῦσα ἐγὼ νὰ τῆς προσφέρω. Ἔτσι μέχρι σήμερα πιστεύω. Τί νὰ κάνω; νά ἀρχίσω νά τῆς λέω θρησκευτικά πράγματα περὶ πίστεως καὶ Θεοῦ; Δὲν τὰ χρεια¬ζότανε. Τὰ εἶχε ὅλα μέσα της. Οὔτε ὅμως καὶ στὸν σύζυγό της. Αὐτὸς δὲν εἶχε κουράγιο νὰ ἀκούσει. Πολλὲς φορὲς ἡ σιωπὴ πιστοποιεῖ τὴν ἀνιδιοτέλεια τῆς ἀγάπης μας. Καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ!
Κι ἔτσι ἔφυγε, κάτω ἀπό πολύ δύσκολες συνθῆκες. Αὐτή εἶναι ἡ περίπτωση ἐνός ἀνθρώπου πού ἔχει μέσα του φυσικά ἀποθέματα πίστεως καί μέ κάποιο τρόπο στή δύσκολη στιγμή του τοῦ βγαίνουν.
Θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἕνας ἄλλος πού νά εἶναι τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Αὐτὸς θὰ ἀπαιτοῦσε ἄλλο χειρισμό. Συνεπῶς δέν ὑπάρχει πρωτόκολλο συμπεριφορᾶς, ἀλλά ὑπάρχει ἕνα ἄρθρο σέ ἕνα πρωτόκολλο σεβασμοῦ τό ὁποῖο ἐπιβάλλει τὴν ἰσορροπία λόγου καί σιωπῆς. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβιάζουμε.
(γ) Δίπλα σὲ αὐτὰ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφερεθεῖ στὴ φροντίδα γιά τὶς καθη¬μερινὲς πρακτικὲς ἀνάγκες, στὸν τρόπο, στὴν ἐπιμέλεια, στὴ διάθεση, στὸν χρόνο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐπιτελεῖται ἡ ὅλη διακονία. Ἐπίσης, ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς καλωσύνης. Ἡ καλωσύνη εἶναι κάτι πολύ ἀνθρώπινο, πολύ ἱερό, πολύ ζεστό καί πολύ ἐνισχυτικό καί ἀναγκαῖο. Θά πρέπει δηλαδή οἱ ἄνθρωποι τούς ὁποίους ἀγκαλιάζουμε, νά αἰσθανθοῦν ὅτι μᾶς εἶναι καί ἀγαπητοί καί ἐπιθυμητοί καί πολύτιμοι.
Μᾶς εἶναι ἀγαπητοί ἔστω καί ἐάν εἶναι σέ μιά τόσο δύσκολη θέση πού ἀπαιτεῖ γιά μᾶς θυσία. Μᾶς εἶναι ἐπιθυμητοί ἔστω καί ἐάν εἶναι δύστροποι, προκλητικοί, ἀχάριστοι καμμιά φορά. Καί μᾶς εἶναι πολύτιμοι ἔστω καί ἐάν δέν μποροῦν νά προσφέρουν τίποτα στήν λογική τῆς προσφορᾶς, ὅπως τήν ἐννοοῦν οἱ σύγχρονες κοινωνίες μας. Ὅταν αὐτό τό νοιώσει ὁ πάσχων καί ὅταν βγεῖ ἀπό μᾶς ἡ διακονία μας κυρίως ὡς εὐγνωμοσύνη γιά τήν εὐκαιρία πού μᾶς δίνεται, τότε αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε νὰ προσφέρουμε.
(δ) Θά κλείσω μὲ ἕνα τέταρτο στοιχεῖο τό ὁποῖο εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό. Εἶναι ὅτι ἡ προσπάθεια σὲ αὐτὴν τὴν διακονία ἐπιτελεῖται κατ’ ἀνάγκην ὁλιστικὰ καὶ συλ¬λογικά. Ὁλιστικὰ σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἀσθενὴς ἀντιμετωπίζεται στὸ σύνολό του, δηλα¬δὴ φυσικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πνευματικὰ καὶ σὲ συνάρτηση μὲ τὸ περι¬βάλλον, τὴν ἱστορία καὶ τὰ δεδομένα του. Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ χρειάζεται ὁ για-τρός, ὁ νο¬σηλευτής, ὁ ψυχολόγος, ὁ κοινωνικός λειτουρ¬γός, ὁ φυ¬σικοθεραπευτής, ὁ ἐθελο¬ντής, ὁ ἱερέας, ὅλοι. Ἔτσι ἀγκαλιά¬ζου¬με τόν ἄνθρωπο ὅλοι καί ὅλον.
Συλ¬λογική προσπάθεια σημαίνει ὄχι μόνον ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ συναπαρτίζουν τὴν ὁμάδα συνυ¬πηρε¬τοῦν συμπληρωματικῶς, ἀλλά καὶ ὅτι εἶναι συνδυασμένοι μεταξύ τους καὶ συντο¬νισμένοι, μὲ ἀμοιβαῖο σεβασμό, χωρὶς προσωπικὲς διαφορές, χωρὶς ἀτο¬μικὲς ὑπερ¬βολές. Εἶναι τόσο λεπτοὶ οἱ χειρισμοί, τόσο εὐαίσθητες οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώ¬πων, τόσο μεγάλες οἱ δυσκολίες, ποὺ καὶ οἱ μικρότερες διαταραχὲς στὴ δια¬κονία μεγεθύνονται. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦμε ὡς ὁμάδα καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν μελῶν ἔχει εἰρηνεύσει μέ τούς λογισμούς του, εἶναι ἰσορροπημένος μέ τόν ἑαυτό του, μέ τό καθημερινό καί τό εὐρύτερο περιβάλλον του. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σοβα¬ρότερες προϋποθέσεις ἐπιτέλεσης τῆς ἀνακουφιστικῆς ἀποστολῆς. Μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργεῖ ἐναρμονισμένα ἡ ὁμάδα καὶ ὁ καθένας νά συμβάλλει μέ τό δικό του χάρισμα καί τίς δικές του δυνατότητες, ὥστε νὰ προκύψει ἕνα ἁρμονικό ἀποτέλεσμα, τό ὁποῖο πραγματικά νὰ μεταγγίζει δύναμη καὶ ἐλπίδα καὶ νά ἀποπνέει σιγουριὰ καὶ ἔμπνευση.
Αὐτὰ γιὰ νὰ γίνουν ἀπαιτοῦν ἐξειδικευμένη γνώση, διαρκῆ ἐκπαίδευση καὶ δυνατότητα ἀνανέωσης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ὅλα ὅσα προαναφέρθηκαν οὔτε εὔκολα εἶναι οὔτε ἀσφαλῶς ἐξαντλοῦν τὴν πραγματικὴ εἰκόνα ποὺ συνθέτει, ποὺ φέρνει μαζί, τὴν μεγάλη ἀνάγκη μὲ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀπο¬στολή. Ἡ ἀνακουφιστικὴ φροντίδα, ἰδίως στὸ ἐπίπεδο τῆς στήριξης, εἶναι ἕνα ἄθλημα προσωπικῆς αὐθυπέρβασης καὶ ἀμοιβαίας κοινωνίας, τὸ ὁποῖο ἐπιτελεῖται σὲ τρεῖς βαθμίδες. Ἀρχικὰ συμ-παριστάμεθα στὸν ἀσθενῆ, δηλαδή εἴμαστε στό πλευρό, παρόντες, ἐκεῖ, συνέχεια μὲ ὅλο μας τὸν ἐνδιαφέρον καὶ τὴ διάθεση νὰ βοηθήσουμε. Στὴ συνέχεια συμ-πορευόμαστε, προχωροῦμε μαζί του, στὸν ἀνή¬φορο, τὴ δυσκολία, τὸν ἀγῶνα του. Ἀλλάζουμε τό πρόγραμμα τῆς ζωῆς μας, δημι¬ουργοῦμε νέα ρουτίνα καθημερινότητας, νέα λογική χαρᾶς, εὐτυχίας, ἐπιδιώξεων, προσανα¬τολισμοῦ, στόχων, ἡ ὁποία περνάει μέσα ἀπό τή ζωὴ τῶν ἀσθενῶν, ἔστω καί ἐάν γνωρίζουμε ὅτι σύντομα θὰ φύγουν.
Ἀνώτερη κατάσταση εἶναι τὸ συμ-πάσχειν, τὸ νὰ πάσχουμε μαζί, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὑποφέρειν ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ περιχωρεῖν, δηλαδὴ νὰ ζοῦμε μαζί τό πρόβλημα τοῦ ἄλλου ὡς δικό μας, νὰ συμμετέχουμε ὁλιστικά, νὰ φορτωνόμαστε τὸ βάρος του, τό ὁποῖο στήν οὐσία ἀποτελεῖ καὶ γιά μᾶς μιά μεγάλη εὐλογία προσωπικοῦ ἀφυπνισμοῦ, κυρίως ὅμως σχέσης μέ τούς ἀνθρώπους ποὺ καλούμαστε νά διακο¬νήσουμε.
Μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πλαίσιο, κάθε θυσία, κάθε δυσκολία, πού ὅλοι κάνουμε γιά αὐτόν τόν σκοπό ἀξίζει πολύ καί πολλά. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἀνάγκη εἶναι πολύ μεγάλη σέ αὐτόν τόν τομέα, ὁ στόχος εἶναι πολύ ὑψηλός, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι πολύ ὄμορ¬φος καί ἡ ἀνταμοιβὴ ἀνεκτίμητη.
Ἡ ἀνακουφιστικὴ στήριξη ἔχει κάτι τὸ θεϊκό μέσα της. Δίνει τὸν Θεό. Δείχνει τὸν Θεό.